Το ταξικό ζήτημα στην εποχή μας

Το ταξικό ζήτημα στην εποχή μας

(Συμβολή στον διάλογο για το κομματικό φαινόμενο στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

(Ανάλυση με αφορμή την παρέμβαση Αντ. Λιάκου-Μυρσίνης Ζορμπά στην Εφημερίδα των Συντακτών (https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/297122_poio-soma-tairiazei-stin-aristera)

Ο Λιάκος και η Ζορμπά, στην ανάλυσή τους, που εξ ορισμού προσλαμβάνει (και όχι μόνο λόγω της συγκυρίας) εμβληματικό βάρος για τις πολιτικές εξελίξεις και τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, εντοπίζουν την περίπλοκη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επικεντρώνοντας σε 2 σημεία: α. Τον ρόλο του κόμματος  ως εργαλείο πολιτικής και β. Τον ρόλο της «αριστεράς» ως κινήματος πολιτικής αλλαγής.

Και στα δύο σημεία η κριτική των Λιάκου-Ζορμπά είναι ουσιαστική, τεκμηριωμένη και προφανώς αρυόμενη από την εμπεδωμένη σε ευρέα πολιτικά κοινά και κοινωνικές δυνάμεις αίσθηση του «αναγκαίου» σχετικά με τις ανατροπές που απαιτούνται στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα για να ακολουθήσουν εξελίξεις πρακτικού και παραγωγικού οφέλους για τη χώρα και τους πολίτες, καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα. Άλλωστε, αυτή η «αναγκαιότητα» σκιαγραφείται εμπεριστατωμένα σ’ όλο το κείμενο των δύο συγγραφέων, είτε υπόρρητα ως «σκοπός πολιτικής» στο πλαίσιο της ταυτοτικής αριστεράς, είτε ρητά και κατηγορηματικά σε αντιδιαστολή με την πολιτική που παράγει η σημερινή δεξιά διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Εξ ίσου καίριες είναι οι διαπιστώσεις του ίδιου κειμένου σχετικά με το φαινόμενο μιας («σκηνικής» περισσότερο, παρά ουσιαστικής, ως προς τον βαθμό παρέμβασής της ως μέρος της εξουσίας μιας δομημένης πολιτκής ελίτ) νομενκλατούρας του κόμματικού ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Οι διαπιστώσεις αυτές -κι αυτό πρέπει να σημειωθεί εδώ- αποτελούν αντανάκλαση μιας εικόνας, που είναι πολύ περισσότερο αισθητή στον μέσο πολίτη ανεξαρτήτως παραταξιακής προτίμησης, απ’ όσο νομίζουν ότι είναι οι συριζαίοι κομματικοί γραφειοκράτες. Είναι, δηλαδή, ευκρινής πια η παραγόμενη εντύπωση στους πολίτες ότι η κομματική ηγεσία στο μεγαλύτερο μέρος της επιτελεί το έργο της πολύ περισσότερο στο πλαίσιο μιας «εσωκομματικής δικτατορίας των τομεαρχών», παρά ως ως ευθύνη και μέσο «παραγωγής πολιτικής». Λειτουργεί, δηλαδή, ως ένας μηχανισμός αναπαραγωγής πολιτικών στερεοτύπων που ευθύνονται πλήρως για την ήττα του 2019 και με πρόδηλο παράλληλο στόχο τη διαιώνιση της ίδιας γραφειοκρατίας, ως πρόσωπα και ως αντίληψη πολιτικής, εκχυδαΐζοντας εκ των πραγμάτων το αίτημα πολιτικής αλλαγής που τέμνει την ουσιαστική αιτιώδη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με τα πολιτικά κοινά που ο ίδιος διατείνεται πως αντιπροσωπεύει, για να είναι αναγκαίος στο κομματικό σύστημα της εποχής μας.

