Το τέλος των ανάξιων επιγόνων (Η πολιτική φαντασίωση του «κέντρου» σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης)

Το τέλος των ανάξιων επιγόνων (Η πολιτική φαντασίωση του «κέντρου» σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης)

Με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια τη μετάλλαξη των γραφειοκρατικών υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ υπό την αμφίεση του ΚΙΝΑΛ, από παράταξη της κοινωνικής προόδου σε μηχανισμό της πολιτικής συντήρησης. Το ενδιαφέρον μου έλκει την καταγωγή του από δύο στοιχεία:

- Το πρώτο αναφέρεται στη συστηματική κακοποίηση των πολιτικών παραδόσεων του πραγματικού  ΠΑΣΟΚ από τους σημερινούς κληρονόμους των τίτλων «ιδιοκτησίας» του. Μια πτυχή ιδιαίτερα ενοχλητική και προκλητική για πολλούς -ανάμεσά τους κι εγώ- που διατηρούμε αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα μνήμης για τη διαχείριση αυτών των παραδόσεων. Δικαιώματα, τα οποία θα ασκήσουμε πλήρως και χωρίς καμιά έκπτωση, αντιπαρατειθέμενοι για λόγους αρχής στους διαστρεβλωτές τους.

- Το δεύτερο αφορά στην προσπάθεια να κατανοηθούν οι λόγοι που κρατούν εγκλωβισμένους στον ίδιο συντηρητικό πολιτικό μηχανισμό μερικούς πολίτες, που γνωρίζω καλά ότι σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνούν με τις απόψεις και την πολιτική του ΚΙΝΑΛ, αλλά παρ’ όλ’ αυτά το υπερψηφίζουν, προσφέροντας στον ιδεολογικοπολιτικό στρατηγικό αντίπαλό τους (μας), δηλαδή τη δεξιά, χρήσιμη και κρίσιμη στήριξη ανοχής ή και συμπόρευσης μαζί της. Προοδευτικοί πολίτες, που συγκαταλέγονται σε άλλον πολιτικό χώρο και σε άλλες αρχές, από αυτά τα οποία ορίζουν σήμερα το μικρό κόμμα  που ανέχονται, στο πλαίσιο μιας μεταφυσικής ελπίδας ότι δικαιούνται περισσότερα απ’ όσα τους δίνουν οι πολίτες με τη ψήφο τους και κάποια στιγμή θα τα αποκτήσουν.

Ωστόσο, πέραν των προσωπικών κινήτρων ενασχόλησης με το ΚΙΝΑΛ, αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει την εξέλιξη των πραγμάτων στον δημόσιο βίο μας, είναι η διεργασία μέσω της οποίας πολίτες, προοδευτικοί όπως είπα, συμβάλλουν στην ανοχή απέναντι σε μια κυβέρνηση, της οποίας οι ημέρες, τα έργα και οι παραλείψεις προφανέστατα αντίκεινται στις διακηρυγμένες ανοιχτά απόψεις τους. Και μάλιστα, με σοβαρότατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες στο σύνολό σχεδόν των ζητημάτων της δημόσιας ζωής.

Και επειδή προ ημερών κάποιος φίλος, σήμερα υποστηρικτής του ΚΙΝΑΛ, έκανε λόγο για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» απέναντι σ’ όσους αρνούνται κάθε ανοχή στο μπλοκ εξουσίας που κυβερνά τούτη την ώρα τη χώρα, ας θεωρηθεί το παρόν κείμενο αντίλογος σ’ αυτό το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Με μια σημείωση: Αντίλογος, αλλά καθόλου στο πνεύμα και τον τύπο ενός «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», που περισσότερο αντιθέσεις υποκοσμιακής κοπής θυμίζουν παρά οργανωμένο πολιτικό διάλογο. Θα είναι, λοιπόν, αντίλογος με θέσεις  και ιδεολογικοπολιτικές αναφορές!

