Το σίριαλ των τουρκικών προκλήσεων και οι διπλωματικές αποτυχίες της Ελληνικής Κυβέρνησης

Το σίριαλ των τουρκικών προκλήσεων και οι διπλωματικές αποτυχίες της Ελληνικής Κυβέρνησης

Η επανεμφάνιση του Oruc Reis ήταν, δυστυχώς, κάτι περισσότερο από αναμενόμενη. Με τελευταίο στίγμα στο χάρτη κάτι λιγότερο από 7 ναυτικά μίλια, το τουρκικό ερευνητικό σκάφος αναμένεται να προβεί σε άλλη μια επίδειξη ισχύος της γείτονος χώρας.

Εδώ και τουλάχιστον 14 μήνες η Ελληνική Διπλωματία βρίσκεται σε θέση άμυνας και υποχώρησης. Η αρχή έγινε με την υπογραφή και ανακοίνωση του Τουρκολυβικού Συμφώνου που έδινε τη δυνατότητα στη Τουρκία να εκτελέσει ερευνητικές και εξορυκτικές δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές που, βάσει Δικαίου της Θάλασσας, θεωρούνται Ελληνικές.

Το εν λόγω Σύμφωνο θα μπορούσε να είχε αποτραπεί αν η Ελληνική Κυβέρνηση συμμετείχε το καλοκαίρι του 2019 στη Διάσκεψη για το μέλλον της Λιβύης. Εκεί θα μπορούσε μαζί με άλλες ισχυρότερες διπλωματικά χώρες, τόσο την επίσημη κυβέρνηση της Λιβύης όσο και την ισχυρή αντιπολίτευση που ελέγχει το Στρατό να αποτρέψει τα σχέδια της Τουρκίας για τη “γαλάζια πατρίδα”. Παρ’ότι η Ελληνική Πρεσβεία στο Βερολίνο ζήτησε επισταμένα οδηγίες από την Αθήνα, δυστυχώς δεν εισακούστηκε και έτσι χάθηκε η κρίσιμη αυτή ευκαιρία.

Ακολούθησε, τον Ιούλιο του 2019, η αποχή της Αθήνας από την άσκηση διπλωματικής πίεσης με στόχο την εφαρμογή των κυρώσεων τις οποίες η προηγούμενη Ελληνική μαζί με την Κυπριακή Κυβέρνηση είχαν επιτύχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2019 κατά της Τουρκίας για την παράνομη δραστηριότητα ερευνών και εξορύξεων στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση όμως δε διεκδίκησε ποτέ την επέκτασή τους σε περίπτωση που η Τουρκία θα έκανε πράξη τις απειλές της για παράνομες έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Και έτσι το Oruc Reis έπλεε αμέριμνο δυτικά της Κρήτης.

Για να ‘μαζέψει τα ασυμμάζευτα’ η Κυβέρνηση Μητσοτάκη προσέφυγε στη στήριξη των ΗΠΑ απ’όπου όμως έλαβε απλώς ένα φιλικό χτύπημα στη πλάτη και μια ευχή να τα βρουν οι δυο χώρες μέσω διαλόγου. Κι αυτό, ενώ η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Λευκό Οίκο είχε διαφημιστεί στο εσωτερικό σκηνικό ως μεγαλειώδης άσκηση υψηλής διπλωματίας χάρη στην οποία η Τουρκία θα έμενε εντός των ορίων της διά παντός.

Η Ελλάδα προσπάθησε έκτοτε να σημειώσει διπλωματική πρόοδο σε παράλληλα μέτωπα όπως αυτό της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο, ακόμα και αν οι συμφωνίες που υπέγραψε περιείχαν σοβαρές υποχωρήσεις, με την ελπίδα πως θα εκπέμψουν ένα μήνυμα ελληνικής ισχύος εξαναγκάζοντας την Τουρκία σε υποχώρηση. Μάταια! Ούτε καν οι παρεμβάσεις της Γερμανικής Κυβέρνησης και του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ έκαμψαν το σχεδιασμό της Τουρκίας. Το μόνο που φάνηκε ικανό να διαδραματίσει κάποιο ρόλο ήταν η ανακοίνωση της Ελλάδας για ένα ακόμα εξοπλιστικό πρόγραμμα με κύριο προμηθευτή τη Γαλλία.

Μετά την εν λόγω ανακοίνωση και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επί των εξωτερικών θεμάτων  προ των πυλών, ανακοινώθηκε πως το Oruc Reis επιστρέφει στη βάση του. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όμως, παρά τις ανακοινώσεις της Ελλάδας για παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, της Εθνικής μας Κυριαρχίας αλλά και των Ευρωπαϊκών συνόρων, αποφάσισε κυρώσεις μονάχα για τη Λευκορωσία για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την Τουρκία – και αυτό μόνο κατόπιν απειλής βέτο από τη Κύπρο - περιορίστηκε να ανακοινώσει πως οι προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας θα έχουν συνέπειες, αν συνεχιστούν.