Φυσικά, ο Λιάκος και η Ζορμπά δεν χαρίζουν δικαιολογίες στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την αποτυχία του εγχειρήματος «μαζικοποίησης», που ανελήφθη με πανηγυρικό τόνο στο πλαίσιο της ευρύτερης απόπειρας διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά ανεκόπη και ανεστάλη  λόγω της πανδημίας. Οι συγγραφείς δεν είναι αυστηροί με την αξιωματική αντιπολίτευση κατά τούτο επειδή δεν καταγράφουν την ιδιοτυπία των πολιτικών συνθηκών σε περίοδο πολιτικής καραντίνας υγεινομικών κινήτρων, αλλά επειδή επικεντρώνουν στο βασικό διακύβευμα της διευρυντικής διαδικασίας, που δεν είναι η πύκνωση του κομματικού στρατεύματος, αλλά ο εμπλουτισμός του ριζοσπαστικού κινηματικού στοιχείου της όλης υπόθεσης. Με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα αντί για την ενεργοποίηση μαζών σε προϊούσα προοδευτική ριζοσπαστικοποίηση το διευρυντικό εγχείρημα να περιορίζεται σε ασήμαντες μεταγραφές και σε μια «αριθμητική περί μελών».

Μ’ άλλα λόγια εδώ δεν διατυπώνεται μομφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ γιατί δεν ευοδώθηκε η κομματική μαζικοποίηση (που, άλλωστε, είναι φανερό ότι για τον Λιάκο και τη Ζορμπά δεν θεωρείται ουσιώδες σημείο των προβληματισμών που θέτουν με την ανάλυσή τους, εμμένοντας στην ουσιώδη κατ’ αυτούς διεύρυνση σε επίπεδο κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών), αλλά ασκείται σκληρή κριτική για τη δεύτερη διεύρυνση των κινημάτων -αντί των μεταγραφών και της πύκνωσης των οργανώσεων του κόμματος- μια διεύρυνση, δηλαδή, που δεν ξεκίνησε ποτέ!

Όμως, οι συγγραφείς για την τεκμηρίωση των διαπιστώσεών τους νομίζω πως κάνουν δύο σοβαρά σφάλματα:

1. Το πρώτο αναφέρεται στην αλλοίωση πρόσληψης του ταξικού φαινομένου, που ορθά οι συγγραφείς περιγράφουν (πάντα σε συνάρτηση με την «παραδοσιακή αριστερά» και συγκεκριμένα με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) ως στρατηγική επιλογή της «κινηματικής αριστεράς» (και σε αντίστιξη με την προηγούμενη), με συνέπεια την εκδήλωση του κομματικού φαινομένου στον αριστερό χώρο ως υποκατάστατου του ταξικού στο κοινωνικό πεδίο κατά τον 20ο αιώνα.

Ο Λιάκος και η Ζορμπά προχωρούν έτσι για να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους, σε μια αναθεώρηση της σημασίας του παράγοντα ταξικής διαστρωμάτωσης των κοινωνιών, παγίου αιτιολογικού στοιχείου των παραγόμενων κοινωνικών αντιθέσεων και άρα κρίσιμης επεξηγηματικής σημασίας παράγοντα για την ερμηνεία ριζοσπαστικοποίησης σε κάθε εποχή των κοινωνικών κινημάτων, υποκαθιστώντας την με απροσδιόριστες ούτω αναφέρομενες «ομάδες πολιτών» και εξ ίσου κοινωνικά ασαφή αναφερόμενα ως «νέα κοινωνικά κινήματα» ή «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών». Αναφορές που είναι σαφές ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν έστω μερικώς την αφετηριακή υιοθέτηση του μοντέλου καταγραφής του ταξικού διαχωρισμού στο εσωτερικό των κοινωνιών, ως προϋπόθεσης κατανόησης των κοινωνικών αντιθέσεων και άρα ως απαράβατου όρου για την κατάρτιση πολιτικής στρατηγικής ανατροπών από μεριάς της σύγχρονης αριστεράς.

2. Το δεύτερο σφάλμα αναφέρεται στην παρουσίαση της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη ως εκδήλωσης μιας επεξεργασμένης πολιτικής στρατηγικής του δεξιού ριζοσπαστισμού και μιας σχεδιασμένης επιλογής ανασυγκρότησης της πολιτικής εξουσίας με σαφείς κοινωνικές στοχεύσεις. Αυτή η πολιτική εξουσία, σημειώνουν ο Λιάκος και η Ζορμπα, ήλθε ως επιθετική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας, των διαστρωματώσεών της, της κινητικότητας, της ταυτότητας των νέων, των συμπεριφορών και των στάσεων.