Νομίζω πως η μείζονα πλάνη στην οποία εχουν εγκλωβιστεί πολιτικά (και πολλοί, πλέον, και ηθικά) οι υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, εδράζεται στο μύθευμα περί αποχρώντος λόγου ύπαρξης στις σημερινές συνθήκες μιας παράταξης εκπροσώπου της πολιτικής των «ίσων αποστάσεων». Προφανώς εδώ νοούνται αυτές οι ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση! Κάπως έτσι, σε γενικές γραμμές, ορίζεται σήμερα ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, από τους ίδιους τους οπαδούς του.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι η πολιτική περιοχή εντός της οποίας διατείνεται πως φιλοδοξεί να δράσει (με  υπέρμετρη φιλοδοξία να διαδραματίσει μάλιστα και ρυθμιστικό ρόλο στις εξελίξεις) ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, δεν έχει στα άκρα της δύο κόμματα, αλλά δύο ταξικές συγκροτήσεις, με βαθύτατες αντιθέσεις μεταξύ τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια αντίθεση μεταξύ δύο αντίπαλων μεταξύ τους κομματικών γραφειοκρατικών συστημάτων και της εκατέρωθεν διατεταγμένης νομενκλατούρας γύρω από τα καθένα απ’ αυτά, όπως απεγνωσμένα προσπαθεί τεχνηέντως να εμφανίσει ο ίδιος χώρος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αντίθεση με ισχυρότατες κοινωνικές αναφορές σε αντίπαλα μεταξύ τους ταξικά συστήματα, με πρωτοφανές για εδώ και δεκαετίες βάθος διαφοράς συμφερόντων ανάμεσά τους. Μ’ άλλα λόγια ομιλούμε για μια κοινωνική πόλωση που ανιχνεύεται διά γυμνού οφθαλμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανάγεται σε τεχνητά στοιχεία του σημερινού σκηνικού.

Ποιά είναι η θέση που λαμβάνει το ΚΙΝΑΛ σ’ αυτήν την πασίδηλη ταξική αντιπαράθεση;  Από αυτό την τοποθέτηση αυτή αναδύεται η «αντικιρισιμότητα» καθε κόμματος απέναντι στις κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες το ίδιο δηλώνει πως επιθυμεί να εκπροσωπήσει στο πολιτικό σκηνικό.

Εκτιμώ πως το ΚΙΝΑΛ, αντί για αυτοπροσοδιοριστική ένταξή του στον «κοινωνικό μηχανισμό» της εποχής, τρέφει τη βαθύτατη πλάνη ότι αυτοτοποθετούμενο με όρους «πολιτικής γεωγραφίας» και όχι κοινωνικών αναφορών ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να (ελπίζει πως) διατηρεί λόγο στις εξελίξεις, αποφεύγοντας να λαμβάνει θέση στις ταξικές αντιθέσεις της εποχής και της συγκυρίας.

Φυσικά, πρόκειται για πολιτική επιλογή  που δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη και συν τω χρόνω θα αποδομείται και θα αποδυναμώνεται ολοένα και περισσότερο.

Το πρόβλημα αυτό για το ΚΙΝΑΛ γίνεται ακόμη μεγαλύτερο και προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, συνεκτιμωμένου ότι οι ταξικές αντιθέσεις της συγκυρίας είναι οι βαθύτερες εδώ και πολλά χρόνια τώρα και τείνουν να καταστούν οριακό διακύβευμα για το μέλλον της χώρας, 200 χρόνια μετά την απελευθέρωση. Πολύ περισσότερο επειδή καμιά τάση άμβλυνσης τόσο του περιεχομένου όσο και της έντασης των ταξικών αντιπαλοτήτων έχει διαφανεί εδώ περισσότερα από 10 έτη, αντίθετα η πανδημία δημιουργεί συνθήκες μεγαλύτερου βαθέματος και φόρτισής τους.

Για να γίνει πιο καθαρό το θέμα που θίγω, αν αναζητήσουμε ομοιότητες μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΙΝΑΛ, στο επίπεδο του πολιτικά παρεμβατικού λόγου των δύο κομμάτων  και τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η μεγάλη διαφορά τους προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού: Το ΠΑΣΟΚ, σε πλήρη αντίθεση με το ΚΙΝΑΛ, έλαβε σαφή θέση στο ταμπλό των ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, ενώ το κομματικό σημερινό υπόλειμμά του προσπαθεί συστηματικά να δραπετεύσει απ’αυτήν την υποχρέωσή του στα παρόν σκηνικό. Το ΠΑΣΟΚ αναδιένειμε αποφασιστικά τον παραγόμενο πλούτο της εποχής του αναδιαμορφώνοντας δραστικά τον τότε κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή «έχτισε» τον  χώρο κοινωνικής αναφοράς του και τον ανέδειξε σε κεντρικό παράγοντα του σκηνικού ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, με αποτέλεσμα εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, απόρροια μιας κοινωνίας με αίσθηση λειτουργίας της με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και εγκυρότητας ως προς τις διαδικασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Είναι η απόλυτη αντίστιξη με τη σημερινή παρέμβαση των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ, που αντιδρούν αποφασιστικά σε κάθε κίνηση αναδιανομής του παραγόμενου στις μέρες μας πλούτου (ευδιάκριτου κατά τα λοιπά πολιτικού αιτήματος, για την αποκατάσταση των κοινωνικών ισορροπιών, το οποίο αίτημα, μάλιστα, χαρακτηρίζουν στο ΚΙΝΑΛ περίπου γενικευμένα ως «λαϊκισμό», όποτε το αιτημα αυτό τίθεται). Με πρακτικό αποτέλεσμα να συμβάλλει το ΚΙΝΑΛ με τη στάση του στη διαιώνιση του παρόντος κοινωνικού σχηματισμού, που είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε οριακό σημείο ως προς την παροχή εγγυήσεων θεμελιωδών συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης, ώστε να προκύπτει ή εν πάση περιπτώσει να τεκμαίρεται πολιτική ομαλότητα και κοινωνική ειρήνη. Άρα, το πλαστό αφήγημα ότι το ΚΙΝΑΛ είναι δήθεν δικαιωματικά συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ καταπίπτει εξ αρχής στις κεντρικές πολιτικές προσλαμβάνουσες των σημερινών πολιτών, επειδή προσκρούει στην παντελή αναποτελεσματικότητά του να αντιπροσωπεύσει τις κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να του προσδώσουν λόγο και ρόλο στις εξελίξεις.

