Το στοίχημα του προοδευτικού χώρου

Το στοίχημα του προοδευτικού χώρου

Της Μαρίας Μπουτζέτη*

Πολύς ο λόγος για τον προοδευτικό χώρο, καθώς κανείς από τους μνηστήρες του δεν έχει εδραιωθεί ως ο αυτονόητος εκφραστής του. Ενώ η ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων του σταθερά περιστρέφεται γύρω από την προοπτική της ορατής βελτίωσης, συλλογικής και προσωπικής, της επίτευξης αποτελεσμάτων στο παρόν και όχι σε ένα απροσδιόριστo μέλλον, οι συνθήκες για να καταστεί αυτή εφικτή έχουν μεταβληθεί ριζικά.
H εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, oρόσημο για τον προοδευτισμό του τόπου, ταυτίστηκε με ένα αίσθημα ελευθερίας που συνεπήρε την ελληνική κοινωνία∙ μια κοινωνία που έφερε όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τη σημερινή.
Με μνήμες πολέμου, με βιώματα παρατεταμένης ανέχειας, φόβου και διώξεων, με παγιωμένες αντιλήψεις, μια κοινωνία που είχε υποστεί την καταπίεση ετών πολλαπλά. Καθώς έπνεε ο αέρας της ευκαιρίας για μια καλύτερη ζωή, ένα όραμα κοινωνικής κινητικότητας προσφερόταν σε κάθε πολίτη, ώστε να κάνει μια αλματώδη, έως πρότινος απρόβλεπτη πορεία, που έμοιαζε ακόμη και «απαγορευμένη». Η δυνατότητα -που δεν έμεινε υπόσχεση- της κοινωνικής κινητικότητας κατέστησε το ΠΑΣΟΚ μαζικό κοινωνικό κίνημα. Η δυνατότητα έγινε η ατμομηχανή της κοινωνίας.
Για καιρό θεωρούσαμε τη δυνατότητα αυτονόητη. Η χώρα ανήκε στην Ε.Ε., το πρότυπο μοντέλο ζωής είχε μεταβληθεί και καθώς είχε καταστεί συλλήβδην αποδεκτό, άρχισε να γίνεται πρόσχημα αναζήτησης πολιτικών συγκλίσεων με την εισαγωγή της έννοιας του «μεσαίου χώρου» (περίοδος Καραμανλή), αλλά και άλλοθι διαμοιρασμού ευθυνών (περίοδος «μαζί τα φάγαμε»). Τη στιγμή εκείνη οι διαφοροποιητικές γραμμές μεταξύ προοδευτικού και συντηρητικού χώρου έμοιαζαν -φαινομενικά πάντα- να ατονούν (στο υπόβαθρο βέβαια η διελκυστίνδα της κοινωνικής διεκδίκησης ήταν και παραμένει πάντα παρούσα).
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας εποχής. Το ζητούμενο πολιτικό όραμα έχει εκπληρωθεί και γι' αυτό πλέον ξεθωριάσει. Η μεταπολίτευση και τα σύμβολά της δύουν. Το πολιτικό σύστημα έχει κορεστεί, όμως κανένας εκφραστής του δεν τολμά να το ομολογήσει καλώντας σε ουσιαστική επανεκκίνηση. Τις εξελίξεις επισπεύδει η κρίση, που ανακόπτει τη «βέβαιη» -αλλά και στατική- ροή των πραγμάτων, προξενώντας μετατοπίσεις και εκτοπίσεις στο πολιτικό φάσμα.
Καθώς όμως δεν υπάρχουν ούτε νέα αφηγήματα ούτε νέα σύμβολα, ο θυμός γιγαντώνεται σε μια κοινωνία που δεν έχει βρει ακόμη νέο προσανατολισμό. Υπάρχει ένα κενό νοήματος: Τι να προτείνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει κλείσει τις εκκρεμότητες με τα περασμένα; Που οι αλλοτινές διαχωριστικές γραμμές δεν σημαίνουν πολλά για τις νέες γενιές; Μπορεί να μιλήσει κάποιος για το μέλλον με αναφορές από το παρελθόν;
