Τι συμβαίνει με τα Μουσεία; – Διανύοντας την «Τέταρτη Μεταπολεμική Περίοδο»;

Τι συμβαίνει με τα Μουσεία; – Διανύοντας την «Τέταρτη Μεταπολεμική Περίοδο»;

Οι ιστορικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια εκτύλιξης του Δευτέρου Παγκοσμίου (1940, κ.εξ.) και Εμφυλίου Πολέμου (1946-1948), στιγμάτισαν αρνητικά το πλαίσιο ανάπτυξης δραστηριοτήτων των μουσειακών χώρων, όπως για παράδειγμα εκείνων που παρουσιάστηκαν ως θεματοφύλακες της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής πολιτισμικής κληρονομιάς από τα τέλη του 19ου, και πιο συγκεκριμένα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους (1830). Πολλά μουσεία, για εύλογους λόγους, ακολουθώντας τις νέες οδηγίες, όπως αυτές εξεδόθησαν από την Γενική Διεύθυνση Αρχαιολογίας στις 11 Νοεμβρίου του 1940, αφενός, προχώρησαν σε προσωρινή παύση των όποιων λειτουργιών-υπηρεσιών τους, και αφετέρου, επέλεξαν την αποθήκευση, κυρίως, των γλυπτών και κεραμικών ευρημάτων τους, σε (ημι)υπόγειους χώρους, είτε των οικείων εγκαταστάσεων, είτε έτερων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων σε κοντινή απόσταση, όπως σχολικών μονάδων και θεατρικών σκηνών (Νικολακέα, 2008: 57). Επιπλέον, μία σειρά σημαντικών για την συμβολή στην εθνική έρευνα περιοδικών ιστορικού, αρχαιολογικού και εθνολογικού ενδιαφέροντος με ακαδημαϊκές προδιαγραφές ανέστειλαν την εκδοτική παραγωγή τους (τύπωση, ανατύπωση κ.λπ.) μέχρι νεοτέρας.

Εν τούτοις, το παρόν σκηνικό βελτιώθηκε σημαντικά μετά το πέρας των παραπάνω πολεμικών συρράξεων, δηλαδή, κατά την έναρξη της λεγόμενης «Μεταπολεμικής Περιόδου» (1948, κ.εξ.), όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Μούλιου, η οποία εντοπίζει τρείς διαφορετικές και συνεχόμενες φάσεις, αναφορικά με την αναδιοργάνωση των αρχαιολογικών μουσειακών χώρων εντός του εν λόγω διαστήματος (Mouliou, 2008: 83-83).

Η «Πρώτη Μεταπολεμική Περίοδος» (1948-1976) δύναται να ταυτιστεί με μία περίοδο «Πολιτισμικής Ακμής», ή με αλλά λόγια «Αναγέννησης», σε κάθε επίπεδο, καθώς, οι κατά τόπους Εφορείες Αρχαιοτήτων, μερίμνησαν, από τη μία πλευρά, για την άμεση αποκατάσταση των τυχόν κτιριακών ζημιών, εκτεταμένων ή/και μη, και από την άλλη πλευρά, για την επανένταξη των αρχαιολογικών ευρημάτων στους ειδικά διαμορφωμένους εκθεσιακούς χώρους, μόνιμης ή/και περιοδική χρήσης. Επιπλέον, κρίθηκε απαραίτητη η οργάνωση νέων ερευνητικών προγραμμάτων αρχαιολογικής φύσης (π.χ. ανασκαφές, έρευνα πεδίου) σχεδόν σε όλο το μήκος και πλάτος της ελληνικής επικράτειας, χωρίς να λησμονείται καταφανώς πλέον η αξία της προστασίας των ευρισκόμενων αντικείμενων (Ν. 1469/1950), τα οποία κατά τον προηγούμενο αιώνα αποτέλεσαν πολλάκις προϊόντα άμεσης αγοραπωλησίας σε φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα του δημόσιου ή/και ιδιωτικού δικαίου της αλλοδαπής (π.χ. Λόρδος Έλγιν, Μουσεία, Αρχαιολογικά Ινστιτούτα). Βεβαίως, αξίζει να σημειωθεί ότι ένα εύρος παραγόντων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι δημοσιονομικές δυσπραγίες, η διαπιστωμένη έλλειψη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, και η ανάγκη παράλληλης έναρξης εργασιών ανακαίνισης, λειτουργούσε περιστασιακά ως ανάχωμα προς την εφαρμογή της νέας πολιτικής γραμμής. Καθοριστικός υπήρξε ο κατευθυντήριος και γεμάτος όραμα για τη μελλοντική πορεία της αρχαιολογικής επιστήμης ρόλος τριών προσωπικοτήτων-αρχαιολόγων με ανώτερα διοικητικά καθήκοντα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο παλαιό Μουσείο Ακροπόλεως και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, ήτοι των Χ. Καρούζου, Γ. Μηλιάδη, και Ν. Πλάτων, αντιστοίχως, όπως μαρτυρείται από τον δημοσιογραφικό τύπο της εποχής (π,χ. Δοντάς, 1987: 116-118. Πρβλ.: Ἐλευθερία, 17/04/1960, Τεύχος 9).

Η «Δεύτερη Μεταπολεμική Περίοδος» (1977-1996), αν και χαρακτηρίζεται βιβλιογραφικά ως περίοδος «διεύρυνσης» των μουσείων προς το κοινό αυτών, κυρίως, μέσω διοργάνωσης εκπαιδευτικών προγραμμάτων, συνήθως, προσανατολισμένων στις επιθυμίες και ανάγκες ενός μη ειδικά καταρτισμένου ακροατηρίου ενηλίκων, φαίνεται ότι στην πραγματικότητα το εν λόγω εγχείρημα δεν στέφθηκε από επιτυχία. Θεωρητικά, ο ρόλος των δράσεων αυτών επιδίωκε τη δόμηση μίας ανανεωμένης μουσειακής εξωστρέφειας, μέσω της ανάπτυξης-γνωστοποίησης ενός κοινωνικού χαρακτήρα· με άλλα λόγια, ενός ρόλου σύνθετης επικοινωνιακής ρητορικής που διαπερνάει το στείρο περιβάλλον έκθεσης και φύλαξης των αρχαιολογικών ευρημάτων, δηλαδή, τους «απομονωμένους» κοινωνικά χώρους του χωροταξικού περιβάλλοντος των άστεων και της υπαίθρου (Βουδούρη, 2003· Mouliou, 2008: 92-99· Ορφανίδη & Λυριτζής, 2013· Χουρμουζιάδη, 2006). Βέβαια, η νέα πραγματικότητα, θα εμφανίσει τάσεις (επ)αναδόμησης και (επ)αναπροσδιορισμού, κατά τις επόμενες δεκαετίες, όταν το ολοένα και πιο εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό των μουσείων αρχίζει να συνειδητοποιεί το μέγεθος του εκπαιδευτικού-κοινωνικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ένας μουσειακός χώρος τοπικής εμβέλειας, και δη αρχαιολογικού υποβάθρου, σε μία ποικιλία πληθυσμιακών ομάδων, με διακριτά δημογραφικά χαρακτηριστικά, στοιχεία προσωπικότητας, ή/και άλλα γνωρίσματα που χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης, όπως είναι το επίπεδο πρακτικής/λεκτικής νοημοσύνης, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, οι κινητικές δυσκολίες, και η μειωμένη όραση.

