Το τέλος του Κυπριακού
-όπως το ξέραμε

Το τέλος του Κυπριακού -όπως το ξέραμε

Σε 7 εβδομάδες από σήμερα ξαναρχίζει η συζήτηση για το Κυπριακό, υπό τη διεθνή του διάσταση, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διάσταση αυτή του Κυπριακού, είναι το ανυπέρβλητο για την Άγκυρα πρόβλημα, εδώ και 46 χρόνια. Η παγκόσμια κοινότητα ποτέ ως σήμερα δεν αποδέχτηκε τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί δήθεν δίκαιας παρέμβασης, προβλεπόμενης από την ιδρυτική πράξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, 1959) υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια δύναμη! Και η διεθνής κοινότητα δεν έχει και κανένα λόγο μελλοντικά να αποδεχτεί τέτοιες απόψεις. Πολύ περισσότερο όλος ο υπόλοιπος κόσμος (ισλαμιστικός ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ή εθνικής και πολιτισμικής καταγωγής) έχει απορρίψει τις τουρκικές θριαμβολογίες ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή..
Έτσι η Τουρκία, σύρεται θέλοντας και μη στην Άτυπη Διάσκεψη για το Κυπριακό, 27-29 Απριλίου στην Γενεύη.

Φυσικά, η Τουρκία αν μπορούσε να παραμερίσει τις συνέπειες της απομόνωσής της δεν θα είχε κανένα λόγο να παρευρεθεί στις διαβουλεύσεις στη Γενεύη. Θα διακήρυττε την επανάληψη της θεωρίας της ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή» και οι διπλωμάτες της στις 26-27 Απριλίου θα πέρναγαν ένα ήσυχο διήμερο. Γνωρίζει (και κυρίως κατανοεί), όμως, ότι ούτε το Κυπριακό λύθηκε το 1974, ούτε μπορεί ποτέ η συνέχεια αυτής της υπόθεσης να ρυθμιστεί με μονομερείς τουρκικές κινήσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία εκ συστάσεως έχει συγκροτηθεί ως πολυεθνικό κράτος (ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά με τέτοια χαρακτηριστικά, και μη ομόσπονδο) και ακριβώς ο ρόλος των χωρών που αναγορεύτηκαν ως εγγυήτριες δυνάμεις είναι η υπογράμμιση αυτού του πολυεθνικού χαρακτήρα. Άλλωστε, σ’ αυτή την πολιτειακή υπόσταση της Κύπρου ως πολυεθνικού κράτους, εδράζεται και η κατηγορηματική άρνηση του διεθνούς παράγοντα να αποδεχτεί τις τουρκικές θέσεις. «Εγγυήτριες δυνάμεις», σε κατάφωρα αντίθετη κατεύθυνση με την τουρκική προσέγγιση, δεν είναι νοητές για να εισβάλλουν στο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος υπό το πρόσχημα παραβίασης των δικαιωμάτων της μίας κοινότητας. Αντίθετα, οι εγγυήτριες χώρες υποχρεούνται να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που και τα δύο κατελύθησαν με την τουρκική εισβολή.

Επίσης, γνωρίζει καλά η Τουρκία ότι δεν μπορεί να νοείται συνέχεια του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους (διάδοχου σχήματος των προβλέψεων στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου) με τη «λύση των δύο κρατών» (που τώρα διακινεί μαλλον ως αμήχανη θέση η Άγκυρα), αφού τέτοια λύση θα προϋπέθετε νέα συμφωνία-συνθήκη των εμπλεκομένων μερών (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), οι οποίες θα συνομολογούσαν αλληλοπαραχωρήσεις δικαιωμάτων και εδαφών (που σήμερα κατέχουν από κοινού), σε αντικατάσταση του ιδρυτικού συμφώνου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει.