Ως αποτέλεσμα, ενώ οι συγγραφείς ορθά επισημαίνουν ότι «...η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μια κυβέρνηση που παραπαίει...», και ότι «...ο ελληνικός αστισμός ανασυγκροτείται και αυτό εκφράζει αυτή η κυβέρνηση με ένα μεγάλο άνοιγμα...», από την άλλη οι ίδιοι προτρέπουν να μην αντιλαμβανόμαστε τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητστάκη ως άθροισμα πολιτικών τάσεων, δηλαδή από τους μακεδονομάχους ώς τους εκσυγχρονιστές, αλλά να την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως μπλοκ εξουσίας με κοινωνικά ερείσματα, πολιτική διαχείριση, με μέσα επικοινωνίας και κυρίως με στρατηγική.

Φυσικά εδώ περνάμε στο πεδίο των εκτιμήσεων, όπου η χρήση του όρου «σφάλμα» για μια διαφωνία μου, θα μπορούσε να ήταν άκρατος δογματισμός. Όμως, η αντίφαση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τμήμα μιας πολιτικής «στρατηγικής» και στην προτροπή να την αξιολογούμε ως «μπλοκ εξουσίας», είναι υπαρκτή. Απλά διότι η πολιτική «στρατηγική», ιδίως εδώ, οπου ο Λιάκος και η Ζορμπά την εντοπίζουν ως επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο της άρχουσας ταξης στην Ελλάδα,  δεν μπορεί ταυτόχρονα να εμπεριέχει ως μέρος της το μέσο σύμπηξης ενός «μπλοκ εξουσίας», δηλαδή μιας κατά βάση τυχοδιωκτικής σύμπραξης συμφερόντων.

Εκτός αν...

...Εκτός αν με τον όρο πολιτική «στρατηγική» οι συγγραφείς εδώ εννοούν την εγχώρια αστική τάξη, ως εγγενώς φέρουσα το χαρακτηριστικό μιας τυχοδιωκτικής σχέσης με τη νομή της εξουσίας, πράγμα το οποίο -εφ’ όσον ισχύει- καθιστά αχρείαστη οποιαδήποτε επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική. Ιδιως από μεριάς της άρχουσας τάξης!

Κατά τη δική μου εντύπωση, η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη στο επίπεδο πολιτικής στρατηγικής της σκιαγραφείται πλήρως και πειστικά ως ένα από τα καθεστώτα του σε φάση αποδρομής πια τραμπικού μοντέλου στον δυτικό κόσμο, ο οποίος πράγματι αγωνιά να διαμορφώσει μια πολιτική στρατηγική για την άρχουσα τάξη του κλονιζόμενου παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η καταγραφή τέτοιου πολιτικού χαρακτήρα για τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, στον αντίποδα της κατανόησής της ως μέρος μιας πολιτικής στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα του σήμερα, θαρρώ πως είναι σημαντική, γιατί η πρώτη από τη δεύτερη  εκδοχή διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, ως προς την (απολύτως αναγκαία κατά τα άλλα και σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση) διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής από μεριάς της αριστεράς.

- Στην πρώτη περίπτωση, της προσέγγισης Λιάκου-Ζορμπά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οφείλει να έχει καταρτίσει εξ αρχής μια πλήρη εναλλακτική πολιτική στρατηγική της αριστεράς, για να διεκδικήσει την πολιτική αλλαγή σε ορίζοντα δεκαετίας.

- Στη δεύτερη περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, και ανεξαρτήτως του βαθμού ωρίμανσης του εναλλακτικού στρατηγικού σχεδίου του, οφείλει να επιχειρήσει την άμεση εκδίωξη και με κάθε μέσο του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και το οφείλει αυτό στους πολίτες ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, έστω και χωρίς πλήρες μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο πολιτικής, διότι μια τυχοδιωκτική διακυβέρνηση έχει μεγάλο κόστος για τη χώρα αλλά και για τους πολίτες, για να δικαιούται η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση την πολυτέλεια της αντιπαράθεσης με τη δεξιά με όρους αντιπαράθεσης «σχεδίων για τη χώρα» -ιδίως αν ο στρατηγικός πολιτικός αντίπαλος αποστερείται τέτοιου σχεδίου. Άλλωστε, σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, η αξιωματική αντιπολίτευση δέον να συμπεριλάβει την εκδίωξη του μπλοκ εξουσίας (που σήμερα πορεύεται με πρωτοφανείς εσωτερικές διενέξεις και πρόδηλες εσωτερικές αντιφάσεις «σκοπών πολιτικής», π.χ. η διχογνωμία στην κυβέρνηση και το κυβερνητικό κόμμα για την ατζέντα στον ελληνοτουρκικό διάλογο), ως μέρος του γενικότερου σχεδίου πολιτικής αλλαγής που κομίζει, ακριβώς επειδή έτσι δίνεται ευκαιρία και διευκολύνονται οι «ομάδες πολιτών», τα «νέα κοινωνικά κινήματα» και οι «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών» (που ζητούν ο Λιάκος και η Ζορμπά), να μπούν στη συζήτηση της πολιτικής αλλαγής, ως ισότιμοι διαμορφωτές με τη σημερινή συριζαϊκή νομενκλατούρα.