Αν, όμως, το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να είναι συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ για τους λόγους που εξήγησα, τί άλλο θα μπορούσε να (λέει ότι) είναι; Εδώ, και υπό τον μανδύα του λεγόμενου πολιτικού «κέντρου» που φαίνεται να ικανοποιεί τη ρητορική της τωρινής ηγεσίας του, το ΚΙΝΑΛ εξ ίσου μηχανίστικα ενδύεται την εναλλακτική ταυτότητά του περίπου ως συνεχιστής της Ένωσης Κέντρου της περιόδου 1960-1974 και για λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας.

Και εδώ, όμως, προκύπτουν ανυπέρβλητα εμπόδια πολιτικής πειστικότητας του ΚΙΝΑΛ έναντι των κοινών που θα επιθυμούσε να αντιπροσωπεύσει. Και τούτο, διότι το ίδιο με τις σημερινές θέσεις του απέχει παρασάγγας από τις πατριωτικές και δημοκρατικές παραδόσεις της Ένωσης Κέντρου και την αποφασιστική αντιδεξιά τοποθέτησή της στον κομματικό χάρτη της εποχής της.

Κυρίως, όμως, το ΚΙΝΑΛ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμο (ή απρόθυμο) να κατανοήσει ότι η χώρα για περίπου δύο δεκαετίες και ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ασκήθηκαν αυτά τα χρόνια διάγει την ακόμη εν εξελίξει σκληρότερη ταξική αντιπαράθεση των τελευταίων δύο γενεών. Μια αντιπαράθεση, μάλιστα, ευθεία συνέπεια  της κατάρρευσης του παραγωγικού, καταναλωτικού, περιβαλλοντικού και  πολιτισμικού και δημοκρατικού μοντέλου, που δέσποσε στη χώρα (και όχι μόνον εδώ) περισσότερο από τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αν ούτ’ αυτό δεν κατανοεί το ΚΙΝΑΛ ως πυρήνα του αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, και εμμένει στην ερμηνεία περί λαϊκισμού και κρατισμού ως των δήθεν αιτίων της σημερινής βαθύτατης κρίσης, τότε πώς να «ανακαλυφθεί» το ΚΙΝΑΛ από τα πολιτικά κοινά αυτής της εποχής και να διεκδικήσει μέρισμα στις τρέχουσες διεργασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης;

Μάλιστα, στο σημείο αυτό παρέχεται και η εξήγηση γιατί το ΚΙΝΑΛ προσλαμβάνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, από αριστερούς έως και δεξιούς, τους τελευταίους ήδη να αντιλαβάνονται το ΚΙΝΑΛ ως εφεδρεία της ΝΔ) ως συντηρητική συνιστώσα του παρόντος πολιτικού σκηνικού. Διότι απόντος του ΚΙΝΑΛ από το πραγματικό «γήπεδο» άσκησης αντιπολίτευσης στις σημερινές συνθήκες και στη βάση του πασιφανούς αιτήματος ευρύτατων στρωμάτων να   ανακοπεί και να ανατραπεί η σημερινή κυβερνητική πολιτική, σχεδόν στο σύνολό της, η διακηρυττόμενη ουδετερότητα του μεταβάλλεται σε αρμό στήριξης των ανατρεπτέων πολιτικών, και μετατρέπεται σε εργαλείο ανοχής απέναντι σε μια προφανώς μη αρεστή διακυβέρνηση.

Υπάρχει και ένα τρίτο ταυτοτικό στοιχείο στο οποίο δηλώνει πως επενδύει το ΚΙΝΑΛ: Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία!