Το 1983 ιδρύεται στην Αθήνα το ελληνικό παράρτημα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (International Council of Museums/ICOM, 1946), ως απότοκο της επίμονης προσπάθειας των εργαζομένων στα ελληνικά μουσεία να συνδιαλεχθούν σε επίπεδο ανταλλαγής θεωρητικών γνώσεων και προσωπικών εμπειριών περί διαχείρισης πολιτισμικών αγαθών, τόσο με συναδέλφους από το χώρο της αλλοδαπής, όσο και με το κοινό επίσκεψης του χώρου εργασίας των ίδιων, μέσω προώθησης πιλοτικών και ειδικά σχεδιασμένων δραστηριοτήτων γνωριμίας αυτού με τον ελληνικό υλικό πολιτισμό (Ζίας, 1993:13-14).

Η «Τρίτη Μεταπολεμική Περίοδος» (1997-σήμερα) εκλαμβάνεται ως το διάστημα αθρόων οικονομικών επενδύσεων προς τα δημόσια μουσεία, δηλαδή, της εξασφάλισης των κονδυλίων που απαιτούνται για τη συστηματική διοργάνωση των οικείων πολιτισμικών οργανισμών, κατά βάση, μέσω του Δεύτερου (1994-1999) και Τρίτου (2000-2006) Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του πρώην Υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠΠΟ, 2008: 7), και όχι, μέσω διάφορων περιστασιακών οικονομικών συμβολών μικρής κλίμακας, όπως συνέβαινε, ήδη, κατά τα προηγούμενα έτη (Mouliou, 2008: 99-101). Μάλιστα, σύμφωνα με το Ν. 3028/2002 «Περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας», δίνεται για πρώτη φορά ο επίσημος ορισμός της έννοιας του «Μουσείου» (άρθ. 45, παρ. 1), ενώ ταυτόχρονα θεσπίζεται ένα συγκεκριμένο σύστημα πιστοποίησης τους, ανάλογα με την αποστολή και το όραμα αυτών, εντός του οποίου συγκαταλέγεται ένα πλήθος αρμόδιων υπουργικών φορέων, όπως είναι τα Τοπικά Συμβούλια Μουσείων (άρθ. 49), το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο/ΚΑΣ & το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων/ΚΣΝΜ  (άρθ. 50), και το Συμβούλιο Μουσείων (άρθ. 52) (Βουδούρη, 2003: 117-119). Δύο χρόνια αργότερα, με αφορμή το έτος διεξαγωγής των εικοστών πέμπτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, το 2004, ένα πλήθος μουσειακών χώρων αρχαιολογικού κατά βάση ενδιαφέροντος, ακόμα και μικρότερου βεληνεκούς ή/και με έδρα την ελληνική περιφέρεια, πλησίον της ευρύτερης αττικής γεωγραφικής ζώνης (π.χ. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας, παλαιό και νέο Μουσείο Ολυμπίας), προχώρησαν αποφασιστικά προς την εκπλήρωση της αποστολής και του οράματός της ιδρυτικής διακήρυξης τους, καταφέρνοντας με τη δέσμευση χρηματικών πόρων να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα των υποδομών και των προσφερόμενων υπηρεσιών τους, υπολογίζοντας σε μία σχεδόν καθημερινή και διόλου περιορισμένη προσέλευση Ελλήνων και αλλοδαπών επισκεπτών/επισκεπτριών.

Ακόμη, φαίνεται ότι δεν έλλειψε η εκ νέων θεμελίων καλλιέργεια μίας ρητορικής, η οποία έδινε εναργώς έμφαση στην ανάγκη άμεσης ένταξης των μουσείων στον ακαδημαϊκό-ερευνητικό τομέα της χώρας. Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι τέθηκαν οι βάσεις για την ποικιλότροπη και πολυδιάστατη ανάπτυξη ενός νέου επιστημονικού κλάδου, εκείνου του «Μουσειολογίας-Μουσειογραφίας». Οι σπουδές οργάνωσης και διαχείρισης του όποιου μουσειακού υλικού αποτέλεσαν, αρχικά, τμήμα των Προπτυχιακών και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Τμήμα Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας της Σχολής Επιστήμης της Πληροφορίας και Πληροφορικής  του Ιονίου Πανεπιστημίου (1993-1994-σήμερα), το – αν και όχι πρώτο κατά σειρά ίδρυσης πανελλαδικά – αναθεωρημένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Μουσειακές Σπουδές» (2003), καθώς και τα νεοσύστατα Τμήματα Μουσειολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πανεπιστημίου των Πατρών (2019-2020) και της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, εν λειτουργία από το 2020, κ.εξ.). Συν τω χρόνω, παρατηρήθηκε η έναρξη μαζικής συγγραφής σχετικών συγγραμμάτων, η έκδοση έντυπου ή/και ψηφιακού περιοδικού τύπου (π.χ. Τετράδια Μουσειολογίας, από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, 2004· Μουσειολογία, από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 2004· Illisia, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, 2007· Journal of Greek Media & Culture, με ειδική θεματολογία αφιερωμένη στις μουσειακές σπουδές, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Πανεπιστημίου John Moores του Λίβερπουλ/Ηνωμένο Βασίλειο, 2015· MUSEUM & EDUCATION: Μουσείο – Σχολείο – Εκπαίδευση, 2020, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού), αλλά και η πραγματοποίηση σχετικών πανελλήνιων συνεδριών-σεμιναρίων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

Όμως, ακόμα και μέσα από μια σύντομη μελέτη των παραπάνω προκύπτει πλέον η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό του διαχωρισμού των περιόδων οργάνωσης και προβολής του μουσειακού υλικού. Οι νέες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και συγκυρίες, όπως λαμβάνουν χώρα, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο, οδηγούν στην ανάγκη αναπροσαρμογής των βασικών στόχων των μουσείων, ή με αλλά λόγια στη συγκρότηση μιας συμβατής με το σημερινό γίγνεσθαι εικόνας. Ζητήματα όπως η πολυπολιτισμικότητα, η σύναψη βραχυχρόνιων ή/και μακροχρόνιων χορηγικών συμφωνιών με φορείς του ιδιωτικού τομέα, η διευρυμένη χρήση ψηφιακών μέσων – τόσο σε επίπεδο εικονικής ξενάγησης όσο και σε επίπεδο διαφήμισης-προβολής των μουσειακών υπηρεσιών – και ασφαλώς η εν γένει επικαιροποίηση των αξόνων δράσης της προηγούμενης περιόδου συνύφαναν ένα νέο πλέγμα πραγματικότητας (βλ. ενδεικτικά: Μούλιου, 2014, 77-111).