Επί πλέον, η Άγκυρα κατανοεί απολύτως ότι η ίδια η πράξη ίδρυσης του σημερινού κυπριακού κρατους του 1959, αποκλείει ακριβώς κάθε δυνητική συνέχειά του έκτοτε με «λύσεις» προσαρτήσεων από κάποια εκ των εγγυητριών δυνάμεων, ούτε με μονομερεις ανακηρύξεις κρατιδίων-προτεκτοράτων υπέρ οποιασδήποτε εγγυήτριας δύναμης, όπως συμβαίνει με τη λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) -που εδώ και 40 χρόνια δεν έχει αποκτήσει καμιά διεθνή αναγνώριση ως ξεχωριστή κρατική οντότητα. Αντίθετα, οι εγγυήτριες δυνάμεις στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν ακριβώς από όποια τυχόν δικαιώματα έφεραν, παραχωρώντας αμοιβαία και ταυτόχρονα στο ιδρυόμενο νέο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, το σύνολο των δικαιωμάτων τους.

Τέλος, ούτε τροποποίηση της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος-μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να είναι νοητή με το τουρκικό εφεύρημα των «δύο κρατών», καθώς το δικαίωμα προσχώρησης του κυπριακού κράτους σε διεθνείς οργανισμούς και πολυεθνικούς σχηματισμούς ασκήθηκε αυτοτελώς, πλήρως και νομίμως από την εντεταλμένη προς τούτο κυβέρνηση της χώρας και αφορά στο σύνολο των πολιτών της καθώς και σ’ ολόκληρη την επικράτειά της.

Θα μπορούσε η Τουρκία να παραβλέψει μερικές από τις πιο πάνω άκαμπτες ιδιότητες και αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομερείς ενέργειες; Μονομερώς ναι! Ως προς τις διεθνείς συνέπειες των τυχόν μονομερών τουρκικών κινήσεων, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τίποτα, χωρίς να έχει συναινέσει σ’ αυτό η συνδικαιούχος ελληνοκυπριακή κοινότητα του νησιού.

Άρα, ναι, η Τουρκία θα μπορούσε να πάει τον προσεχή Απρίλιο στη Γενεύη και να αναγγείλει ότι είτε η πρότασή της για «δύο κράτη» θα γίνει αποδεκτή, είτε θα αποσυρθεί από τις διαβουλεύσεις και μονομερώς θα αποφασίζει για το κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν το έκανε, όμως (και δεν θα το κάνει, πέραν ίσως των φθηνών εντυπωσιασμών μικρής χρονικής διάρκειας), θα εμονιμοποιείτο η ανάμιξή της στο Κυπριακό ως χώρα-φορέας των πράξεων της εισβολής και παράνομής κατοχής και η διεθνής απομόνωση θα ήταν οριστική και σε τέτοια έκταση, ώστε δεν θα μπορούσε να την αντέξει η εντόνως κλονιζόμενη τουρκική κοινωνία και οικονομία. Το πιθανότερο είναι η Τουρκία να εμπλακεί σε μια νέα μακρά διαβούλευση, όπως έκανε μέχρι σήμερα.

Τί ωφελεί την Τουρκία τέτοια μακρά διαβούλευση; Της προσφέρει δύο πράγματα:
- Το πρώτο είναι να παρατείνει χωρίς σοβαρές συνέπειες την ως σήμερα ανακηρυγμένη από τον διεθνή παράγοντα ως παράνομη εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου. Αυτό κάνει με επιτυχία εδώ και 46 χρόνια και δεν έχει κανένα λόγο να το αλλάξει.
- Το δεύτερο είναι η ελπίδα της ότι όσο περνάει ο χρόνος και παγιώνονται οι τετελεσμένες συνέπειες της εισβολής και κατοχής, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αγνοηθούν αυτά τα τετελεσμένα στην όποια λύση υπάρξει. Γι’ αυτό και από την αρχή ο εποικισμός υπήρξε βασικό μέσο της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό. (Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, όμως, είναι ότι δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960. Όταν, δηλαδή, με τον εποικισμό της Ίμβρου κατά βάναυση παραβίαση των διεθνών συνθηκών και με αφορμή τότε μια επιδείνωση στα ελληνοτουρικά ένεκα του Κυπριακού, η Τουρκία εξεδίωξε τους Έλληνες από το νησί του Αιγαίου και τα όσα έκανε τότε τα ανέχτηκε η διεθνής κοινότητα. Διότι, σήμερα, ούτε ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απόγειό του -όπου βρισκόταν το 1960- ούτε η καταπάτηση δικαιωμάτων μειονοτήτων «περνάει» τόσο εύκολα).