Όμως, και εδώ αναφύονται δύο σοβαρά προβλήματα που περιλέκουν την κατάσταση για το ΚΙΝΑΛ, αντί να την διασαφηνίζουν:

- Το πρώτο είναι ότι  ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διέρχεται εδώ και μια 20ετία περίπου βαθύτατη ιδεολογικοπολιτική κρίση, που απειλεί να τη θέσει σε παγιωμένη σχέση βαθιάς αναξιοπιστίας με τα πολιτικά κοινά, τα οποία ως σήμερα εκπροσώπησε. Έτσι, ως μέρος μιας διευρωπαϊκής παραταξιακής αναφοράς σε αποδρομή ή εν πάση περιπτώσει σε συρρίκνωση, κανένας δεν μπορεί να αισθάνεται και να δηλώνει ικανοποιημένος και έτοιμος να υποστηρίξει αυτό το στοίχημα.

- Το δεύτερο είναι (κι αυτό σε σημαντικό βαθμό εξηγεί και ευρύτερα την παραταξιακή και εκλογική απίσχνανση των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών) ότι το «βαρύ ιδεολογικό πυροβολικό» του χώρου, δηλαδή το ιδεολόγημα ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις να διασφαλίζει την ταξική ουδετερότητα του κράτους, σήμερα καταρρέει ηχηρά.

Κυρίως, όμως και πάνω απ’ όλα εκείνο που αδυνατεί να αντιληφθεί το ΚΙΝΑΛ είναι ότι η επί περισσότερο από μία δεκαετία εντεινόμενη ταξική αντιπαράθεση ήδη έχει δημιουργήσει μια νέα γενιά εκλογέων, που δεν έχουν άλλες πολιτικές προσλαμβάνουσες παρά μόνο εκείνες του εγκάρσιου διαχωρισμού των πολιτών σε «προνομιούχους» και «μη προνομιούχους» -για να περιγράψω τις σημερινές κοινωνικές αντιθέσεις με την ακόμη ισχυρότατη και πολύ επίκαιρη λεκτική του ΠΑΣΟΚ. Και κάπως έτσι το ΚΙΝΑΛ  χάνει κάθε επαφή με τη δυνατότητα πρόσληψης των ίδιων των θεάσεων που διατηρούν ευρύτατα και ανερχόμενα ως προς το ειδικό πολιτικό βάρος τους στρώματα, και καθίσται γηραιός πολιτικός μηχανισμός με πρόταγμά του την επιδίωξη αναπαραγωγής του συστήματος που σήμερα κλονίζεται συθέμελα. Δηλαδή αισθάνεται έντονη δυσανεξία απέναντι σε καθε «αλλαγή». Μ’ άλλα λόγια, απέναντι σε ο,τιδήποτε όρισε καταλυτικά, ως ο πυρήνας της πολιτικής του ταυτότητας, το ΠΑΣΟΚ!

Και κάπως έτσι, επίσης και εν κατακλείδι, τεκμαίρεται και η αποδεικτική εγκυρότητα της εκτίμησης ότι το ΚΙΝΑΛ είναι ένα κόμμα της πολιτικής συντήρησης, ως φύσει και θέσει  αντιπαρατειθέμενος πολιτικός παράγων σε κάθε είδους αλλαγή.

Κάτι τελευταίο, αλλά όχι έσχατο! Η ψευδαίσθηση ότι το ΚΙΝΑΛ θα συντηρήσει πειστικότητα και θα συντηρηθεί και το ίδιο ως δήθεν απαραίτητο στο σημερινό κομματικό σκηνικό, με τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης των κομμάτων (και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ) που διεκδικούν  να εκπροσωπήσουν τις σημερινές κοινωνικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι ακόμη κι αν τα κόμματα αυτά αποτύχουν στην προσπάθειά τους, η «κοινωνική μηχανική» του βάθους των σημερινών ταξικών αντιθέσεων, είτε θα διοχετευθεί  σε άλλα κόμματα που θα αντικαταστήσουν όσα αποτύχουν στην προσπάθεια αυτή, είτε θα απορρεύσει σε ακροδεξιές κατευθύνσεις, με τις ευρύτερες αρνητικότατες συνέπειες της υπόθεσης. Κι αυτό το τελευταίο θα ήταν ό,τι πιο θλιβερό για το ΚΙΝΑΛ, που αναμασώντας το μύθευμα  ότι δήθεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τη σημερινή νεομητσοτακική δεξιά στην εξουσία, θα κληθεί στη συνέχεια υπό την ίδια χαοτική λογική του βλακώδους επιχειρήματος  να δώσει εξηγήσεις για τη συμβολή του στην ενίσχυση της ελληνικής ακροδεξιάς.