Αντί η Τουρκία να αισθανθεί φόβο από την ισχύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότερο μάλλον αισθάνθηκε η τελευταία φόβο από την τουρκική προκλητικότητα, με πιο έντονο και χαρακτηριστικό επεισόδιο της τελευταίας το ‘κάλεσμα’ Ερντογάν χιλιάδων προσφύγων στα ελληνικά σύνορα – επεισόδιο που προκάλεσε χάος στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών η οποία το μόνο που επιθυμεί είναι να μην ταράζονται τα συμφωνημένα.

Κάπως έτσι, ένα χρόνο μετά την ένταση με αφορμή τις ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ βρισκόμαστε πάλι να μιλάμε για την ανάγκη επιβολής κυρώσεων - αυτή τη φορά για ενέργειες αμφισβήτησης της Ελληνικής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Μιλάμε όχι απλώς για μία τρύπα στο νερό δηλαδή, από πλευράς αποτελέσματος, αλλά και για μία τεράστια απώλεια διπλωματικού κεφαλαίου: αν εμείς οι ίδιοι σαν χώρα δεν έχουμε χαράξει τις αναγκαίες κόκκινες γραμμές, και δεν αποφασίζουμε αν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα εκτείνονται στα 6 ή τα 12 ναυτικά μίλια, με τι θα συμπαραταχθούν οι σύμμαχοι μας;

Με βάση τα θέματα που έχουν τεθεί στο τραπέζι από την τουρκική πλευρά, το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε στο εξής δυστυχώς είναι νέες εθνικές υποχωρήσεις: μειωμένη επήρεια ΑΟΖ και αποστρατικοποίηση στα νησιά, πίεση για αναγνώριση των τετελεσμένων όπως το τουρκολυβικό Σύμφωνο, καθώς και διαρκής εκβιασμός στο προσφυγικό ζήτημα. Κυρώσεις πάντως από το Ευρωπαϊκο Συμβούλιο τόσο άμεσα και χωρίς δική μας στρατηγική, ας μην αναμένουμε.

More in Εξωτερικη πολιτικη
Comments
Το σίριαλ των τουρκικών προκλήσεων και οι διπλωματικές αποτυχίες της Ελληνικής Κυβέρνησης

Το σίριαλ των τουρκικών προκλήσεων και οι διπλωματικές αποτυχίες της Ελληνικής Κυβέρνησης

Η επανεμφάνιση του Oruc Reis ήταν, δυστυχώς, κάτι περισσότερο από αναμενόμενη. Με τελευταίο στίγμα στο χάρτη κάτι λιγότερο από 7 ναυτικά μίλια, το τουρκικό ερευνητικό σκάφος αναμένεται να προβεί σε άλλη μια επίδειξη ισχύος της γείτονος χώρας.

Εδώ και τουλάχιστον 14 μήνες η Ελληνική Διπλωματία βρίσκεται σε θέση άμυνας και υποχώρησης. Η αρχή έγινε με την υπογραφή και ανακοίνωση του Τουρκολυβικού Συμφώνου που έδινε τη δυνατότητα στη Τουρκία να εκτελέσει ερευνητικές και εξορυκτικές δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές που, βάσει Δικαίου της Θάλασσας, θεωρούνται Ελληνικές.

Το εν λόγω Σύμφωνο θα μπορούσε να είχε αποτραπεί αν η Ελληνική Κυβέρνηση συμμετείχε το καλοκαίρι του 2019 στη Διάσκεψη για το μέλλον της Λιβύης. Εκεί θα μπορούσε μαζί με άλλες ισχυρότερες διπλωματικά χώρες, τόσο την επίσημη κυβέρνηση της Λιβύης όσο και την ισχυρή αντιπολίτευση που ελέγχει το Στρατό να αποτρέψει τα σχέδια της Τουρκίας για τη “γαλάζια πατρίδα”. Παρ’ότι η Ελληνική Πρεσβεία στο Βερολίνο ζήτησε επισταμένα οδηγίες από την Αθήνα, δυστυχώς δεν εισακούστηκε και έτσι χάθηκε η κρίσιμη αυτή ευκαιρία.