(Σημ.: Μια αναγκαία παρέμβαση σ’ αυτό το σημείο: Τις δεκαετίες που έχουν περάσει έχει ενισχυθεί στην ελληνική αίσθηση περί του Κυπριακού η στάση «κάθε προηγούμενη φορά απόπειρας επίλυσης του ζητήματος ήταν και καλύτερα». Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα. Γιατί; Διότι η ίδια η ιστορία εδώ και 46 χρόνια έχει δείξει ότι ο χρόνος που περνάει είναι το μεγάλο «όπλο» της πλευράς μας να ανατραπούν τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Από το 1974, που ούτως ή άλλως αφορά σε δικτατορικό και μη νομιμοποιημένο ως πολιτικός εκφραστής των πολιτών καθεστώς στην Ελλάδα, με ισχυρότατες ενδείξεις, μάλιστα, ανάμιξης ξένων παραγόντων και προδοσίας των ελληνικών συμφερόντων, ο χρόνος θεραπεύει τις βαρύτατες συνέπειες για την Ελλάδα και δεν τις επιτείνει. Ο χρόνος είναι που επέτρεψε την εμπέδωση της διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας στο Κυπριακό. Ο χρόνος είναι που έδωσε τη δυνατότητα να επισφραγιστεί εκτός πάσης αμφισβήτησης ο παράνομος χαρακτήρας της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ο χρόνος είναι που από τα δεδομένα της εισβολής, ως περιστατικού αναπότρεπτων δήθεν επιπτώσεων για την ελληνοκυπριακή πλευρά, έχει πετύχει σήμερα το θέμα καθε άλλο παρά λελυμένο να θεωρείται και να αναθερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη ρύθμισή του. Ο χρόνος, τέλος, είναι που επιβεβαιώνει και στην ίδια την τουρκική πολιτικο-στρατιωτική ελίτ την εντύπωση ότι το Κυπριακό είτε θα επιλυθεί κατά το διεθνές δίκαιο, είτε το ψευδοκράτος θα απομείνει κρατικό σκέλεθρο-μόνιμο βάρος (πολιτικό, οικονομικό στρατιωτικό) στην Τουρκία του 21ου αιώνα, και μάλιστα χωρίς να έχει προοσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στις βασικές τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή. Ποιές επιδιώξεις; Τις εκθέτω αμέσως στη συνέχεια...)

Κυρίως και πάνω απ’ όλα, όμως, η Τουρκία έχει ισχυρό κίνητρο να είναι παρούσα στις διαβουλεύσεις για το Κυπριακό από ‘δω και πέρα, διότι -αν απουσιάσει- θα απολέσει και το τελευταίο δικαίωμα από τον -ούτως ή αλλως περιορισμένο- λόγο της στην κατανομή των υδρογονανθράκων.

Εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο της υπόθεσης και αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει κινητικότητα στο Κυπριακό αυτήν την περίοδο!