More in Αρθρογραφία
Comments
Το τέλος των ανάξιων επιγόνων (Η πολιτική φαντασίωση του «κέντρου» σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης)

Το τέλος των ανάξιων επιγόνων (Η πολιτική φαντασίωση του «κέντρου» σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης)

Με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια τη μετάλλαξη των γραφειοκρατικών υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ υπό την αμφίεση του ΚΙΝΑΛ, από παράταξη της κοινωνικής προόδου σε μηχανισμό της πολιτικής συντήρησης. Το ενδιαφέρον μου έλκει την καταγωγή του από δύο στοιχεία:

- Το πρώτο αναφέρεται στη συστηματική κακοποίηση των πολιτικών παραδόσεων του πραγματικού  ΠΑΣΟΚ από τους σημερινούς κληρονόμους των τίτλων «ιδιοκτησίας» του. Μια πτυχή ιδιαίτερα ενοχλητική και προκλητική για πολλούς -ανάμεσά τους κι εγώ- που διατηρούμε αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα μνήμης για τη διαχείριση αυτών των παραδόσεων. Δικαιώματα, τα οποία θα ασκήσουμε πλήρως και χωρίς καμιά έκπτωση, αντιπαρατειθέμενοι για λόγους αρχής στους διαστρεβλωτές τους.

- Το δεύτερο αφορά στην προσπάθεια να κατανοηθούν οι λόγοι που κρατούν εγκλωβισμένους στον ίδιο συντηρητικό πολιτικό μηχανισμό μερικούς πολίτες, που γνωρίζω καλά ότι σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνούν με τις απόψεις και την πολιτική του ΚΙΝΑΛ, αλλά παρ’ όλ’ αυτά το υπερψηφίζουν, προσφέροντας στον ιδεολογικοπολιτικό στρατηγικό αντίπαλό τους (μας), δηλαδή τη δεξιά, χρήσιμη και κρίσιμη στήριξη ανοχής ή και συμπόρευσης μαζί της. Προοδευτικοί πολίτες, που συγκαταλέγονται σε άλλον πολιτικό χώρο και σε άλλες αρχές, από αυτά τα οποία ορίζουν σήμερα το μικρό κόμμα  που ανέχονται, στο πλαίσιο μιας μεταφυσικής ελπίδας ότι δικαιούνται περισσότερα απ’ όσα τους δίνουν οι πολίτες με τη ψήφο τους και κάποια στιγμή θα τα αποκτήσουν.

Ωστόσο, πέραν των προσωπικών κινήτρων ενασχόλησης με το ΚΙΝΑΛ, αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει την εξέλιξη των πραγμάτων στον δημόσιο βίο μας, είναι η διεργασία μέσω της οποίας πολίτες, προοδευτικοί όπως είπα, συμβάλλουν στην ανοχή απέναντι σε μια κυβέρνηση, της οποίας οι ημέρες, τα έργα και οι παραλείψεις προφανέστατα αντίκεινται στις διακηρυγμένες ανοιχτά απόψεις τους. Και μάλιστα, με σοβαρότατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες στο σύνολό σχεδόν των ζητημάτων της δημόσιας ζωής.

Και επειδή προ ημερών κάποιος φίλος, σήμερα υποστηρικτής του ΚΙΝΑΛ, έκανε λόγο για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» απέναντι σ’ όσους αρνούνται κάθε ανοχή στο μπλοκ εξουσίας που κυβερνά τούτη την ώρα τη χώρα, ας θεωρηθεί το παρόν κείμενο αντίλογος σ’ αυτό το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Με μια σημείωση: Αντίλογος, αλλά καθόλου στο πνεύμα και τον τύπο ενός «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», που περισσότερο αντιθέσεις υποκοσμιακής κοπής θυμίζουν παρά οργανωμένο πολιτικό διάλογο. Θα είναι, λοιπόν, αντίλογος με θέσεις  και ιδεολογικοπολιτικές αναφορές!