Κομβικό χρονικό σημείο στην εμφάνιση μιας «Τέταρτης Μεταπολεμικής Περιόδου», λοιπόν, δύναται κατά μια άποψη να θεωρήσουμε το έτος 2011, ήτοι, το έτος έκδοσης της υπ. αρ. ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΝΕΠΟΚ/Δ/93783/1682/30-9-2011 Υπουργικής Απόφασης με τίτλο «Ίδρυση και αναγνώριση μουσείου κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 45 του Ν. 3028/2002» (ΦΕΚ  2385/Β/26-10-2011). Σύμφωνα με αυτήν, προβλέπονται τα κριτήρια, που θα πρέπει να πληρούν τα μουσεία στην Ελλάδα, ώστε να λάβουν την πιστοποίηση, επομένως και την οικονομική ενίσχυση οποιασδήποτε κλίμακας. Επίσης  για  τα  πιστοποιημένα  μουσεία  προβλέπεται  μια  ενιαία αντιμετώπιση  από  το  Κράτος  με  διαφανείς  διαδικασίες  χρηματοδότησης. Ούτως ή άλλως,  το Υπουργείο Πολιτισμού διαθέτει πλέον – και λόγω της ευρύτερης οικονομικής κρίσης – σχετικά περιορισμένους πόρους, συνεπώς η λογική του  εγχειρήματος  είναι  να  δοθεί η  κρατική  επιχορήγηση  στα  «καλύτερα» [(πώς όμως ορίζεται αυτό σήμερα(;)] μουσεία. Η διαδικασία είναι η ακόλουθη: όλα τα μουσεία υποβάλλουν τα πιστοποιητικά τους ώστε να  ελεγχθεί  κατά  πόσον  μπορεί  να  υπαχθούν  στο  νέο  σύστημα.  Οι υποχρεωτικοί όροι προβλέπουν την κατοχή οργανωμένων συλλογών έργων τέχνης, το κτήριο να είναι ιδιόκτητο,  να υπάρχει καταστατικό και προσωπικό, καθώς επίσης και σύστημα  διαχείρισης  και  οικονομοτεχνική  μελέτη  βιωσιμότητας  και  κόστους-ωφέλειας. Και, βέβαια, όλα τα περιουσιακά στοιχεία να έχουν αποκτηθεί με νόμιμο τρόπο. Τα μουσεία που θα περάσουν αυτή τη διαδικασία αξιολόγησης, θα ενταχθούν σε  έναν  φορέα,  ο  οποίος  θα  αναφέρεται  στη  συνέχεια  σε  κάθε  δράση  τους  ως επιβεβαίωση  της  αρτιότητάς  τους (ΥΠΠΟ, 2011: 1-6) [1].

Όπως, γίνεται αντιληπτό από την περιγραφή των γενικών χαρακτηριστικών των επιμέρους χρονικών διαστημάτων της Μεταπολεμικής Ελλάδας, το νομοθετικό σύστημα, αρχικά τουλάχιστον, δεν έθεσε στο επίκεντρο την ανάπτυξη ουσιαστικών προσπαθειών προσέγγισης του κοινού εκ μέρους των μουσείων, καθώς προάσπισε αποκλειστικά τους προφανείς στόχους ίδρυσης αυτών, δηλαδή, της ανάδειξης, προστασίας και συντήρησης του υλικού πολιτισμού, όπως διαπιστώνεται, επί παραδείγματι, από την ενδελεχή ανάγνωση του Π.Δ. 941/1977 με τίτλο «Περί Ὀργανισμού τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ», όπου αναφέρεται το προς μελέτη θεσμικό-οργανωτικό πλαίσιο τεσσάρων μουσείων αρχαιολογικού υποβάθρου με έδρα την Αθήνα, του Εθνικού και Αρχαιολογικού Μουσείου, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, του Επιγραφικού και του Νομισματικού Μουσείο (Πάντος, 2001, για πλήρη ανάπτυξη της νομοθεσίας από το 1932 κ. εξ.). Ακόμα, από το ίδιο Π.Δ. απορρέει η εγκαθίδρυση μίας περίπλοκης-μη ομαλώς λειτουργικής γραφειοκρατικά οργανωτικής διάρθρωσης και λειτουργίας των μουσείων (π.χ. διορισμός επιστημονικού ή/και λοιπού επικουρικού προσωπικού, κριτήρια χρηματοδότησης, κωλύματα συνεργειών δύο ή/και περισσότερων μουσειακών οργανισμών) (Ζώης, 1990: 12), ενώ για πρώτη φορά στο ελληνικό γίγνεσθαι καταμερίζεται, επισήμως και αυστηρώς, χρονικά η επιστημονική προσέγγιση του αρχαιολογικού υλικού εκ μέρους των δημόσιων αρμόδιων φορέων, ήτοι των Εφορειών Αρχαιοτήτων, οι οποίες πλέον χαρακτηρίζονται ως «Προϊστορικές-Κλασικές», και «Βυζαντινές» (σήμερα ο εν λόγω διαχωρισμός δεν υφίσταται, καθώς οι Εφορείες Αρχαιοτήτων έχουν ενοποιηθεί).

Μολαταύτα, ενθαρρυντικό υπήρξε το γεγονός ότι το ίδιο έτος, βάσει του Ν. 654/1977 με τίτλο «Περί τροποποιήσεως τῶν ‘Περί Ἀρχαιοτήτων καὶ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου’», επιτρέπεται η εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό, εφόσον, όμως, τα ευρήματα διατίθενται για την υλοποίηση περιοδικών εκθέσεων, και όχι για την εξυπηρέτηση έτερων σκοπιμοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι τα Αρχαιολογικά Μουσεία προχωρούν, αν και με συγκρατημένο – έως και επιφυλακτικό – ρυθμό, προς την σύναψη διεθνών σχέσεων προβολής, και κατ’ επέκτασης, συνεργασίας με ομόλογους πολιτισμικούς φορείς. Πράγματι, επρόκειτο για μία δειλά-δειλά εκφραζόμενης συνεργαζόμενης πολιτικής γραμμής, εφόσον πολλές φορές ανώτερα διοικητικά στελέχη αρχαιολογικών φορέων επέκριναν αντίστοιχες διαδικασίες με το αιτιολογικό πρόσχημα ότι, για παράδειγμα, μία τέτοια εξαγωγή έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των αρχαιοτήτων ή μείωνε την επισκεψιμότητα των Αρχαιολογικών Μουσείων, ειδικά, κατά τους θερινούς μήνες (Καρούζος, 1991: 85).

Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι άρχισε να μεταβάλλεται προοδευτικά μετά το τέλος της επιβολής της Στρατιωτικής Δικτατορίας στην Ελλάδα (1974). Το Υπουργείο Πολιτισμού σε άρρηκτη συνεργασία με τις εκάστοτε Εφορείες Αρχαιοτήτων και τα μουσεία που υπάγονται σε αυτές, ανέλαβε, τότε, υπό το πρίσμα ειδικά σχεδιασμένων προγραμμάτων, την εξαγωγή ενδεικτικών – και συνειδητά επιλεγμένων – παραδειγμάτων του αρχαίου και βυζαντινού ελληνικού υλικού πολιτισμού, προκειμένου τα τελευταία να στελεχώσουν περιοδικές εκθέσεις σε δημόσια μουσεία αλλά και ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού. Απώτερος σκοπός των εξαγόμενων εκθεμάτων ορίζεται η – ακροθιγώς προπαγανδιστική – ενδυνάμωση της εξελισσόμενης στο διάβα των αιώνων ελληνικής ταυτότητας μεταξύ των λοιπών ευρωπαϊκών πολιτισμικών κύκλων με μακρόχρονο παρελθόν (π.χ. ιταλικός-ρωμαϊκός πολιτισμός, αγγλοσαξονικός-κελτικός πολιτισμός) (Mouliou, 1996, όπου δίνονται αναλυτικά τα στοιχεία των εκθέσεων). Αυτό, ήτο δυνατό να καταστεί σαφές μέσω της ανάδειξης, πρώτον, της πλούσιας και ευρέως αξιοθαύμαστης αρχαίας ελληνικής πολιτισμικής παραγωγής, η οποία μετουσιώνεται, κατά κανόνα, στη γλυπτική τέχνη της Κλασικής Αθήνας, και της αχανούς και κοσμοπολίτικης Αλεξανδρινής Αυτοκρατορίας των Ύστερων Κλασικών-Ελληνιστικών Χρόνων, και δεύτερον, της υψηλόπνοης χριστιανικής και βυζαντινής τέχνης, με έμφαση στις περιόδους επιστροφής και αναζήτησης των παλαιοτέρων κλασικών προτύπων, δηλαδή, των «αναγεννησιακών» φάσεων του ελληνικού μεσαιωνικού συνεχούς, λ.χ. της «Παλαιολόγειας Αναγέννησης» (Hamilakis & Yalouri, 1996· Mouliou, 2008: 93-95· Πετράκος, 1998: 72) [2].

Κάθε μουσείο, όμως, πέρα των υπολοίπων, οφείλει να αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών/επισκεπτριών και φορέα ενεργοποίησης, κυρίως, των γνωστικών λειτουργιών, ήτοι φορέα «ορθολογικής ψυχαγωγίας» (Μπαντιμαρούδης, 2011: 41-42), Ελλήνων και μη, οι οποίοι με τη σειρά τους, οφείλουν να ακολουθούν μία μακροσκελή σειρά αυστηρών απαγορεύσεων, προκειμένου να συμπεριφέρονται ευπρεπώς εντός των σχετικών χώρων, και ασφαλώς, να μην θέτουν επ’ ουδενί σε κίνδυνο το φυλαχθέν ιστορικό περιεχόμενο, σύμφωνα με το άρθ. 1 της Τουριστικής Αστυνομικής Διάταξης με τίτλο «Περί μέτρων τάξεως καὶ εὐκοσμίας εἰς τους ἀρχαιολογικούς χώρους, ἱστορικούς τόπους κ.λπ.») (ΦΕΚ 426/Β/05-05-1979, άρθ. 1). Το μουσείο θεμελιώνεται, δηλαδή, στην ανθρώπινη συνείδηση με την επιβολή συγκεκριμένων ορίων κοινωνικής συμπεριφοράς, ή έτι περισσότερο, πειθαρχικών πρακτικών (Καυταντζόγλου, 2001: 52-54).

Το παρόν πλαίσιο, δυστυχώς, θα αργήσει να αλλάξει άρδην, παρά τις πρώτες προσπάθειες επιτονισμού του εκπαιδευτικού-κοινωνικού ρόλου των μουσείων, που θα αναπτυχθούν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με πρωτοπόρους μουσεία μικρού βεληνεκούς της ευρύτερης ελληνικής περιφέρειας. Διαπιστώνεται, με άλλα λόγια, ότι, για παράδειγμα, το καινοτόμο πρόγραμμα του Αρχαιολογικού Μουσείου στο Αργοστόλι του πρώην Ν. Κεφαλληνίας-Ιθάκης, με τίτλο «Το Μουσείο ως Χώρος Εκπαίδευσης και η Σχέση του με το Σχολείο», που εγκαινιάστηκε το 1982, και προέβλεπε την επιμόρφωση εκπαιδευτικών όλων των ειδικοτήτων που υπηρετούσαν σε σχολικές μονάδες των οικείων Διευθύνσεων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δεν αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση από άλλους σχετικούς φορείς κατά το άμεσο χρονικό διάστημα. Παρόλα, αυτά λειτούργησε ως βάση, έστω και για την οργάνωση μεμονωμένων μουσειο-εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία, και αυτή τη φορά εστίαζαν αποκλειστικά στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αφήνοντας στο περιθώριο την ανάγκη αλληλεπίδραση των μαθητών/μαθητριών με τις πολύπτυχες εκφάνσεις του υλικού πολιτισμού. Τα προγράμματα αυτά, υλοποιήθηκαν, όχι σε συνεχές διάστημα, αρχικά, υπό την αιγίδα του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (1988 κ.εξ.), και εν συνεχεία, μέσω της εφαρμογής του προγράμματος «Μελίνα: Εκπαίδευση και Πολιτισμός» (1994 κ.εξ., στο Πρόγραμμα σημαντική είναι η συμβολή του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού, όπως αυτή αναπτύσσεται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας) (Χατζηνικολάου, 2002).

Ο πολυδιάστατος ρόλος των μουσείων θα καταστεί σαφής για πρώτη φορά, επισήμως, στο ελληνικό γίγνεσθαι, μόλις το 2002, με την ψήφιση του Ν. 3028/2002. Η παρούσα νομοθεσία, η επεξεργασία της οποίας είχε ξεκινήσει, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 (Παπαπετρόπουλος, 2006: 5-13), αφενός έθετε συλλήβδην εκτός λειτουργίας το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο των προηγούμενων νομικών διατάξεων (π.χ. 1932, 1977, 1979), και αφετέρου, προμήνυε την έναρξη μίας καρποφόρας περιόδου, αναφορικά με τον ρόλο των μουσείων στη σύγχρονη ελληνική-δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία, τα οποία δεν καθορίζονταν, πλέον, βάσει των συλλογών τους, αλλά των λειτουργιών και της προσφοράς τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθ. 45, παρ. 1). Τεκμαίρεται, δηλαδή, ότι τα μουσεία προσεγγίζονται, αφενός, ως αναπόσπαστα τμήματα ανάδειξης-συγκέντρωσης-διαφύλαξης σημαντικών πτυχών της ελληνικής ιστορικής παράδοσης, και αφετέρου, ως οργανισμοί εκτελούντες χρέη (υψηλής) ιστορικο-κοινωνικής επιμόρφωσης.

