Υπόθεση Κουφοντίνα και κράτος δικαίου

Υπόθεση Κουφοντίνα και κράτος δικαίου

H υπόθεση Κουφοντίνα (αυθαίρετη μεταγωγή στις φυλακές Δομοκού και, ακολούθως, συνεχιζόμενη απεργία πείνας του κρατουμένου με σοβαρό κίνδυνο υγείας) καταδεικνύει την επικινδυνότητα που ενέχει για ένα κράτος δικαίου η μηδενιστική αντίληψη «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Επί σειρά ετών, οι κακουργηματικές πράξεις της 17 Νοέμβρη (τρομοκρατικές ενέργειες και κατά συρροή δολοφονίες) εκλαμβάνονταν από διόλου αμελητέα μερίδα της άκρας Αριστεράς ως ένα υπερβολικό μέσο στην υπηρεσία ενός «αγαθού» σκοπού (την «κάθαρση της κοινωνίας από τις διεφθαρμένες πολιτικές και οικονομικές ελίτ»), δηλαδή η ζωή (το πιο θεμελιακό συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) σχετικοποιούταν ανάλογα με το πρόσωπο που βρισκόταν στο στόχαστρο της τρομοκρατικής οργάνωσης. Στην υπόθεση Κουφοντίνα, η μνησίκακη αυτή λογική φαίνεται να διέπει τις ενέργειες (ή παραλείψεις) των αρμόδιων οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Αρχικά, ο ν. 4760/2020 θέσπισε μια «φωτογραφική» δυσμενή ρύθμιση για μεταγωγή του κρατούμενου στον Κορυδαλλό (από τη στιγμή που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νεότερης διάταξης για να παραμείνει στις αγροτικές φυλακές). Η Κυβέρνηση, όμως, παραβιάζει τη ρύθμιση που η ίδια θέσπισε προς ακόμα δυσμενέστερη κατεύθυνση χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επικαλούμενη με παντελώς αόριστο τρόπο την κατάσταση υγειονομικής ανάγκης. Ο μη σύννομος χαρακτήρας της απόρριψης του αιτήματος για επαναμεταγωγή στις  φυλακές Κορυδαλλού προκύπτει, εξάλλου, και από θεσμική παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη.

Κάθε έννομη ρύθμιση σε ένα φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου οφείλει να έχει δεοντοκρατική νομιμοποίηση, δηλαδή να ανάγεται σε κανόνες και αρχές δικαίου και, δευτερευόντως, συνεπειοκρατική δικαιολόγηση, με τις δημόσιες πολιτικές να ικανοποιούν τον στόχο του δικαίου ως κανονιστικού κοινωνικού φαινομένου, δηλαδή την προαγωγή και διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.

Στην περίπτωση του Δημ. Κουφοντίνα, η Πολιτεία, παραβιάζοντας ακόμα και τη «φωτογραφική» ρύθμιση που θέσπισε προ ολίγων μηνών, δεν τηρεί ούτε την κατ’ ελάχιστον έκφανση του κράτους δικαίου, την αρχή της νομιμότητας. Έτι περαιτέρω, η ρεβανσιστική διάθεση που εκδηλώνεται απέναντι σε έναν καταδικασθέντα σε πολλάκις ισόβια στέρηση της ελευθερίας δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε ηρωοποίηση των αποτρόπαιων πράξεων που διέπραξε, πυροδοτώντας έναν νέο κύκλο τρομοκρατικής βίας στην κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας.

Σε ένα κράτος δικαίου, η θέσπιση και η εφαρμογή των κανόνων δικαίου θα πρέπει να γίνεται με αντικειμενικό και απροσωπόληπτο τρόπο, προκειμένου να τηρείται η θεμελιώδης αρχή της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου. Ιδίως στο ποινικό δίκαιο, τα παραγωγικά αίτια της βούλησης (το αν ο Κουφοντίνας σκότωνε «για να σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», όπως μπορεί να διακηρύσσει μια διεστραμμένη απολογία υπεράσπισής του, ή «για να ανατρέψει το πολίτευμα», όπως υποστηρίζουν όσοι δεν αρκούνται στην εσχάτη των ποινών σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή την ισόβια κάθειρξη, αλλά ζητούν τη θανατική καταδίκη του) είναι καταρχήν νομικά αδιάφορα. Εξάλλου, η έλλειψη μετάνοιας για τις εγκληματικές πράξεις του έχει ήδη προσμετρηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής (δεν του αναγνωρίστηκε καμία ελαφρυντική περίσταση). Ο σωφρονισμός αποτελεί επιθυμητό στόχο ενός φιλελεύθερου ποινικού δικαίου χωρίς να συνιστά υποχρέωση του καταδικασθέντος.