Στα χρόνια διαχείρισης της κρίσης, το δίπολο προόδου/συντηρητισμού ξαναγίνεται επιτακτικά επίκαιρο, όμως δεν εκφράζεται, δεν αναλύεται ακριβώς στη σωστή του βάση. Δεν επιχειρήθηκε δηλαδή η εκ νέου νοηματοδότηση της προόδου, δεν προτάθηκε ένα νέο κοινωνικό όραμα προσαρμοσμένο στην εποχή.
Αν στην πολεμική ατμόσφαιρα του θυμού δεν υπήρξαν συνθήκες διαλεκτικής, αυτό επιβάλλεται να γίνει τώρα. Λαμβάνοντας, όμως, υπ' όψιν ότι στην εποχή που οι προκλήσεις καθίστανται ολοένα διεθνείς (μεταναστευτικό, πανδημία, κλιματική αλλαγή, διαχείριση του πλούτου που παράγει η τεχνολογία), οι διαχωριστικές γραμμές προοδευτισμού/συντηρητισμού ορίζονται από νέα δεδομένα.
Ο προοδευτικός χώρος καλείται να δώσει πειστικές απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων, όπως: Πώς διατηρεί τον ρόλο του το κράτος στο περιβάλλον των διεθνών συνθηκών διασφαλίζοντας το γενικό συμφέρον της κοινωνίας; Πώς μπορεί να επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ ατόμου και κοινότητας, σε μια εποχή που η επικρατούσα κουλτούρα του διαδικτύου ωθεί το άτομο στην ιδιώτευση;
Πώς μπορούν οι πολίτες να εμπλακούν σε ουσιαστική συλλογική δράση και ποιας μορφής; Πώς μπορούν να υποστηριχθούν οι ευάλωτοι/αδύναμοι που σήμερα μπορεί να έχουν άλλα χαρακτηριστικά (τεχνολογικό αναλφαβητισμό, ελλιπείς δεξιότητες επικοινωνίας) προκειμένου να παρακολουθούν έναν διαρκώς εξελισσόμενο κόσμο και να επανεντάσσονται δημιουργικά στην εργασία; Σε ποιον βαθμό το κράτος παρέχει υποστήριξη σε νέες ανάγκες που αναδύονται όπως η ψυχική προστασία;
Ο προοδευτικός χώρος οφείλει να σταθεί απέναντι στις νέες συνθήκες όχι με στείρα άρνηση αλλά μαχόμενος να αποκομίσει οφέλη χειροπιαστά για τις κοινωνίες, στηρίζοντας τον κορμό τους. Χρειάζεται μια επικαιροποιημένη ματιά και ανάληψη πρωτοβουλιών σε υπερεθνικό επίπεδο.
Χρειάζονται πολιτικοί εκφραστές που ενεργούν διεθνώς, ως διορατικοί δρώντες, συνδιαμορφωτές και όχι εκ των υστέρων παρακολουθητές. Που βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία, ώστε να μεταφέρουν τον παλμό της εκτός και να φέρνουν την οσμή των παγκόσμιων εξελίξεων εντός. Χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ πολιτικούς εκφραστές γέφυρες και πρεσβευτές.
Γράφει ο Γκίντενς στον «Τρίτο Δρόμο» ότι στο παρελθόν η σοσιαλδημοκρατία επιδίωξε περισσότερο να δημιουργήσει σχέση αλληλεγγύης μεταξύ των παρόμοιων κομμάτων παρά να αντιμετωπίσει τα διεθνή ζητήματα. Σήμερα, η ίδια η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να μεταρρυθμιστεί για να υπερβεί την κρίση της. Αλλωστε ο αναθεωρητισμός είναι συστατικό της. Περισσότερο από ποτέ, «επαναστατικό» είναι εκείνο που μπορεί να βελτιώσει τη ζωή μας.

*Διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών

(Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 22/9/2020)

More in Πολιτική
Comments
Το στοίχημα του προοδευτικού χώρου

Το στοίχημα του προοδευτικού χώρου

Της Μαρίας Μπουτζέτη*

Πολύς ο λόγος για τον προοδευτικό χώρο, καθώς κανείς από τους μνηστήρες του δεν έχει εδραιωθεί ως ο αυτονόητος εκφραστής του. Ενώ η ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων του σταθερά περιστρέφεται γύρω από την προοπτική της ορατής βελτίωσης, συλλογικής και προσωπικής, της επίτευξης αποτελεσμάτων στο παρόν και όχι σε ένα απροσδιόριστo μέλλον, οι συνθήκες για να καταστεί αυτή εφικτή έχουν μεταβληθεί ριζικά.
H εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, oρόσημο για τον προοδευτισμό του τόπου, ταυτίστηκε με ένα αίσθημα ελευθερίας που συνεπήρε την ελληνική κοινωνία∙ μια κοινωνία που έφερε όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τη σημερινή.
Με μνήμες πολέμου, με βιώματα παρατεταμένης ανέχειας, φόβου και διώξεων, με παγιωμένες αντιλήψεις, μια κοινωνία που είχε υποστεί την καταπίεση ετών πολλαπλά. Καθώς έπνεε ο αέρας της ευκαιρίας για μια καλύτερη ζωή, ένα όραμα κοινωνικής κινητικότητας προσφερόταν σε κάθε πολίτη, ώστε να κάνει μια αλματώδη, έως πρότινος απρόβλεπτη πορεία, που έμοιαζε ακόμη και «απαγορευμένη». Η δυνατότητα -που δεν έμεινε υπόσχεση- της κοινωνικής κινητικότητας κατέστησε το ΠΑΣΟΚ μαζικό κοινωνικό κίνημα. Η δυνατότητα έγινε η ατμομηχανή της κοινωνίας.
Για καιρό θεωρούσαμε τη δυνατότητα αυτονόητη. Η χώρα ανήκε στην Ε.Ε., το πρότυπο μοντέλο ζωής είχε μεταβληθεί και καθώς είχε καταστεί συλλήβδην αποδεκτό, άρχισε να γίνεται πρόσχημα αναζήτησης πολιτικών συγκλίσεων με την εισαγωγή της έννοιας του «μεσαίου χώρου» (περίοδος Καραμανλή), αλλά και άλλοθι διαμοιρασμού ευθυνών (περίοδος «μαζί τα φάγαμε»). Τη στιγμή εκείνη οι διαφοροποιητικές γραμμές μεταξύ προοδευτικού και συντηρητικού χώρου έμοιαζαν -φαινομενικά πάντα- να ατονούν (στο υπόβαθρο βέβαια η διελκυστίνδα της κοινωνικής διεκδίκησης ήταν και παραμένει πάντα παρούσα).
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το κλείσιμο μιας εποχής. Το ζητούμενο πολιτικό όραμα έχει εκπληρωθεί και γι' αυτό πλέον ξεθωριάσει. Η μεταπολίτευση και τα σύμβολά της δύουν. Το πολιτικό σύστημα έχει κορεστεί, όμως κανένας εκφραστής του δεν τολμά να το ομολογήσει καλώντας σε ουσιαστική επανεκκίνηση. Τις εξελίξεις επισπεύδει η κρίση, που ανακόπτει τη «βέβαιη» -αλλά και στατική- ροή των πραγμάτων, προξενώντας μετατοπίσεις και εκτοπίσεις στο πολιτικό φάσμα.
Καθώς όμως δεν υπάρχουν ούτε νέα αφηγήματα ούτε νέα σύμβολα, ο θυμός γιγαντώνεται σε μια κοινωνία που δεν έχει βρει ακόμη νέο προσανατολισμό. Υπάρχει ένα κενό νοήματος: Τι να προτείνει κανείς σε μια κοινωνία που έχει κλείσει τις εκκρεμότητες με τα περασμένα; Που οι αλλοτινές διαχωριστικές γραμμές δεν σημαίνουν πολλά για τις νέες γενιές; Μπορεί να μιλήσει κάποιος για το μέλλον με αναφορές από το παρελθόν;