Ένα χρόνο αργότερα, το 2003, λίγους μήνες μετά την έκδοση του ΠΔ 191/2003 (ΦΕΚ 146/Α/13-06-2003), σύμφωνα με το οποίο αυξανόταν σημαντικά ο αριθμός των πρότερων «Προϊστορικών-Κλασικών» και «Βυζαντινών» Εφορειών Αρχαιοτήτων, με σκοπό, κυρίως, την αποφόρτιση των εργαζομένων από μία σειρά παράλληλων και δυσεπίλυτων επαγγελματικών καθηκόντων (π.χ. καταγραφή-αρχειοθέτηση, συντήρηση, φωτογράφιση, σχεδιασμός), μέσω της πρόσληψης νέου προσωπικού, φαίνεται ότι η επαγγελματική εξειδίκευση του «Μουσειολόγου» λαμβάνεται, σοβαρά, υπόψιν από ένα πλήθος πολιτισμικών οργανισμών αρχαιολογικού προσανατολισμού με επιβαρυμένο εκπαιδευτικό-κοινωνικό ρόλο οργάνωσης, τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα, όσο και στην περιφέρεια.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, βάσει της δημόσιας προκήρυξης διορισμού επιστημονικού προσωπικού αορίστου χρόνου υπ. αριθ. 22/1Γ/2003, προβλεπόταν η κάλυψη οκτώ θέσεων «Αρχαιολόγων-Μουσειολόγων/Μουσικοπαιδαγωγών», με υποχρεωτική προϋπόθεση την επιτυχή αποπεράτωση γραπτών εξετάσεων επί του γνωστικού αντικειμένου, βάσει των υποδείξεων-κριτηρίων που τέθηκαν το Υπουργείο Πολιτισμού, σε συνεργασία με το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού/ΑΣΕΠ (ΦΕΚ 556/Β/23-10-2003). Σαφώς, αν και από την μία πλευρά, σε καμία περίπτωση αυτός ο περιορισμένος αριθμός θέσεων αυτών δεν ήτο δυνατόν να καλύψει επαρκώς τις διευρυμένες, πλέον και θεσμικά, λειτουργίες-πρακτικές των μουσειακών χώρων, από την άλλη, δεν παύει να αποτελεί μία ελπιδοφόρα νεογιλή προσπάθεια αντιμετώπισης των μουσείων με πνεύμα κριτικής σκέψης. Ως εκ τούτου, κρίνεται απαραίτητη η επάνδρωση των μουσείων με ειδικό προσωπικό, ικανό όχι μόνο να καταγράψει, περιγράψει και ερμηνεύσει τα φυλασσόμενα ευρήματα, αλλά ταυτόχρονα να προχωρήσει στη βέλτιστη παρουσίαση αυτών προς το κοινό μέσω προσεκτικά επιμελούμενων εκθέσεων κάθε είδους, ακόμα και διαθεματικού ή/και διαπολιτισμικού χαρακτήρα.

Καταληκτικά, λοιπόν, υπογραμμίζουμε ότι διανύουμε μια εποχή, η οποία θέτει επί τάπητος πολλούς προβληματισμούς για το μέλλον της μουσειακής οργάνωσης, με άλλα λόγια, για το μέλλον της αξιοποίησης και προβολής της εγχώριας πολιτισμικής κληρονομιάς. Τα μουσεία ως θεματοφύλακες του παρελθόντος τροφοδοτούν το σκέπτεσθαι των πολιτών με ποικίλες εικόνες, σκέψεις, ακόμα και συναισθηματικές εξάρσεις, ειδικά όταν ανασύρουν στην επιφάνεια το ζήτημα του «εθνικού». Κάπου εκεί, ναι, υπάρχει το «εθνικό» αλλά υπάρχει και το «υπερ-εθνικό», το «διαπολιτισμικό», το «διαφορετικό». Και για να φθάσουμε σε αυτό, πρώτα από όλα οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τα όσα γνωρίζουμε (ή δε γνωρίζουμε) για τα μουσεία, να καλωσορίζουμε μια «Τέταρτη Περίοδος». Δεν έχει σημασία εάν αυτή η περίοδος «ξεκίνησε» το 2011, το 2012, το 2013, ή φέτος. Σημασία έχει ότι δηλώνει παρούσα! Εσείς;

Σημειώσεις

[1] Η κρατική χρηματοδότηση ορίζεται επίσης από τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/Α/28-06-2002) «Περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας» (άρθ. 45, παρ. 15).

[2] Βλ. συζήτηση περί «άρθρου 59» του υπό συζήτηση νομοσχεδίου του ΥΠΠΟΑ σχετικά με τον δανεισμό πολιτισμικού υλικού των ελληνικών μουσείων σε μουσεία της αλλοδαπής. Ενδεικτικά, βλ.: Συντακτική ομάδα του efsyn.gr (2020). Η υπ. Πολιτισμού θεσμοθετεί την εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό για 50 χρόνια. efsyn.gr (08/12/2020). Συντακτική ομάδα του culturenow.gr (2020). ΥΠΠΟΑ: Δανεισμός ελληνικών αρχαιοτήτων σε ξένα μουσεία έως και για 50 χρόνια. culturenow.gr (09/12/2020).


Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελληνικές

Βουδούρη, Δ. (2003). Κράτος και Μουσεία: Το Θεσμικό Πλαίσιο των Αρχαιολογικών Μουσείων. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας.

Δοντάς, Γ. (1987). Ο Χρήστος Καρούζος και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νέα Εστία, 112, 116-118.

Ζίας, Ν (1993). Τα Δέκα Χρόνια του Ελληνικού Τμήματος ICOM. ICOFOM Studies Series, 22, 13-14.

Ζώης, Α. (1990). Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα: Πραγματικότητες και Προοπτικές. Αθήνα: Εκδόσεις Πολύτροπο.

Καρούζος, Χ. (1991). Σημείωμα περί της Στάσεως των Ελλήνων Αρχαιολόγων έναντι του Ζητήματος της Εκθέσεως Έργων της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης εν Αμερική. Μέντωρ, 16, 83-85.

Καυταντζόγλου, Ρ. (2001). Στη Σκιά του Ιερού Βράχου. Τόπος και Μνήμη στα Αναφιώτικα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μούλιου, Μ. (2014). Τα μουσεία τον 21ο αιώνα: προκλήσεις, αξίες ρόλοι, πρακτικές. Στο: Γ. Μπίκος, & Α. Κανιάρη (επιμ.). Μουσειολογία, Πολιτιστική Διαχείριση και Εκπαίδευση (σελ. 77-111). Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Μπαντομαρούδης, Φ. (2011). Πολιτιστική επικοινωνία. Οργανισμοί, θεωρίες, μέσα. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Νικολακέα, Ν. (2008). Η Προστασία των Αρχαιοτήτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο: Μ. Τσιποπούλου (επιμ.). «…Ανέφερα Εγγράφως…». Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (σελ. 57-60). Αθήνα: ΔΕΑΜ.