Ωστόσο, από τα όσα αναφέρουν ο Λιάκος και η Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε το πιο γόνιμο και περισσότερο παραγωγικό πολιτικά μέρος της παρέμβασής τους: Τη διαπίστωση της ανάγκης να αλλάξει πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ως κόμμα και ως προς τον τρόπο που ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του ως πολιτικός οργανισμός!

Μια αλλαγή την οποία έχει επαγγελθεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα πολιτικά κοινά που διατείνεται ότι αντιπροσωπεύει και την οποία ισχυρίζεται ότι ξεκίνησε με το διευρυντικό εγχείρημα, ...αλλά σήμερα τεκμαίιρεται πολλαπώς ότι έχει αποτύχει παταγωδώς ως προς την πραγμάτωσή της. Τόσο, ώστε να εγείρονται βάσιμες αμφιβολίες για το εάν αυτό το διευρυντικό εγχείρημα ξεκίνησε ποτέ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως ειλικρινής επιδίωξη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ -χωρίς το ΠΣ.

Και μάλιστα, από την προσέγγιση Λιάκου-Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε και την επάλληλη διαπίστωσή τους, ότι ακριβώς το να αλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τον εαυτό του, είναι προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πολιτική αλλαγή!

Προλαβαίνει να το κάνει αυτό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να δώσει με αξιώσεις την πολιτική μάχη με επίδικο ζήτημα και κεντρικό διακύβευμά της την πολιτική αλλαγή ή -αν ηττηθεί- την επιστροφή στο παρελθόν (επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση» επαγγέλλεται ήδη το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη); Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Μερικές δικές μου σκέψεις σε επόμενη ανάλυση...

More in ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία
Comments
Το ταξικό ζήτημα στην εποχή μας

Το ταξικό ζήτημα στην εποχή μας

(Συμβολή στον διάλογο για το κομματικό φαινόμενο στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

(Ανάλυση με αφορμή την παρέμβαση Αντ. Λιάκου-Μυρσίνης Ζορμπά στην Εφημερίδα των Συντακτών (https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/297122_poio-soma-tairiazei-stin-aristera)

Ο Λιάκος και η Ζορμπά, στην ανάλυσή τους, που εξ ορισμού προσλαμβάνει (και όχι μόνο λόγω της συγκυρίας) εμβληματικό βάρος για τις πολιτικές εξελίξεις και τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, εντοπίζουν την περίπλοκη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επικεντρώνοντας σε 2 σημεία: α. Τον ρόλο του κόμματος  ως εργαλείο πολιτικής και β. Τον ρόλο της «αριστεράς» ως κινήματος πολιτικής αλλαγής.