Στα χρόνια διαχείρισης της κρίσης, το δίπολο προόδου/συντηρητισμού ξαναγίνεται επιτακτικά επίκαιρο, όμως δεν εκφράζεται, δεν αναλύεται ακριβώς στη σωστή του βάση. Δεν επιχειρήθηκε δηλαδή η εκ νέου νοηματοδότηση της προόδου, δεν προτάθηκε ένα νέο κοινωνικό όραμα προσαρμοσμένο στην εποχή.
Αν στην πολεμική ατμόσφαιρα του θυμού δεν υπήρξαν συνθήκες διαλεκτικής, αυτό επιβάλλεται να γίνει τώρα. Λαμβάνοντας, όμως, υπ' όψιν ότι στην εποχή που οι προκλήσεις καθίστανται ολοένα διεθνείς (μεταναστευτικό, πανδημία, κλιματική αλλαγή, διαχείριση του πλούτου που παράγει η τεχνολογία), οι διαχωριστικές γραμμές προοδευτισμού/συντηρητισμού ορίζονται από νέα δεδομένα.
Ο προοδευτικός χώρος καλείται να δώσει πειστικές απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων, όπως: Πώς διατηρεί τον ρόλο του το κράτος στο περιβάλλον των διεθνών συνθηκών διασφαλίζοντας το γενικό συμφέρον της κοινωνίας; Πώς μπορεί να επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ ατόμου και κοινότητας, σε μια εποχή που η επικρατούσα κουλτούρα του διαδικτύου ωθεί το άτομο στην ιδιώτευση;
Πώς μπορούν οι πολίτες να εμπλακούν σε ουσιαστική συλλογική δράση και ποιας μορφής; Πώς μπορούν να υποστηριχθούν οι ευάλωτοι/αδύναμοι που σήμερα μπορεί να έχουν άλλα χαρακτηριστικά (τεχνολογικό αναλφαβητισμό, ελλιπείς δεξιότητες επικοινωνίας) προκειμένου να παρακολουθούν έναν διαρκώς εξελισσόμενο κόσμο και να επανεντάσσονται δημιουργικά στην εργασία; Σε ποιον βαθμό το κράτος παρέχει υποστήριξη σε νέες ανάγκες που αναδύονται όπως η ψυχική προστασία;
Ο προοδευτικός χώρος οφείλει να σταθεί απέναντι στις νέες συνθήκες όχι με στείρα άρνηση αλλά μαχόμενος να αποκομίσει οφέλη χειροπιαστά για τις κοινωνίες, στηρίζοντας τον κορμό τους. Χρειάζεται μια επικαιροποιημένη ματιά και ανάληψη πρωτοβουλιών σε υπερεθνικό επίπεδο.
Χρειάζονται πολιτικοί εκφραστές που ενεργούν διεθνώς, ως διορατικοί δρώντες, συνδιαμορφωτές και όχι εκ των υστέρων παρακολουθητές. Που βρίσκονται σε ανοιχτό διάλογο με την κοινωνία, ώστε να μεταφέρουν τον παλμό της εκτός και να φέρνουν την οσμή των παγκόσμιων εξελίξεων εντός. Χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ πολιτικούς εκφραστές γέφυρες και πρεσβευτές.
Γράφει ο Γκίντενς στον «Τρίτο Δρόμο» ότι στο παρελθόν η σοσιαλδημοκρατία επιδίωξε περισσότερο να δημιουργήσει σχέση αλληλεγγύης μεταξύ των παρόμοιων κομμάτων παρά να αντιμετωπίσει τα διεθνή ζητήματα. Σήμερα, η ίδια η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να μεταρρυθμιστεί για να υπερβεί την κρίση της. Αλλωστε ο αναθεωρητισμός είναι συστατικό της. Περισσότερο από ποτέ, «επαναστατικό» είναι εκείνο που μπορεί να βελτιώσει τη ζωή μας.

*Διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών

(Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 22/9/2020)

More in Πολιτική
Comments