Νομίζω πως η μείζονα πλάνη στην οποία εχουν εγκλωβιστεί πολιτικά (και πολλοί, πλέον, και ηθικά) οι υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, εδράζεται στο μύθευμα περί αποχρώντος λόγου ύπαρξης στις σημερινές συνθήκες μιας παράταξης εκπροσώπου της πολιτικής των «ίσων αποστάσεων». Προφανώς εδώ νοούνται αυτές οι ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση! Κάπως έτσι, σε γενικές γραμμές, ορίζεται σήμερα ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, από τους ίδιους τους οπαδούς του.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι η πολιτική περιοχή εντός της οποίας διατείνεται πως φιλοδοξεί να δράσει (με  υπέρμετρη φιλοδοξία να διαδραματίσει μάλιστα και ρυθμιστικό ρόλο στις εξελίξεις) ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, δεν έχει στα άκρα της δύο κόμματα, αλλά δύο ταξικές συγκροτήσεις, με βαθύτατες αντιθέσεις μεταξύ τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια αντίθεση μεταξύ δύο αντίπαλων μεταξύ τους κομματικών γραφειοκρατικών συστημάτων και της εκατέρωθεν διατεταγμένης νομενκλατούρας γύρω από τα καθένα απ’ αυτά, όπως απεγνωσμένα προσπαθεί τεχνηέντως να εμφανίσει ο ίδιος χώρος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αντίθεση με ισχυρότατες κοινωνικές αναφορές σε αντίπαλα μεταξύ τους ταξικά συστήματα, με πρωτοφανές για εδώ και δεκαετίες βάθος διαφοράς συμφερόντων ανάμεσά τους. Μ’ άλλα λόγια ομιλούμε για μια κοινωνική πόλωση που ανιχνεύεται διά γυμνού οφθαλμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανάγεται σε τεχνητά στοιχεία του σημερινού σκηνικού.

Ποιά είναι η θέση που λαμβάνει το ΚΙΝΑΛ σ’ αυτήν την πασίδηλη ταξική αντιπαράθεση;  Από αυτό την τοποθέτηση αυτή αναδύεται η «αντικιρισιμότητα» καθε κόμματος απέναντι στις κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες το ίδιο δηλώνει πως επιθυμεί να εκπροσωπήσει στο πολιτικό σκηνικό.

Εκτιμώ πως το ΚΙΝΑΛ, αντί για αυτοπροσοδιοριστική ένταξή του στον «κοινωνικό μηχανισμό» της εποχής, τρέφει τη βαθύτατη πλάνη ότι αυτοτοποθετούμενο με όρους «πολιτικής γεωγραφίας» και όχι κοινωνικών αναφορών ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να (ελπίζει πως) διατηρεί λόγο στις εξελίξεις, αποφεύγοντας να λαμβάνει θέση στις ταξικές αντιθέσεις της εποχής και της συγκυρίας.

Φυσικά, πρόκειται για πολιτική επιλογή  που δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη και συν τω χρόνω θα αποδομείται και θα αποδυναμώνεται ολοένα και περισσότερο.

Το πρόβλημα αυτό για το ΚΙΝΑΛ γίνεται ακόμη μεγαλύτερο και προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, συνεκτιμωμένου ότι οι ταξικές αντιθέσεις της συγκυρίας είναι οι βαθύτερες εδώ και πολλά χρόνια τώρα και τείνουν να καταστούν οριακό διακύβευμα για το μέλλον της χώρας, 200 χρόνια μετά την απελευθέρωση. Πολύ περισσότερο επειδή καμιά τάση άμβλυνσης τόσο του περιεχομένου όσο και της έντασης των ταξικών αντιπαλοτήτων έχει διαφανεί εδώ περισσότερα από 10 έτη, αντίθετα η πανδημία δημιουργεί συνθήκες μεγαλύτερου βαθέματος και φόρτισής τους.

Για να γίνει πιο καθαρό το θέμα που θίγω, αν αναζητήσουμε ομοιότητες μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΙΝΑΛ, στο επίπεδο του πολιτικά παρεμβατικού λόγου των δύο κομμάτων  και τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η μεγάλη διαφορά τους προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού: Το ΠΑΣΟΚ, σε πλήρη αντίθεση με το ΚΙΝΑΛ, έλαβε σαφή θέση στο ταμπλό των ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, ενώ το κομματικό σημερινό υπόλειμμά του προσπαθεί συστηματικά να δραπετεύσει απ’αυτήν την υποχρέωσή του στα παρόν σκηνικό. Το ΠΑΣΟΚ αναδιένειμε αποφασιστικά τον παραγόμενο πλούτο της εποχής του αναδιαμορφώνοντας δραστικά τον τότε κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή «έχτισε» τον  χώρο κοινωνικής αναφοράς του και τον ανέδειξε σε κεντρικό παράγοντα του σκηνικού ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, με αποτέλεσμα εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, απόρροια μιας κοινωνίας με αίσθηση λειτουργίας της με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και εγκυρότητας ως προς τις διαδικασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Είναι η απόλυτη αντίστιξη με τη σημερινή παρέμβαση των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ, που αντιδρούν αποφασιστικά σε κάθε κίνηση αναδιανομής του παραγόμενου στις μέρες μας πλούτου (ευδιάκριτου κατά τα λοιπά πολιτικού αιτήματος, για την αποκατάσταση των κοινωνικών ισορροπιών, το οποίο αίτημα, μάλιστα, χαρακτηρίζουν στο ΚΙΝΑΛ περίπου γενικευμένα ως «λαϊκισμό», όποτε το αιτημα αυτό τίθεται). Με πρακτικό αποτέλεσμα να συμβάλλει το ΚΙΝΑΛ με τη στάση του στη διαιώνιση του παρόντος κοινωνικού σχηματισμού, που είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε οριακό σημείο ως προς την παροχή εγγυήσεων θεμελιωδών συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης, ώστε να προκύπτει ή εν πάση περιπτώσει να τεκμαίρεται πολιτική ομαλότητα και κοινωνική ειρήνη. Άρα, το πλαστό αφήγημα ότι το ΚΙΝΑΛ είναι δήθεν δικαιωματικά συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ καταπίπτει εξ αρχής στις κεντρικές πολιτικές προσλαμβάνουσες των σημερινών πολιτών, επειδή προσκρούει στην παντελή αναποτελεσματικότητά του να αντιπροσωπεύσει τις κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να του προσδώσουν λόγο και ρόλο στις εξελίξεις.