Ορφανίδη, Λ., & Λυριτζής, Ι. (2013). Εισαγωγή στη μουσειολογία και στην προληπτική συντήρηση (3η έκδ.). Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδμίτσας.

Πάντος, Δ. (2001). Κωδικοποίηση νομοθεσίας για την πολιτισμική κληρονομιά κατά θέματα. Α. Ελληνική νομοθεσία. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού – Διεύθυνση Αρχείου Μνημείων & Δημοσιευμάτων.

Παπαπετρόπουλος, Δ. (2006). Ο Νόμος 3028/2002 για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας.

Πετράκος, Χ. Β. (1998). Η Ελληνική Αντίληψη για τα Μνημεία από τον Κυριάκο Σ. Πιττάκη έως Σήμερα. Μέντωρ, 47, 65-73.

Χουρμουζιάδη, Α. (2006). Το Ελληνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας.

ΥΠΠΟ (2008). Αρχαιολογικά Μουσεία και Συλλογές στην Ελλάδα. Αθήνα: Διεύθυνση Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων.

ΥΠΠΟ (2011). Η Αναγνώριση των Μουσείων. Μέρος Α΄. Στο: http://eservices.yppo.gr/files/diadikasia%20anagnorisis.pdf (11/04/2021).

Χατζηνικολάου, Τ. (2002). Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων και η Μουσειοπαιδαγωγική. Στο: Γ. Κόκκινος, & Ε. Αλεξάκη (επιμ.). Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή (σελ. 101-107). Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ξενόγλωσσες

Hamilakis, Y., & Yalouris, E. (1996). Antiquities as a Symbolic Capital in Modern Greek Society. Antiquity, 70, 117-129.

Mouliou, M. (1996). Ancient Greece its Classical Heritage and the Modern Greeks: Aspects of Nationalism and Exhibitions. In: J. Atkinson (ed.). Nationalism and Archaeology (pp. 174-199). Glasgow, UK: Gruithe Press.

Mouliou, M. (2008). Museum Representations of the Classical Past in Post-War Greece: A Critical Analysis. In: D., Damaskos, & D., Plantzos (eds.). A Singular Antiquity (pp. 83-109). Athens: Benaki Museum.

More in Πολιτισμός
Comments
Τι συμβαίνει με τα Μουσεία; – Διανύοντας την «Τέταρτη Μεταπολεμική Περίοδο»;

Τι συμβαίνει με τα Μουσεία; – Διανύοντας την «Τέταρτη Μεταπολεμική Περίοδο»;

Οι ιστορικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια εκτύλιξης του Δευτέρου Παγκοσμίου (1940, κ.εξ.) και Εμφυλίου Πολέμου (1946-1948), στιγμάτισαν αρνητικά το πλαίσιο ανάπτυξης δραστηριοτήτων των μουσειακών χώρων, όπως για παράδειγμα εκείνων που παρουσιάστηκαν ως θεματοφύλακες της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής πολιτισμικής κληρονομιάς από τα τέλη του 19ου, και πιο συγκεκριμένα, μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους (1830). Πολλά μουσεία, για εύλογους λόγους, ακολουθώντας τις νέες οδηγίες, όπως αυτές εξεδόθησαν από την Γενική Διεύθυνση Αρχαιολογίας στις 11 Νοεμβρίου του 1940, αφενός, προχώρησαν σε προσωρινή παύση των όποιων λειτουργιών-υπηρεσιών τους, και αφετέρου, επέλεξαν την αποθήκευση, κυρίως, των γλυπτών και κεραμικών ευρημάτων τους, σε (ημι)υπόγειους χώρους, είτε των οικείων εγκαταστάσεων, είτε έτερων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων σε κοντινή απόσταση, όπως σχολικών μονάδων και θεατρικών σκηνών (Νικολακέα, 2008: 57). Επιπλέον, μία σειρά σημαντικών για την συμβολή στην εθνική έρευνα περιοδικών ιστορικού, αρχαιολογικού και εθνολογικού ενδιαφέροντος με ακαδημαϊκές προδιαγραφές ανέστειλαν την εκδοτική παραγωγή τους (τύπωση, ανατύπωση κ.λπ.) μέχρι νεοτέρας.

Εν τούτοις, το παρόν σκηνικό βελτιώθηκε σημαντικά μετά το πέρας των παραπάνω πολεμικών συρράξεων, δηλαδή, κατά την έναρξη της λεγόμενης «Μεταπολεμικής Περιόδου» (1948, κ.εξ.), όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Μούλιου, η οποία εντοπίζει τρείς διαφορετικές και συνεχόμενες φάσεις, αναφορικά με την αναδιοργάνωση των αρχαιολογικών μουσειακών χώρων εντός του εν λόγω διαστήματος (Mouliou, 2008: 83-83).

Η «Πρώτη Μεταπολεμική Περίοδος» (1948-1976) δύναται να ταυτιστεί με μία περίοδο «Πολιτισμικής Ακμής», ή με αλλά λόγια «Αναγέννησης», σε κάθε επίπεδο, καθώς, οι κατά τόπους Εφορείες Αρχαιοτήτων, μερίμνησαν, από τη μία πλευρά, για την άμεση αποκατάσταση των τυχόν κτιριακών ζημιών, εκτεταμένων ή/και μη, και από την άλλη πλευρά, για την επανένταξη των αρχαιολογικών ευρημάτων στους ειδικά διαμορφωμένους εκθεσιακούς χώρους, μόνιμης ή/και περιοδική χρήσης. Επιπλέον, κρίθηκε απαραίτητη η οργάνωση νέων ερευνητικών προγραμμάτων αρχαιολογικής φύσης (π.χ. ανασκαφές, έρευνα πεδίου) σχεδόν σε όλο το μήκος και πλάτος της ελληνικής επικράτειας, χωρίς να λησμονείται καταφανώς πλέον η αξία της προστασίας των ευρισκόμενων αντικείμενων (Ν. 1469/1950), τα οποία κατά τον προηγούμενο αιώνα αποτέλεσαν πολλάκις προϊόντα άμεσης αγοραπωλησίας σε φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα του δημόσιου ή/και ιδιωτικού δικαίου της αλλοδαπής (π.χ. Λόρδος Έλγιν, Μουσεία, Αρχαιολογικά Ινστιτούτα). Βεβαίως, αξίζει να σημειωθεί ότι ένα εύρος παραγόντων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι δημοσιονομικές δυσπραγίες, η διαπιστωμένη έλλειψη εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, και η ανάγκη παράλληλης έναρξης εργασιών ανακαίνισης, λειτουργούσε περιστασιακά ως ανάχωμα προς την εφαρμογή της νέας πολιτικής γραμμής. Καθοριστικός υπήρξε ο κατευθυντήριος και γεμάτος όραμα για τη μελλοντική πορεία της αρχαιολογικής επιστήμης ρόλος τριών προσωπικοτήτων-αρχαιολόγων με ανώτερα διοικητικά καθήκοντα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στο παλαιό Μουσείο Ακροπόλεως και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, ήτοι των Χ. Καρούζου, Γ. Μηλιάδη, και Ν. Πλάτων, αντιστοίχως, όπως μαρτυρείται από τον δημοσιογραφικό τύπο της εποχής (π,χ. Δοντάς, 1987: 116-118. Πρβλ.: Ἐλευθερία, 17/04/1960, Τεύχος 9).