(Σημ.: Κι εδώ μία ακόμη αναγκαία παρέμβαση. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν είναι το σημαντικότερο θετικό βήμα για τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς, από καταβολής του Κυπριακού! Και σε καμιά περίπτωση δεν είναι σοβαρή ή άποψη (τουλάχιστον για όσους αντιλαμβάνονται τί σημαίνει ο όρος «στρατηγικά συμφέροντα» της πλευράς μας) ότι επρόκειτο για «χαμένη ευκαιρία». Δεν θα πλατειάσω για να αποδομήσω αυτή την άποψη. Ας αναλογιστούμε πού θα βρισκόταν σήμερα το ζήτημα διαχείρισης των υδρογονανθράκων από την Κυπριακή Δημοκρατία, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν. Απλά η εκμετάλλευση δεν θα είχε καν ξεκινήσει! Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, όχι μόνο εκ του αποτελέσματος έχει επιτρέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος να διαχειρίζεται σήμερα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που της ανήκουν, αλλά ταυτόχρονα έχει καταστήσει το κυπριακό κράτος ισότιμο συνομιλητή όλων των χωρών της περιοχής (ακόμη και η Τουρκία με τον τρόπο της επιζητεί διάλογο). Επίσης, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν έχει μεγάλη αξία για τον προσδιορισμό των ανεκτών για τον ελληνισμό ορίων μιας καλή τη πίστει νοούμενης διαπραγμάτευσης για την επίλυση του Κυπριακού. Κι αυτό επηρεάζει καίρια και το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδίως στο πλαίσιο του κρεσέντου της σημερινής τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο).

Σε τί, λοιπόν, διαφέρει η σημερινή πολλοστή απόπειρα επίλυσης του Κυπριακού, από όλες τις ως τώρα αποτυχημένες προσπάθειες;
Διαφέρει σε 3 σημεία:
α. Ότι συγκαλείται στο πλαίσιο των θέσεων του Κραν Μοντανά. Με κύριο προσδιοριστικό σημείο εδώ ότι για πρώτη φορά από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 τίθεται το ζήτημα άρσης του στάτους των εγγυητριών δυνάμεων για την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία. Και απ’ αυτή την οπτική πρόκειται για πελώριο βήμα ιστορικής επισφράγισης της οριστικής χειραφέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέλους του Ο.Η.Ε. και της Ε.Ε..
Το σημείο αυτό, πέραν της μεγάλης σημασίας του λόγω των αιτίων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη πρόταση, έχει πρόσθετο βάρος, διότι τυχόν υιοθέτησή του καθιστά εκτός πάσης βασιμότητας διεθνούς δικαίου την παράταση της τουρκικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της χώρας. Μ’ άλλα λόγια, οι τουρκικές δυνάμεις κατοχής θα πρέπει αμέσως να αποσυρθούν (ίσως υπάρξει κάποιο χρονοδιάγραμμα περί αυτού).
β. Ότι, σε αντίστιξη με το ως σήμερα διεθνές σκηνικό για το Κυπριακό (τακτική Πόντιου Πιλάτου), ο διεθνής παράγων είναι επισπεύδουσα συνιστώσα των εξελίξεων, για να ρυθμιστεί βιώσιμα η διαχείριση των υδρονονανθράκων της περιοχής.
γ. Ότι η Τουρκία έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απολέσει τη γεωπολιτκή σημασία της για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. (Ήδη η δύση έχει επιλέξει την Αίγυπτο ως εναλλακτική λύση. Επίσης, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, μετά την ωρίμανση των συνθηκών για κλείσιμο του συριακού, με την ήττα ουσιαστικά της δύσης και την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ, το δυτικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη Ρωσία έχει μεταφερθεί από την ανατολική Μεσόγειο στα ευρω-ρωσικά σύνορα και την περιοχή του Καυκάσου).

Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι επίκειται η λύση του Κυπριακού; Ασφαλώς όχι! Η Τουρκία θα συνεχίσει να χρονοτριβεί και να εμφανίζεται αδιάλλακτη. Όμως, από ‘δω και πέρα οι καθυστερήσεις θα συνεπάγονται για εκείνην ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους υδρογονάνθρακες και τη γεωπολιτική επιρροή της στην περιοχή.

...Ίσως γι’ αυτό ρίχνει σήμερα και το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι: Προσκαλεί την Αίγυπτο σε διάλογο για τον ορισμό των τυχόν κοινών ορίων μεταξύ των δύο χωρών στην ΑΟΖ τους. Αλλά γι’ αυτό περισσότερα σε κάποια επόμενη ανάλυση...