Αν, όμως, το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να είναι συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ για τους λόγους που εξήγησα, τί άλλο θα μπορούσε να (λέει ότι) είναι; Εδώ, και υπό τον μανδύα του λεγόμενου πολιτικού «κέντρου» που φαίνεται να ικανοποιεί τη ρητορική της τωρινής ηγεσίας του, το ΚΙΝΑΛ εξ ίσου μηχανίστικα ενδύεται την εναλλακτική ταυτότητά του περίπου ως συνεχιστής της Ένωσης Κέντρου της περιόδου 1960-1974 και για λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας.

Και εδώ, όμως, προκύπτουν ανυπέρβλητα εμπόδια πολιτικής πειστικότητας του ΚΙΝΑΛ έναντι των κοινών που θα επιθυμούσε να αντιπροσωπεύσει. Και τούτο, διότι το ίδιο με τις σημερινές θέσεις του απέχει παρασάγγας από τις πατριωτικές και δημοκρατικές παραδόσεις της Ένωσης Κέντρου και την αποφασιστική αντιδεξιά τοποθέτησή της στον κομματικό χάρτη της εποχής της.

Κυρίως, όμως, το ΚΙΝΑΛ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμο (ή απρόθυμο) να κατανοήσει ότι η χώρα για περίπου δύο δεκαετίες και ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ασκήθηκαν αυτά τα χρόνια διάγει την ακόμη εν εξελίξει σκληρότερη ταξική αντιπαράθεση των τελευταίων δύο γενεών. Μια αντιπαράθεση, μάλιστα, ευθεία συνέπεια  της κατάρρευσης του παραγωγικού, καταναλωτικού, περιβαλλοντικού και  πολιτισμικού και δημοκρατικού μοντέλου, που δέσποσε στη χώρα (και όχι μόνον εδώ) περισσότερο από τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αν ούτ’ αυτό δεν κατανοεί το ΚΙΝΑΛ ως πυρήνα του αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, και εμμένει στην ερμηνεία περί λαϊκισμού και κρατισμού ως των δήθεν αιτίων της σημερινής βαθύτατης κρίσης, τότε πώς να «ανακαλυφθεί» το ΚΙΝΑΛ από τα πολιτικά κοινά αυτής της εποχής και να διεκδικήσει μέρισμα στις τρέχουσες διεργασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης;

Μάλιστα, στο σημείο αυτό παρέχεται και η εξήγηση γιατί το ΚΙΝΑΛ προσλαμβάνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, από αριστερούς έως και δεξιούς, τους τελευταίους ήδη να αντιλαβάνονται το ΚΙΝΑΛ ως εφεδρεία της ΝΔ) ως συντηρητική συνιστώσα του παρόντος πολιτικού σκηνικού. Διότι απόντος του ΚΙΝΑΛ από το πραγματικό «γήπεδο» άσκησης αντιπολίτευσης στις σημερινές συνθήκες και στη βάση του πασιφανούς αιτήματος ευρύτατων στρωμάτων να   ανακοπεί και να ανατραπεί η σημερινή κυβερνητική πολιτική, σχεδόν στο σύνολό της, η διακηρυττόμενη ουδετερότητα του μεταβάλλεται σε αρμό στήριξης των ανατρεπτέων πολιτικών, και μετατρέπεται σε εργαλείο ανοχής απέναντι σε μια προφανώς μη αρεστή διακυβέρνηση.

Υπάρχει και ένα τρίτο ταυτοτικό στοιχείο στο οποίο δηλώνει πως επενδύει το ΚΙΝΑΛ: Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία!