Ακολούθησε, τον Ιούλιο του 2019, η αποχή της Αθήνας από την άσκηση διπλωματικής πίεσης με στόχο την εφαρμογή των κυρώσεων τις οποίες η προηγούμενη Ελληνική μαζί με την Κυπριακή Κυβέρνηση είχαν επιτύχει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2019 κατά της Τουρκίας για την παράνομη δραστηριότητα ερευνών και εξορύξεων στην Κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Η παρούσα ελληνική κυβέρνηση όμως δε διεκδίκησε ποτέ την επέκτασή τους σε περίπτωση που η Τουρκία θα έκανε πράξη τις απειλές της για παράνομες έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Και έτσι το Oruc Reis έπλεε αμέριμνο δυτικά της Κρήτης.

Για να ‘μαζέψει τα ασυμμάζευτα’ η Κυβέρνηση Μητσοτάκη προσέφυγε στη στήριξη των ΗΠΑ απ’όπου όμως έλαβε απλώς ένα φιλικό χτύπημα στη πλάτη και μια ευχή να τα βρουν οι δυο χώρες μέσω διαλόγου. Κι αυτό, ενώ η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Λευκό Οίκο είχε διαφημιστεί στο εσωτερικό σκηνικό ως μεγαλειώδης άσκηση υψηλής διπλωματίας χάρη στην οποία η Τουρκία θα έμενε εντός των ορίων της διά παντός.

Η Ελλάδα προσπάθησε έκτοτε να σημειώσει διπλωματική πρόοδο σε παράλληλα μέτωπα όπως αυτό της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο, ακόμα και αν οι συμφωνίες που υπέγραψε περιείχαν σοβαρές υποχωρήσεις, με την ελπίδα πως θα εκπέμψουν ένα μήνυμα ελληνικής ισχύος εξαναγκάζοντας την Τουρκία σε υποχώρηση. Μάταια! Ούτε καν οι παρεμβάσεις της Γερμανικής Κυβέρνησης και του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ έκαμψαν το σχεδιασμό της Τουρκίας. Το μόνο που φάνηκε ικανό να διαδραματίσει κάποιο ρόλο ήταν η ανακοίνωση της Ελλάδας για ένα ακόμα εξοπλιστικό πρόγραμμα με κύριο προμηθευτή τη Γαλλία.

Μετά την εν λόγω ανακοίνωση και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επί των εξωτερικών θεμάτων  προ των πυλών, ανακοινώθηκε πως το Oruc Reis επιστρέφει στη βάση του. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όμως, παρά τις ανακοινώσεις της Ελλάδας για παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, της Εθνικής μας Κυριαρχίας αλλά και των Ευρωπαϊκών συνόρων, αποφάσισε κυρώσεις μονάχα για τη Λευκορωσία για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την Τουρκία – και αυτό μόνο κατόπιν απειλής βέτο από τη Κύπρο - περιορίστηκε να ανακοινώσει πως οι προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας θα έχουν συνέπειες, αν συνεχιστούν.

Αντί η Τουρκία να αισθανθεί φόβο από την ισχύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περισσότερο μάλλον αισθάνθηκε η τελευταία φόβο από την τουρκική προκλητικότητα, με πιο έντονο και χαρακτηριστικό επεισόδιο της τελευταίας το ‘κάλεσμα’ Ερντογάν χιλιάδων προσφύγων στα ελληνικά σύνορα – επεισόδιο που προκάλεσε χάος στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών η οποία το μόνο που επιθυμεί είναι να μην ταράζονται τα συμφωνημένα.

Κάπως έτσι, ένα χρόνο μετά την ένταση με αφορμή τις ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ βρισκόμαστε πάλι να μιλάμε για την ανάγκη επιβολής κυρώσεων - αυτή τη φορά για ενέργειες αμφισβήτησης της Ελληνικής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Μιλάμε όχι απλώς για μία τρύπα στο νερό δηλαδή, από πλευράς αποτελέσματος, αλλά και για μία τεράστια απώλεια διπλωματικού κεφαλαίου: αν εμείς οι ίδιοι σαν χώρα δεν έχουμε χαράξει τις αναγκαίες κόκκινες γραμμές, και δεν αποφασίζουμε αν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα εκτείνονται στα 6 ή τα 12 ναυτικά μίλια, με τι θα συμπαραταχθούν οι σύμμαχοι μας;

Με βάση τα θέματα που έχουν τεθεί στο τραπέζι από την τουρκική πλευρά, το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε στο εξής δυστυχώς είναι νέες εθνικές υποχωρήσεις: μειωμένη επήρεια ΑΟΖ και αποστρατικοποίηση στα νησιά, πίεση για αναγνώριση των τετελεσμένων όπως το τουρκολυβικό Σύμφωνο, καθώς και διαρκής εκβιασμός στο προσφυγικό ζήτημα. Κυρώσεις πάντως από το Ευρωπαϊκο Συμβούλιο τόσο άμεσα και χωρίς δική μας στρατηγική, ας μην αναμένουμε.

More in Εξωτερικη πολιτικη
Comments