Και στα δύο σημεία η κριτική των Λιάκου-Ζορμπά είναι ουσιαστική, τεκμηριωμένη και προφανώς αρυόμενη από την εμπεδωμένη σε ευρέα πολιτικά κοινά και κοινωνικές δυνάμεις αίσθηση του «αναγκαίου» σχετικά με τις ανατροπές που απαιτούνται στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα για να ακολουθήσουν εξελίξεις πρακτικού και παραγωγικού οφέλους για τη χώρα και τους πολίτες, καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα. Άλλωστε, αυτή η «αναγκαιότητα» σκιαγραφείται εμπεριστατωμένα σ’ όλο το κείμενο των δύο συγγραφέων, είτε υπόρρητα ως «σκοπός πολιτικής» στο πλαίσιο της ταυτοτικής αριστεράς, είτε ρητά και κατηγορηματικά σε αντιδιαστολή με την πολιτική που παράγει η σημερινή δεξιά διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Εξ ίσου καίριες είναι οι διαπιστώσεις του ίδιου κειμένου σχετικά με το φαινόμενο μιας («σκηνικής» περισσότερο, παρά ουσιαστικής, ως προς τον βαθμό παρέμβασής της ως μέρος της εξουσίας μιας δομημένης πολιτκής ελίτ) νομενκλατούρας του κόμματικού ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Οι διαπιστώσεις αυτές -κι αυτό πρέπει να σημειωθεί εδώ- αποτελούν αντανάκλαση μιας εικόνας, που είναι πολύ περισσότερο αισθητή στον μέσο πολίτη ανεξαρτήτως παραταξιακής προτίμησης, απ’ όσο νομίζουν ότι είναι οι συριζαίοι κομματικοί γραφειοκράτες. Είναι, δηλαδή, ευκρινής πια η παραγόμενη εντύπωση στους πολίτες ότι η κομματική ηγεσία στο μεγαλύτερο μέρος της επιτελεί το έργο της πολύ περισσότερο στο πλαίσιο μιας «εσωκομματικής δικτατορίας των τομεαρχών», παρά ως ως ευθύνη και μέσο «παραγωγής πολιτικής». Λειτουργεί, δηλαδή, ως ένας μηχανισμός αναπαραγωγής πολιτικών στερεοτύπων που ευθύνονται πλήρως για την ήττα του 2019 και με πρόδηλο παράλληλο στόχο τη διαιώνιση της ίδιας γραφειοκρατίας, ως πρόσωπα και ως αντίληψη πολιτικής, εκχυδαΐζοντας εκ των πραγμάτων το αίτημα πολιτικής αλλαγής που τέμνει την ουσιαστική αιτιώδη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με τα πολιτικά κοινά που ο ίδιος διατείνεται πως αντιπροσωπεύει, για να είναι αναγκαίος στο κομματικό σύστημα της εποχής μας.

Φυσικά, ο Λιάκος και η Ζορμπά δεν χαρίζουν δικαιολογίες στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την αποτυχία του εγχειρήματος «μαζικοποίησης», που ανελήφθη με πανηγυρικό τόνο στο πλαίσιο της ευρύτερης απόπειρας διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά ανεκόπη και ανεστάλη  λόγω της πανδημίας. Οι συγγραφείς δεν είναι αυστηροί με την αξιωματική αντιπολίτευση κατά τούτο επειδή δεν καταγράφουν την ιδιοτυπία των πολιτικών συνθηκών σε περίοδο πολιτικής καραντίνας υγεινομικών κινήτρων, αλλά επειδή επικεντρώνουν στο βασικό διακύβευμα της διευρυντικής διαδικασίας, που δεν είναι η πύκνωση του κομματικού στρατεύματος, αλλά ο εμπλουτισμός του ριζοσπαστικού κινηματικού στοιχείου της όλης υπόθεσης. Με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα αντί για την ενεργοποίηση μαζών σε προϊούσα προοδευτική ριζοσπαστικοποίηση το διευρυντικό εγχείρημα να περιορίζεται σε ασήμαντες μεταγραφές και σε μια «αριθμητική περί μελών».

Μ’ άλλα λόγια εδώ δεν διατυπώνεται μομφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ γιατί δεν ευοδώθηκε η κομματική μαζικοποίηση (που, άλλωστε, είναι φανερό ότι για τον Λιάκο και τη Ζορμπά δεν θεωρείται ουσιώδες σημείο των προβληματισμών που θέτουν με την ανάλυσή τους, εμμένοντας στην ουσιώδη κατ’ αυτούς διεύρυνση σε επίπεδο κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών), αλλά ασκείται σκληρή κριτική για τη δεύτερη διεύρυνση των κινημάτων -αντί των μεταγραφών και της πύκνωσης των οργανώσεων του κόμματος- μια διεύρυνση, δηλαδή, που δεν ξεκίνησε ποτέ!

Όμως, οι συγγραφείς για την τεκμηρίωση των διαπιστώσεών τους νομίζω πως κάνουν δύο σοβαρά σφάλματα:

1. Το πρώτο αναφέρεται στην αλλοίωση πρόσληψης του ταξικού φαινομένου, που ορθά οι συγγραφείς περιγράφουν (πάντα σε συνάρτηση με την «παραδοσιακή αριστερά» και συγκεκριμένα με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) ως στρατηγική επιλογή της «κινηματικής αριστεράς» (και σε αντίστιξη με την προηγούμενη), με συνέπεια την εκδήλωση του κομματικού φαινομένου στον αριστερό χώρο ως υποκατάστατου του ταξικού στο κοινωνικό πεδίο κατά τον 20ο αιώνα.