Όμως, και εδώ αναφύονται δύο σοβαρά προβλήματα που περιλέκουν την κατάσταση για το ΚΙΝΑΛ, αντί να την διασαφηνίζουν:

- Το πρώτο είναι ότι  ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διέρχεται εδώ και μια 20ετία περίπου βαθύτατη ιδεολογικοπολιτική κρίση, που απειλεί να τη θέσει σε παγιωμένη σχέση βαθιάς αναξιοπιστίας με τα πολιτικά κοινά, τα οποία ως σήμερα εκπροσώπησε. Έτσι, ως μέρος μιας διευρωπαϊκής παραταξιακής αναφοράς σε αποδρομή ή εν πάση περιπτώσει σε συρρίκνωση, κανένας δεν μπορεί να αισθάνεται και να δηλώνει ικανοποιημένος και έτοιμος να υποστηρίξει αυτό το στοίχημα.

- Το δεύτερο είναι (κι αυτό σε σημαντικό βαθμό εξηγεί και ευρύτερα την παραταξιακή και εκλογική απίσχνανση των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών) ότι το «βαρύ ιδεολογικό πυροβολικό» του χώρου, δηλαδή το ιδεολόγημα ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις να διασφαλίζει την ταξική ουδετερότητα του κράτους, σήμερα καταρρέει ηχηρά.

Κυρίως, όμως και πάνω απ’ όλα εκείνο που αδυνατεί να αντιληφθεί το ΚΙΝΑΛ είναι ότι η επί περισσότερο από μία δεκαετία εντεινόμενη ταξική αντιπαράθεση ήδη έχει δημιουργήσει μια νέα γενιά εκλογέων, που δεν έχουν άλλες πολιτικές προσλαμβάνουσες παρά μόνο εκείνες του εγκάρσιου διαχωρισμού των πολιτών σε «προνομιούχους» και «μη προνομιούχους» -για να περιγράψω τις σημερινές κοινωνικές αντιθέσεις με την ακόμη ισχυρότατη και πολύ επίκαιρη λεκτική του ΠΑΣΟΚ. Και κάπως έτσι το ΚΙΝΑΛ  χάνει κάθε επαφή με τη δυνατότητα πρόσληψης των ίδιων των θεάσεων που διατηρούν ευρύτατα και ανερχόμενα ως προς το ειδικό πολιτικό βάρος τους στρώματα, και καθίσται γηραιός πολιτικός μηχανισμός με πρόταγμά του την επιδίωξη αναπαραγωγής του συστήματος που σήμερα κλονίζεται συθέμελα. Δηλαδή αισθάνεται έντονη δυσανεξία απέναντι σε καθε «αλλαγή». Μ’ άλλα λόγια, απέναντι σε ο,τιδήποτε όρισε καταλυτικά, ως ο πυρήνας της πολιτικής του ταυτότητας, το ΠΑΣΟΚ!

Και κάπως έτσι, επίσης και εν κατακλείδι, τεκμαίρεται και η αποδεικτική εγκυρότητα της εκτίμησης ότι το ΚΙΝΑΛ είναι ένα κόμμα της πολιτικής συντήρησης, ως φύσει και θέσει  αντιπαρατειθέμενος πολιτικός παράγων σε κάθε είδους αλλαγή.

Κάτι τελευταίο, αλλά όχι έσχατο! Η ψευδαίσθηση ότι το ΚΙΝΑΛ θα συντηρήσει πειστικότητα και θα συντηρηθεί και το ίδιο ως δήθεν απαραίτητο στο σημερινό κομματικό σκηνικό, με τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης των κομμάτων (και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ) που διεκδικούν  να εκπροσωπήσουν τις σημερινές κοινωνικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι ακόμη κι αν τα κόμματα αυτά αποτύχουν στην προσπάθειά τους, η «κοινωνική μηχανική» του βάθους των σημερινών ταξικών αντιθέσεων, είτε θα διοχετευθεί  σε άλλα κόμματα που θα αντικαταστήσουν όσα αποτύχουν στην προσπάθεια αυτή, είτε θα απορρεύσει σε ακροδεξιές κατευθύνσεις, με τις ευρύτερες αρνητικότατες συνέπειες της υπόθεσης. Κι αυτό το τελευταίο θα ήταν ό,τι πιο θλιβερό για το ΚΙΝΑΛ, που αναμασώντας το μύθευμα  ότι δήθεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τη σημερινή νεομητσοτακική δεξιά στην εξουσία, θα κληθεί στη συνέχεια υπό την ίδια χαοτική λογική του βλακώδους επιχειρήματος  να δώσει εξηγήσεις για τη συμβολή του στην ενίσχυση της ελληνικής ακροδεξιάς.

More in Αρθρογραφία
Comments