Η «Δεύτερη Μεταπολεμική Περίοδος» (1977-1996), αν και χαρακτηρίζεται βιβλιογραφικά ως περίοδος «διεύρυνσης» των μουσείων προς το κοινό αυτών, κυρίως, μέσω διοργάνωσης εκπαιδευτικών προγραμμάτων, συνήθως, προσανατολισμένων στις επιθυμίες και ανάγκες ενός μη ειδικά καταρτισμένου ακροατηρίου ενηλίκων, φαίνεται ότι στην πραγματικότητα το εν λόγω εγχείρημα δεν στέφθηκε από επιτυχία. Θεωρητικά, ο ρόλος των δράσεων αυτών επιδίωκε τη δόμηση μίας ανανεωμένης μουσειακής εξωστρέφειας, μέσω της ανάπτυξης-γνωστοποίησης ενός κοινωνικού χαρακτήρα· με άλλα λόγια, ενός ρόλου σύνθετης επικοινωνιακής ρητορικής που διαπερνάει το στείρο περιβάλλον έκθεσης και φύλαξης των αρχαιολογικών ευρημάτων, δηλαδή, τους «απομονωμένους» κοινωνικά χώρους του χωροταξικού περιβάλλοντος των άστεων και της υπαίθρου (Βουδούρη, 2003· Mouliou, 2008: 92-99· Ορφανίδη & Λυριτζής, 2013· Χουρμουζιάδη, 2006). Βέβαια, η νέα πραγματικότητα, θα εμφανίσει τάσεις (επ)αναδόμησης και (επ)αναπροσδιορισμού, κατά τις επόμενες δεκαετίες, όταν το ολοένα και πιο εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό των μουσείων αρχίζει να συνειδητοποιεί το μέγεθος του εκπαιδευτικού-κοινωνικού ρόλου που καλείται να διαδραματίσει ένας μουσειακός χώρος τοπικής εμβέλειας, και δη αρχαιολογικού υποβάθρου, σε μία ποικιλία πληθυσμιακών ομάδων, με διακριτά δημογραφικά χαρακτηριστικά, στοιχεία προσωπικότητας, ή/και άλλα γνωρίσματα που χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης, όπως είναι το επίπεδο πρακτικής/λεκτικής νοημοσύνης, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, οι κινητικές δυσκολίες, και η μειωμένη όραση.

Το 1983 ιδρύεται στην Αθήνα το ελληνικό παράρτημα του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (International Council of Museums/ICOM, 1946), ως απότοκο της επίμονης προσπάθειας των εργαζομένων στα ελληνικά μουσεία να συνδιαλεχθούν σε επίπεδο ανταλλαγής θεωρητικών γνώσεων και προσωπικών εμπειριών περί διαχείρισης πολιτισμικών αγαθών, τόσο με συναδέλφους από το χώρο της αλλοδαπής, όσο και με το κοινό επίσκεψης του χώρου εργασίας των ίδιων, μέσω προώθησης πιλοτικών και ειδικά σχεδιασμένων δραστηριοτήτων γνωριμίας αυτού με τον ελληνικό υλικό πολιτισμό (Ζίας, 1993:13-14).

Η «Τρίτη Μεταπολεμική Περίοδος» (1997-σήμερα) εκλαμβάνεται ως το διάστημα αθρόων οικονομικών επενδύσεων προς τα δημόσια μουσεία, δηλαδή, της εξασφάλισης των κονδυλίων που απαιτούνται για τη συστηματική διοργάνωση των οικείων πολιτισμικών οργανισμών, κατά βάση, μέσω του Δεύτερου (1994-1999) και Τρίτου (2000-2006) Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης του πρώην Υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠΠΟ, 2008: 7), και όχι, μέσω διάφορων περιστασιακών οικονομικών συμβολών μικρής κλίμακας, όπως συνέβαινε, ήδη, κατά τα προηγούμενα έτη (Mouliou, 2008: 99-101). Μάλιστα, σύμφωνα με το Ν. 3028/2002 «Περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας», δίνεται για πρώτη φορά ο επίσημος ορισμός της έννοιας του «Μουσείου» (άρθ. 45, παρ. 1), ενώ ταυτόχρονα θεσπίζεται ένα συγκεκριμένο σύστημα πιστοποίησης τους, ανάλογα με την αποστολή και το όραμα αυτών, εντός του οποίου συγκαταλέγεται ένα πλήθος αρμόδιων υπουργικών φορέων, όπως είναι τα Τοπικά Συμβούλια Μουσείων (άρθ. 49), το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο/ΚΑΣ & το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων/ΚΣΝΜ  (άρθ. 50), και το Συμβούλιο Μουσείων (άρθ. 52) (Βουδούρη, 2003: 117-119). Δύο χρόνια αργότερα, με αφορμή το έτος διεξαγωγής των εικοστών πέμπτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, το 2004, ένα πλήθος μουσειακών χώρων αρχαιολογικού κατά βάση ενδιαφέροντος, ακόμα και μικρότερου βεληνεκούς ή/και με έδρα την ελληνική περιφέρεια, πλησίον της ευρύτερης αττικής γεωγραφικής ζώνης (π.χ. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών, Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας, παλαιό και νέο Μουσείο Ολυμπίας), προχώρησαν αποφασιστικά προς την εκπλήρωση της αποστολής και του οράματός της ιδρυτικής διακήρυξης τους, καταφέρνοντας με τη δέσμευση χρηματικών πόρων να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα των υποδομών και των προσφερόμενων υπηρεσιών τους, υπολογίζοντας σε μία σχεδόν καθημερινή και διόλου περιορισμένη προσέλευση Ελλήνων και αλλοδαπών επισκεπτών/επισκεπτριών.