More in Αρθρογραφία
Comments
Το τέλος του Κυπριακού
-όπως το ξέραμε

Το τέλος του Κυπριακού -όπως το ξέραμε

Σε 7 εβδομάδες από σήμερα ξαναρχίζει η συζήτηση για το Κυπριακό, υπό τη διεθνή του διάσταση, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διάσταση αυτή του Κυπριακού, είναι το ανυπέρβλητο για την Άγκυρα πρόβλημα, εδώ και 46 χρόνια. Η παγκόσμια κοινότητα ποτέ ως σήμερα δεν αποδέχτηκε τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί δήθεν δίκαιας παρέμβασης, προβλεπόμενης από την ιδρυτική πράξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, 1959) υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια δύναμη! Και η διεθνής κοινότητα δεν έχει και κανένα λόγο μελλοντικά να αποδεχτεί τέτοιες απόψεις. Πολύ περισσότερο όλος ο υπόλοιπος κόσμος (ισλαμιστικός ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ή εθνικής και πολιτισμικής καταγωγής) έχει απορρίψει τις τουρκικές θριαμβολογίες ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή..
Έτσι η Τουρκία, σύρεται θέλοντας και μη στην Άτυπη Διάσκεψη για το Κυπριακό, 27-29 Απριλίου στην Γενεύη.

Φυσικά, η Τουρκία αν μπορούσε να παραμερίσει τις συνέπειες της απομόνωσής της δεν θα είχε κανένα λόγο να παρευρεθεί στις διαβουλεύσεις στη Γενεύη. Θα διακήρυττε την επανάληψη της θεωρίας της ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή» και οι διπλωμάτες της στις 26-27 Απριλίου θα πέρναγαν ένα ήσυχο διήμερο. Γνωρίζει (και κυρίως κατανοεί), όμως, ότι ούτε το Κυπριακό λύθηκε το 1974, ούτε μπορεί ποτέ η συνέχεια αυτής της υπόθεσης να ρυθμιστεί με μονομερείς τουρκικές κινήσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία εκ συστάσεως έχει συγκροτηθεί ως πολυεθνικό κράτος (ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά με τέτοια χαρακτηριστικά, και μη ομόσπονδο) και ακριβώς ο ρόλος των χωρών που αναγορεύτηκαν ως εγγυήτριες δυνάμεις είναι η υπογράμμιση αυτού του πολυεθνικού χαρακτήρα. Άλλωστε, σ’ αυτή την πολιτειακή υπόσταση της Κύπρου ως πολυεθνικού κράτους, εδράζεται και η κατηγορηματική άρνηση του διεθνούς παράγοντα να αποδεχτεί τις τουρκικές θέσεις. «Εγγυήτριες δυνάμεις», σε κατάφωρα αντίθετη κατεύθυνση με την τουρκική προσέγγιση, δεν είναι νοητές για να εισβάλλουν στο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος υπό το πρόσχημα παραβίασης των δικαιωμάτων της μίας κοινότητας. Αντίθετα, οι εγγυήτριες χώρες υποχρεούνται να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που και τα δύο κατελύθησαν με την τουρκική εισβολή.

Επίσης, γνωρίζει καλά η Τουρκία ότι δεν μπορεί να νοείται συνέχεια του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους (διάδοχου σχήματος των προβλέψεων στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου) με τη «λύση των δύο κρατών» (που τώρα διακινεί μαλλον ως αμήχανη θέση η Άγκυρα), αφού τέτοια λύση θα προϋπέθετε νέα συμφωνία-συνθήκη των εμπλεκομένων μερών (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), οι οποίες θα συνομολογούσαν αλληλοπαραχωρήσεις δικαιωμάτων και εδαφών (που σήμερα κατέχουν από κοινού), σε αντικατάσταση του ιδρυτικού συμφώνου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει.