Ο Λιάκος και η Ζορμπά προχωρούν έτσι για να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους, σε μια αναθεώρηση της σημασίας του παράγοντα ταξικής διαστρωμάτωσης των κοινωνιών, παγίου αιτιολογικού στοιχείου των παραγόμενων κοινωνικών αντιθέσεων και άρα κρίσιμης επεξηγηματικής σημασίας παράγοντα για την ερμηνεία ριζοσπαστικοποίησης σε κάθε εποχή των κοινωνικών κινημάτων, υποκαθιστώντας την με απροσδιόριστες ούτω αναφέρομενες «ομάδες πολιτών» και εξ ίσου κοινωνικά ασαφή αναφερόμενα ως «νέα κοινωνικά κινήματα» ή «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών». Αναφορές που είναι σαφές ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν έστω μερικώς την αφετηριακή υιοθέτηση του μοντέλου καταγραφής του ταξικού διαχωρισμού στο εσωτερικό των κοινωνιών, ως προϋπόθεσης κατανόησης των κοινωνικών αντιθέσεων και άρα ως απαράβατου όρου για την κατάρτιση πολιτικής στρατηγικής ανατροπών από μεριάς της σύγχρονης αριστεράς.

2. Το δεύτερο σφάλμα αναφέρεται στην παρουσίαση της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη ως εκδήλωσης μιας επεξεργασμένης πολιτικής στρατηγικής του δεξιού ριζοσπαστισμού και μιας σχεδιασμένης επιλογής ανασυγκρότησης της πολιτικής εξουσίας με σαφείς κοινωνικές στοχεύσεις. Αυτή η πολιτική εξουσία, σημειώνουν ο Λιάκος και η Ζορμπα, ήλθε ως επιθετική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας, των διαστρωματώσεών της, της κινητικότητας, της ταυτότητας των νέων, των συμπεριφορών και των στάσεων.

Ως αποτέλεσμα, ενώ οι συγγραφείς ορθά επισημαίνουν ότι «...η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μια κυβέρνηση που παραπαίει...», και ότι «...ο ελληνικός αστισμός ανασυγκροτείται και αυτό εκφράζει αυτή η κυβέρνηση με ένα μεγάλο άνοιγμα...», από την άλλη οι ίδιοι προτρέπουν να μην αντιλαμβανόμαστε τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητστάκη ως άθροισμα πολιτικών τάσεων, δηλαδή από τους μακεδονομάχους ώς τους εκσυγχρονιστές, αλλά να την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως μπλοκ εξουσίας με κοινωνικά ερείσματα, πολιτική διαχείριση, με μέσα επικοινωνίας και κυρίως με στρατηγική.

Φυσικά εδώ περνάμε στο πεδίο των εκτιμήσεων, όπου η χρήση του όρου «σφάλμα» για μια διαφωνία μου, θα μπορούσε να ήταν άκρατος δογματισμός. Όμως, η αντίφαση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τμήμα μιας πολιτικής «στρατηγικής» και στην προτροπή να την αξιολογούμε ως «μπλοκ εξουσίας», είναι υπαρκτή. Απλά διότι η πολιτική «στρατηγική», ιδίως εδώ, οπου ο Λιάκος και η Ζορμπά την εντοπίζουν ως επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο της άρχουσας ταξης στην Ελλάδα,  δεν μπορεί ταυτόχρονα να εμπεριέχει ως μέρος της το μέσο σύμπηξης ενός «μπλοκ εξουσίας», δηλαδή μιας κατά βάση τυχοδιωκτικής σύμπραξης συμφερόντων.

Εκτός αν...

...Εκτός αν με τον όρο πολιτική «στρατηγική» οι συγγραφείς εδώ εννοούν την εγχώρια αστική τάξη, ως εγγενώς φέρουσα το χαρακτηριστικό μιας τυχοδιωκτικής σχέσης με τη νομή της εξουσίας, πράγμα το οποίο -εφ’ όσον ισχύει- καθιστά αχρείαστη οποιαδήποτε επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική. Ιδιως από μεριάς της άρχουσας τάξης!