Το αν το αίτημα μεταγωγής στον Κορυδαλλό είναι σύννομο ή όχι (αιτιολογημένο ή μη αιτιολογημένο) όχι απλώς δεν είναι διαδικαστική πολυτέλεια, αλλά συνιστά ουσιώδη έκφανση του κράτους δικαίου. Κατά συνέπεια, η μοναδική λύση που μπορεί να διασώσει ταυτόχρονα τη δικαιοκρατική οργάνωση της Πολιτείας (άρθ. 25 παρ. 1 Συντ.) και τη ζωή του κρατουμένου (άρθ. 5 παρ. 2 Συντ.) είναι η αποδοχή του αιτήματός του από τη στιγμή που προκύπτει ότι αποτελεί επίκληση δικαιώματός του που βρίσκει έρεισμα σε ρητή διάταξη νόμου.

Η υποχρεωτική σίτιση είναι μεν θεμιτή ως έσχατο μέσο, καθώς έτσι εκδηλώνεται η υποχρέωση του Κράτους σε οριακές καταστάσεις να λαμβάνει θετικά μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, αλλά θα ισοδυναμεί με αδιαφορία των αρμόδιων οργάνων της Πολιτείας απέναντι στις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία που πυροδότησε την απεργία πείνας. Εν κατακλείδι, συστατικός όρος της αστικής δημοκρατίας είναι να μην διαχωρίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων δικαίου ανάλογα με την προσωπικότητα του υποκειμένου δικαιωμάτων, διότι έτσι τίθεται υπό αμφισβήτηση (και μάλιστα με τη θεσμική βούλα) η ανθρώπινη υπόσταση εκείνου που έθετε υπό αμφισβήτηση την ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων του, διαιωνίζοντας έναν φαύλο κύκλο σχετικοποίησης της απόλυτης και αναπαλλοτρίωτης αξίας του καθενός ως ανθρώπινου όντος.

Ο Θωμάς Ψήμμας είναι Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

More in Κοινωνία
Comments
Υπόθεση Κουφοντίνα και κράτος δικαίου

Υπόθεση Κουφοντίνα και κράτος δικαίου

H υπόθεση Κουφοντίνα (αυθαίρετη μεταγωγή στις φυλακές Δομοκού και, ακολούθως, συνεχιζόμενη απεργία πείνας του κρατουμένου με σοβαρό κίνδυνο υγείας) καταδεικνύει την επικινδυνότητα που ενέχει για ένα κράτος δικαίου η μηδενιστική αντίληψη «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Επί σειρά ετών, οι κακουργηματικές πράξεις της 17 Νοέμβρη (τρομοκρατικές ενέργειες και κατά συρροή δολοφονίες) εκλαμβάνονταν από διόλου αμελητέα μερίδα της άκρας Αριστεράς ως ένα υπερβολικό μέσο στην υπηρεσία ενός «αγαθού» σκοπού (την «κάθαρση της κοινωνίας από τις διεφθαρμένες πολιτικές και οικονομικές ελίτ»), δηλαδή η ζωή (το πιο θεμελιακό συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) σχετικοποιούταν ανάλογα με το πρόσωπο που βρισκόταν στο στόχαστρο της τρομοκρατικής οργάνωσης. Στην υπόθεση Κουφοντίνα, η μνησίκακη αυτή λογική φαίνεται να διέπει τις ενέργειες (ή παραλείψεις) των αρμόδιων οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Αρχικά, ο ν. 4760/2020 θέσπισε μια «φωτογραφική» δυσμενή ρύθμιση για μεταγωγή του κρατούμενου στον Κορυδαλλό (από τη στιγμή που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νεότερης διάταξης για να παραμείνει στις αγροτικές φυλακές). Η Κυβέρνηση, όμως, παραβιάζει τη ρύθμιση που η ίδια θέσπισε προς ακόμα δυσμενέστερη κατεύθυνση χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επικαλούμενη με παντελώς αόριστο τρόπο την κατάσταση υγειονομικής ανάγκης. Ο μη σύννομος χαρακτήρας της απόρριψης του αιτήματος για επαναμεταγωγή στις  φυλακές Κορυδαλλού προκύπτει, εξάλλου, και από θεσμική παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη.