Επί πλέον, η Άγκυρα κατανοεί απολύτως ότι η ίδια η πράξη ίδρυσης του σημερινού κυπριακού κρατους του 1959, αποκλείει ακριβώς κάθε δυνητική συνέχειά του έκτοτε με «λύσεις» προσαρτήσεων από κάποια εκ των εγγυητριών δυνάμεων, ούτε με μονομερεις ανακηρύξεις κρατιδίων-προτεκτοράτων υπέρ οποιασδήποτε εγγυήτριας δύναμης, όπως συμβαίνει με τη λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) -που εδώ και 40 χρόνια δεν έχει αποκτήσει καμιά διεθνή αναγνώριση ως ξεχωριστή κρατική οντότητα. Αντίθετα, οι εγγυήτριες δυνάμεις στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν ακριβώς από όποια τυχόν δικαιώματα έφεραν, παραχωρώντας αμοιβαία και ταυτόχρονα στο ιδρυόμενο νέο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, το σύνολο των δικαιωμάτων τους.

Τέλος, ούτε τροποποίηση της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος-μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να είναι νοητή με το τουρκικό εφεύρημα των «δύο κρατών», καθώς το δικαίωμα προσχώρησης του κυπριακού κράτους σε διεθνείς οργανισμούς και πολυεθνικούς σχηματισμούς ασκήθηκε αυτοτελώς, πλήρως και νομίμως από την εντεταλμένη προς τούτο κυβέρνηση της χώρας και αφορά στο σύνολο των πολιτών της καθώς και σ’ ολόκληρη την επικράτειά της.

Θα μπορούσε η Τουρκία να παραβλέψει μερικές από τις πιο πάνω άκαμπτες ιδιότητες και αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομερείς ενέργειες; Μονομερώς ναι! Ως προς τις διεθνείς συνέπειες των τυχόν μονομερών τουρκικών κινήσεων, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τίποτα, χωρίς να έχει συναινέσει σ’ αυτό η συνδικαιούχος ελληνοκυπριακή κοινότητα του νησιού.

Άρα, ναι, η Τουρκία θα μπορούσε να πάει τον προσεχή Απρίλιο στη Γενεύη και να αναγγείλει ότι είτε η πρότασή της για «δύο κράτη» θα γίνει αποδεκτή, είτε θα αποσυρθεί από τις διαβουλεύσεις και μονομερώς θα αποφασίζει για το κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν το έκανε, όμως (και δεν θα το κάνει, πέραν ίσως των φθηνών εντυπωσιασμών μικρής χρονικής διάρκειας), θα εμονιμοποιείτο η ανάμιξή της στο Κυπριακό ως χώρα-φορέας των πράξεων της εισβολής και παράνομής κατοχής και η διεθνής απομόνωση θα ήταν οριστική και σε τέτοια έκταση, ώστε δεν θα μπορούσε να την αντέξει η εντόνως κλονιζόμενη τουρκική κοινωνία και οικονομία. Το πιθανότερο είναι η Τουρκία να εμπλακεί σε μια νέα μακρά διαβούλευση, όπως έκανε μέχρι σήμερα.

Τί ωφελεί την Τουρκία τέτοια μακρά διαβούλευση; Της προσφέρει δύο πράγματα:
- Το πρώτο είναι να παρατείνει χωρίς σοβαρές συνέπειες την ως σήμερα ανακηρυγμένη από τον διεθνή παράγοντα ως παράνομη εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου. Αυτό κάνει με επιτυχία εδώ και 46 χρόνια και δεν έχει κανένα λόγο να το αλλάξει.
- Το δεύτερο είναι η ελπίδα της ότι όσο περνάει ο χρόνος και παγιώνονται οι τετελεσμένες συνέπειες της εισβολής και κατοχής, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αγνοηθούν αυτά τα τετελεσμένα στην όποια λύση υπάρξει. Γι’ αυτό και από την αρχή ο εποικισμός υπήρξε βασικό μέσο της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό. (Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, όμως, είναι ότι δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960. Όταν, δηλαδή, με τον εποικισμό της Ίμβρου κατά βάναυση παραβίαση των διεθνών συνθηκών και με αφορμή τότε μια επιδείνωση στα ελληνοτουρικά ένεκα του Κυπριακού, η Τουρκία εξεδίωξε τους Έλληνες από το νησί του Αιγαίου και τα όσα έκανε τότε τα ανέχτηκε η διεθνής κοινότητα. Διότι, σήμερα, ούτε ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απόγειό του -όπου βρισκόταν το 1960- ούτε η καταπάτηση δικαιωμάτων μειονοτήτων «περνάει» τόσο εύκολα).