Κατά τη δική μου εντύπωση, η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη στο επίπεδο πολιτικής στρατηγικής της σκιαγραφείται πλήρως και πειστικά ως ένα από τα καθεστώτα του σε φάση αποδρομής πια τραμπικού μοντέλου στον δυτικό κόσμο, ο οποίος πράγματι αγωνιά να διαμορφώσει μια πολιτική στρατηγική για την άρχουσα τάξη του κλονιζόμενου παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η καταγραφή τέτοιου πολιτικού χαρακτήρα για τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, στον αντίποδα της κατανόησής της ως μέρος μιας πολιτικής στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα του σήμερα, θαρρώ πως είναι σημαντική, γιατί η πρώτη από τη δεύτερη  εκδοχή διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, ως προς την (απολύτως αναγκαία κατά τα άλλα και σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση) διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής από μεριάς της αριστεράς.

- Στην πρώτη περίπτωση, της προσέγγισης Λιάκου-Ζορμπά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οφείλει να έχει καταρτίσει εξ αρχής μια πλήρη εναλλακτική πολιτική στρατηγική της αριστεράς, για να διεκδικήσει την πολιτική αλλαγή σε ορίζοντα δεκαετίας.

- Στη δεύτερη περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, και ανεξαρτήτως του βαθμού ωρίμανσης του εναλλακτικού στρατηγικού σχεδίου του, οφείλει να επιχειρήσει την άμεση εκδίωξη και με κάθε μέσο του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και το οφείλει αυτό στους πολίτες ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, έστω και χωρίς πλήρες μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο πολιτικής, διότι μια τυχοδιωκτική διακυβέρνηση έχει μεγάλο κόστος για τη χώρα αλλά και για τους πολίτες, για να δικαιούται η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση την πολυτέλεια της αντιπαράθεσης με τη δεξιά με όρους αντιπαράθεσης «σχεδίων για τη χώρα» -ιδίως αν ο στρατηγικός πολιτικός αντίπαλος αποστερείται τέτοιου σχεδίου. Άλλωστε, σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, η αξιωματική αντιπολίτευση δέον να συμπεριλάβει την εκδίωξη του μπλοκ εξουσίας (που σήμερα πορεύεται με πρωτοφανείς εσωτερικές διενέξεις και πρόδηλες εσωτερικές αντιφάσεις «σκοπών πολιτικής», π.χ. η διχογνωμία στην κυβέρνηση και το κυβερνητικό κόμμα για την ατζέντα στον ελληνοτουρκικό διάλογο), ως μέρος του γενικότερου σχεδίου πολιτικής αλλαγής που κομίζει, ακριβώς επειδή έτσι δίνεται ευκαιρία και διευκολύνονται οι «ομάδες πολιτών», τα «νέα κοινωνικά κινήματα» και οι «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών» (που ζητούν ο Λιάκος και η Ζορμπά), να μπούν στη συζήτηση της πολιτικής αλλαγής, ως ισότιμοι διαμορφωτές με τη σημερινή συριζαϊκή νομενκλατούρα.

Ωστόσο, από τα όσα αναφέρουν ο Λιάκος και η Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε το πιο γόνιμο και περισσότερο παραγωγικό πολιτικά μέρος της παρέμβασής τους: Τη διαπίστωση της ανάγκης να αλλάξει πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ως κόμμα και ως προς τον τρόπο που ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του ως πολιτικός οργανισμός!

Μια αλλαγή την οποία έχει επαγγελθεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα πολιτικά κοινά που διατείνεται ότι αντιπροσωπεύει και την οποία ισχυρίζεται ότι ξεκίνησε με το διευρυντικό εγχείρημα, ...αλλά σήμερα τεκμαίιρεται πολλαπώς ότι έχει αποτύχει παταγωδώς ως προς την πραγμάτωσή της. Τόσο, ώστε να εγείρονται βάσιμες αμφιβολίες για το εάν αυτό το διευρυντικό εγχείρημα ξεκίνησε ποτέ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως ειλικρινής επιδίωξη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ -χωρίς το ΠΣ.

Και μάλιστα, από την προσέγγιση Λιάκου-Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε και την επάλληλη διαπίστωσή τους, ότι ακριβώς το να αλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τον εαυτό του, είναι προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πολιτική αλλαγή!

Προλαβαίνει να το κάνει αυτό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να δώσει με αξιώσεις την πολιτική μάχη με επίδικο ζήτημα και κεντρικό διακύβευμά της την πολιτική αλλαγή ή -αν ηττηθεί- την επιστροφή στο παρελθόν (επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση» επαγγέλλεται ήδη το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη); Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Μερικές δικές μου σκέψεις σε επόμενη ανάλυση...

More in ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία
Comments