Κάθε έννομη ρύθμιση σε ένα φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου οφείλει να έχει δεοντοκρατική νομιμοποίηση, δηλαδή να ανάγεται σε κανόνες και αρχές δικαίου και, δευτερευόντως, συνεπειοκρατική δικαιολόγηση, με τις δημόσιες πολιτικές να ικανοποιούν τον στόχο του δικαίου ως κανονιστικού κοινωνικού φαινομένου, δηλαδή την προαγωγή και διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.

Στην περίπτωση του Δημ. Κουφοντίνα, η Πολιτεία, παραβιάζοντας ακόμα και τη «φωτογραφική» ρύθμιση που θέσπισε προ ολίγων μηνών, δεν τηρεί ούτε την κατ’ ελάχιστον έκφανση του κράτους δικαίου, την αρχή της νομιμότητας. Έτι περαιτέρω, η ρεβανσιστική διάθεση που εκδηλώνεται απέναντι σε έναν καταδικασθέντα σε πολλάκις ισόβια στέρηση της ελευθερίας δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε ηρωοποίηση των αποτρόπαιων πράξεων που διέπραξε, πυροδοτώντας έναν νέο κύκλο τρομοκρατικής βίας στην κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας.

Σε ένα κράτος δικαίου, η θέσπιση και η εφαρμογή των κανόνων δικαίου θα πρέπει να γίνεται με αντικειμενικό και απροσωπόληπτο τρόπο, προκειμένου να τηρείται η θεμελιώδης αρχή της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου. Ιδίως στο ποινικό δίκαιο, τα παραγωγικά αίτια της βούλησης (το αν ο Κουφοντίνας σκότωνε «για να σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», όπως μπορεί να διακηρύσσει μια διεστραμμένη απολογία υπεράσπισής του, ή «για να ανατρέψει το πολίτευμα», όπως υποστηρίζουν όσοι δεν αρκούνται στην εσχάτη των ποινών σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, δηλαδή την ισόβια κάθειρξη, αλλά ζητούν τη θανατική καταδίκη του) είναι καταρχήν νομικά αδιάφορα. Εξάλλου, η έλλειψη μετάνοιας για τις εγκληματικές πράξεις του έχει ήδη προσμετρηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής (δεν του αναγνωρίστηκε καμία ελαφρυντική περίσταση). Ο σωφρονισμός αποτελεί επιθυμητό στόχο ενός φιλελεύθερου ποινικού δικαίου χωρίς να συνιστά υποχρέωση του καταδικασθέντος.

Το αν το αίτημα μεταγωγής στον Κορυδαλλό είναι σύννομο ή όχι (αιτιολογημένο ή μη αιτιολογημένο) όχι απλώς δεν είναι διαδικαστική πολυτέλεια, αλλά συνιστά ουσιώδη έκφανση του κράτους δικαίου. Κατά συνέπεια, η μοναδική λύση που μπορεί να διασώσει ταυτόχρονα τη δικαιοκρατική οργάνωση της Πολιτείας (άρθ. 25 παρ. 1 Συντ.) και τη ζωή του κρατουμένου (άρθ. 5 παρ. 2 Συντ.) είναι η αποδοχή του αιτήματός του από τη στιγμή που προκύπτει ότι αποτελεί επίκληση δικαιώματός του που βρίσκει έρεισμα σε ρητή διάταξη νόμου.

Η υποχρεωτική σίτιση είναι μεν θεμιτή ως έσχατο μέσο, καθώς έτσι εκδηλώνεται η υποχρέωση του Κράτους σε οριακές καταστάσεις να λαμβάνει θετικά μέτρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, αλλά θα ισοδυναμεί με αδιαφορία των αρμόδιων οργάνων της Πολιτείας απέναντι στις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία που πυροδότησε την απεργία πείνας. Εν κατακλείδι, συστατικός όρος της αστικής δημοκρατίας είναι να μην διαχωρίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων δικαίου ανάλογα με την προσωπικότητα του υποκειμένου δικαιωμάτων, διότι έτσι τίθεται υπό αμφισβήτηση (και μάλιστα με τη θεσμική βούλα) η ανθρώπινη υπόσταση εκείνου που έθετε υπό αμφισβήτηση την ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων του, διαιωνίζοντας έναν φαύλο κύκλο σχετικοποίησης της απόλυτης και αναπαλλοτρίωτης αξίας του καθενός ως ανθρώπινου όντος.

Ο Θωμάς Ψήμμας είναι Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

More in Κοινωνία
Comments