(Σημ.: Μια αναγκαία παρέμβαση σ’ αυτό το σημείο: Τις δεκαετίες που έχουν περάσει έχει ενισχυθεί στην ελληνική αίσθηση περί του Κυπριακού η στάση «κάθε προηγούμενη φορά απόπειρας επίλυσης του ζητήματος ήταν και καλύτερα». Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα. Γιατί; Διότι η ίδια η ιστορία εδώ και 46 χρόνια έχει δείξει ότι ο χρόνος που περνάει είναι το μεγάλο «όπλο» της πλευράς μας να ανατραπούν τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Από το 1974, που ούτως ή άλλως αφορά σε δικτατορικό και μη νομιμοποιημένο ως πολιτικός εκφραστής των πολιτών καθεστώς στην Ελλάδα, με ισχυρότατες ενδείξεις, μάλιστα, ανάμιξης ξένων παραγόντων και προδοσίας των ελληνικών συμφερόντων, ο χρόνος θεραπεύει τις βαρύτατες συνέπειες για την Ελλάδα και δεν τις επιτείνει. Ο χρόνος είναι που επέτρεψε την εμπέδωση της διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας στο Κυπριακό. Ο χρόνος είναι που έδωσε τη δυνατότητα να επισφραγιστεί εκτός πάσης αμφισβήτησης ο παράνομος χαρακτήρας της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ο χρόνος είναι που από τα δεδομένα της εισβολής, ως περιστατικού αναπότρεπτων δήθεν επιπτώσεων για την ελληνοκυπριακή πλευρά, έχει πετύχει σήμερα το θέμα καθε άλλο παρά λελυμένο να θεωρείται και να αναθερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη ρύθμισή του. Ο χρόνος, τέλος, είναι που επιβεβαιώνει και στην ίδια την τουρκική πολιτικο-στρατιωτική ελίτ την εντύπωση ότι το Κυπριακό είτε θα επιλυθεί κατά το διεθνές δίκαιο, είτε το ψευδοκράτος θα απομείνει κρατικό σκέλεθρο-μόνιμο βάρος (πολιτικό, οικονομικό στρατιωτικό) στην Τουρκία του 21ου αιώνα, και μάλιστα χωρίς να έχει προοσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στις βασικές τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή. Ποιές επιδιώξεις; Τις εκθέτω αμέσως στη συνέχεια...)

Κυρίως και πάνω απ’ όλα, όμως, η Τουρκία έχει ισχυρό κίνητρο να είναι παρούσα στις διαβουλεύσεις για το Κυπριακό από ‘δω και πέρα, διότι -αν απουσιάσει- θα απολέσει και το τελευταίο δικαίωμα από τον -ούτως ή αλλως περιορισμένο- λόγο της στην κατανομή των υδρογονανθράκων.

Εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο της υπόθεσης και αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει κινητικότητα στο Κυπριακό αυτήν την περίοδο!

(Σημ.: Κι εδώ μία ακόμη αναγκαία παρέμβαση. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν είναι το σημαντικότερο θετικό βήμα για τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς, από καταβολής του Κυπριακού! Και σε καμιά περίπτωση δεν είναι σοβαρή ή άποψη (τουλάχιστον για όσους αντιλαμβάνονται τί σημαίνει ο όρος «στρατηγικά συμφέροντα» της πλευράς μας) ότι επρόκειτο για «χαμένη ευκαιρία». Δεν θα πλατειάσω για να αποδομήσω αυτή την άποψη. Ας αναλογιστούμε πού θα βρισκόταν σήμερα το ζήτημα διαχείρισης των υδρογονανθράκων από την Κυπριακή Δημοκρατία, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν. Απλά η εκμετάλλευση δεν θα είχε καν ξεκινήσει! Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, όχι μόνο εκ του αποτελέσματος έχει επιτρέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος να διαχειρίζεται σήμερα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που της ανήκουν, αλλά ταυτόχρονα έχει καταστήσει το κυπριακό κράτος ισότιμο συνομιλητή όλων των χωρών της περιοχής (ακόμη και η Τουρκία με τον τρόπο της επιζητεί διάλογο). Επίσης, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν έχει μεγάλη αξία για τον προσδιορισμό των ανεκτών για τον ελληνισμό ορίων μιας καλή τη πίστει νοούμενης διαπραγμάτευσης για την επίλυση του Κυπριακού. Κι αυτό επηρεάζει καίρια και το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδίως στο πλαίσιο του κρεσέντου της σημερινής τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο).

Σε τί, λοιπόν, διαφέρει η σημερινή πολλοστή απόπειρα επίλυσης του Κυπριακού, από όλες τις ως τώρα αποτυχημένες προσπάθειες;
Διαφέρει σε 3 σημεία:
α. Ότι συγκαλείται στο πλαίσιο των θέσεων του Κραν Μοντανά. Με κύριο προσδιοριστικό σημείο εδώ ότι για πρώτη φορά από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 τίθεται το ζήτημα άρσης του στάτους των εγγυητριών δυνάμεων για την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία. Και απ’ αυτή την οπτική πρόκειται για πελώριο βήμα ιστορικής επισφράγισης της οριστικής χειραφέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέλους του Ο.Η.Ε. και της Ε.Ε..
Το σημείο αυτό, πέραν της μεγάλης σημασίας του λόγω των αιτίων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη πρόταση, έχει πρόσθετο βάρος, διότι τυχόν υιοθέτησή του καθιστά εκτός πάσης βασιμότητας διεθνούς δικαίου την παράταση της τουρκικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της χώρας. Μ’ άλλα λόγια, οι τουρκικές δυνάμεις κατοχής θα πρέπει αμέσως να αποσυρθούν (ίσως υπάρξει κάποιο χρονοδιάγραμμα περί αυτού).
β. Ότι, σε αντίστιξη με το ως σήμερα διεθνές σκηνικό για το Κυπριακό (τακτική Πόντιου Πιλάτου), ο διεθνής παράγων είναι επισπεύδουσα συνιστώσα των εξελίξεων, για να ρυθμιστεί βιώσιμα η διαχείριση των υδρονονανθράκων της περιοχής.
γ. Ότι η Τουρκία έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απολέσει τη γεωπολιτκή σημασία της για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. (Ήδη η δύση έχει επιλέξει την Αίγυπτο ως εναλλακτική λύση. Επίσης, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, μετά την ωρίμανση των συνθηκών για κλείσιμο του συριακού, με την ήττα ουσιαστικά της δύσης και την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ, το δυτικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη Ρωσία έχει μεταφερθεί από την ανατολική Μεσόγειο στα ευρω-ρωσικά σύνορα και την περιοχή του Καυκάσου).

Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι επίκειται η λύση του Κυπριακού; Ασφαλώς όχι! Η Τουρκία θα συνεχίσει να χρονοτριβεί και να εμφανίζεται αδιάλλακτη. Όμως, από ‘δω και πέρα οι καθυστερήσεις θα συνεπάγονται για εκείνην ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους υδρογονάνθρακες και τη γεωπολιτική επιρροή της στην περιοχή.

...Ίσως γι’ αυτό ρίχνει σήμερα και το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι: Προσκαλεί την Αίγυπτο σε διάλογο για τον ορισμό των τυχόν κοινών ορίων μεταξύ των δύο χωρών στην ΑΟΖ τους. Αλλά γι’ αυτό περισσότερα σε κάποια επόμενη ανάλυση...

More in Αρθρογραφία
Comments