Ακόμη, φαίνεται ότι δεν έλλειψε η εκ νέων θεμελίων καλλιέργεια μίας ρητορικής, η οποία έδινε εναργώς έμφαση στην ανάγκη άμεσης ένταξης των μουσείων στον ακαδημαϊκό-ερευνητικό τομέα της χώρας. Υποστηρίζεται, λοιπόν, ότι τέθηκαν οι βάσεις για την ποικιλότροπη και πολυδιάστατη ανάπτυξη ενός νέου επιστημονικού κλάδου, εκείνου του «Μουσειολογίας-Μουσειογραφίας». Οι σπουδές οργάνωσης και διαχείρισης του όποιου μουσειακού υλικού αποτέλεσαν, αρχικά, τμήμα των Προπτυχιακών και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Τμήμα Αρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας και Μουσειολογίας της Σχολής Επιστήμης της Πληροφορίας και Πληροφορικής  του Ιονίου Πανεπιστημίου (1993-1994-σήμερα), το – αν και όχι πρώτο κατά σειρά ίδρυσης πανελλαδικά – αναθεωρημένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο «Μουσειακές Σπουδές» (2003), καθώς και τα νεοσύστατα Τμήματα Μουσειολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Πανεπιστημίου των Πατρών (2019-2020) και της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος (Θεσσαλονίκη, εν λειτουργία από το 2020, κ.εξ.). Συν τω χρόνω, παρατηρήθηκε η έναρξη μαζικής συγγραφής σχετικών συγγραμμάτων, η έκδοση έντυπου ή/και ψηφιακού περιοδικού τύπου (π.χ. Τετράδια Μουσειολογίας, από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, 2004· Μουσειολογία, από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, 2004· Illisia, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, 2007· Journal of Greek Media & Culture, με ειδική θεματολογία αφιερωμένη στις μουσειακές σπουδές, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Πανεπιστημίου John Moores του Λίβερπουλ/Ηνωμένο Βασίλειο, 2015· MUSEUM & EDUCATION: Μουσείο – Σχολείο – Εκπαίδευση, 2020, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού), αλλά και η πραγματοποίηση σχετικών πανελλήνιων συνεδριών-σεμιναρίων συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

Όμως, ακόμα και μέσα από μια σύντομη μελέτη των παραπάνω προκύπτει πλέον η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό του διαχωρισμού των περιόδων οργάνωσης και προβολής του μουσειακού υλικού. Οι νέες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες και συγκυρίες, όπως λαμβάνουν χώρα, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο, οδηγούν στην ανάγκη αναπροσαρμογής των βασικών στόχων των μουσείων, ή με αλλά λόγια στη συγκρότηση μιας συμβατής με το σημερινό γίγνεσθαι εικόνας. Ζητήματα όπως η πολυπολιτισμικότητα, η σύναψη βραχυχρόνιων ή/και μακροχρόνιων χορηγικών συμφωνιών με φορείς του ιδιωτικού τομέα, η διευρυμένη χρήση ψηφιακών μέσων – τόσο σε επίπεδο εικονικής ξενάγησης όσο και σε επίπεδο διαφήμισης-προβολής των μουσειακών υπηρεσιών – και ασφαλώς η εν γένει επικαιροποίηση των αξόνων δράσης της προηγούμενης περιόδου συνύφαναν ένα νέο πλέγμα πραγματικότητας (βλ. ενδεικτικά: Μούλιου, 2014, 77-111).

Κομβικό χρονικό σημείο στην εμφάνιση μιας «Τέταρτης Μεταπολεμικής Περιόδου», λοιπόν, δύναται κατά μια άποψη να θεωρήσουμε το έτος 2011, ήτοι, το έτος έκδοσης της υπ. αρ. ΥΠΠΟΤ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΝΕΠΟΚ/Δ/93783/1682/30-9-2011 Υπουργικής Απόφασης με τίτλο «Ίδρυση και αναγνώριση μουσείου κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 45 του Ν. 3028/2002» (ΦΕΚ  2385/Β/26-10-2011). Σύμφωνα με αυτήν, προβλέπονται τα κριτήρια, που θα πρέπει να πληρούν τα μουσεία στην Ελλάδα, ώστε να λάβουν την πιστοποίηση, επομένως και την οικονομική ενίσχυση οποιασδήποτε κλίμακας. Επίσης  για  τα  πιστοποιημένα  μουσεία  προβλέπεται  μια  ενιαία αντιμετώπιση  από  το  Κράτος  με  διαφανείς  διαδικασίες  χρηματοδότησης. Ούτως ή άλλως,  το Υπουργείο Πολιτισμού διαθέτει πλέον – και λόγω της ευρύτερης οικονομικής κρίσης – σχετικά περιορισμένους πόρους, συνεπώς η λογική του  εγχειρήματος  είναι  να  δοθεί η  κρατική  επιχορήγηση  στα  «καλύτερα» [(πώς όμως ορίζεται αυτό σήμερα(;)] μουσεία. Η διαδικασία είναι η ακόλουθη: όλα τα μουσεία υποβάλλουν τα πιστοποιητικά τους ώστε να  ελεγχθεί  κατά  πόσον  μπορεί  να  υπαχθούν  στο  νέο  σύστημα.  Οι υποχρεωτικοί όροι προβλέπουν την κατοχή οργανωμένων συλλογών έργων τέχνης, το κτήριο να είναι ιδιόκτητο,  να υπάρχει καταστατικό και προσωπικό, καθώς επίσης και σύστημα  διαχείρισης  και  οικονομοτεχνική  μελέτη  βιωσιμότητας  και  κόστους-ωφέλειας. Και, βέβαια, όλα τα περιουσιακά στοιχεία να έχουν αποκτηθεί με νόμιμο τρόπο. Τα μουσεία που θα περάσουν αυτή τη διαδικασία αξιολόγησης, θα ενταχθούν σε  έναν  φορέα,  ο  οποίος  θα  αναφέρεται  στη  συνέχεια  σε  κάθε  δράση  τους  ως επιβεβαίωση  της  αρτιότητάς  τους (ΥΠΠΟ, 2011: 1-6) [1].

Όπως, γίνεται αντιληπτό από την περιγραφή των γενικών χαρακτηριστικών των επιμέρους χρονικών διαστημάτων της Μεταπολεμικής Ελλάδας, το νομοθετικό σύστημα, αρχικά τουλάχιστον, δεν έθεσε στο επίκεντρο την ανάπτυξη ουσιαστικών προσπαθειών προσέγγισης του κοινού εκ μέρους των μουσείων, καθώς προάσπισε αποκλειστικά τους προφανείς στόχους ίδρυσης αυτών, δηλαδή, της ανάδειξης, προστασίας και συντήρησης του υλικού πολιτισμού, όπως διαπιστώνεται, επί παραδείγματι, από την ενδελεχή ανάγνωση του Π.Δ. 941/1977 με τίτλο «Περί Ὀργανισμού τοῦ Ὑπουργείου Πολιτισμοῦ», όπου αναφέρεται το προς μελέτη θεσμικό-οργανωτικό πλαίσιο τεσσάρων μουσείων αρχαιολογικού υποβάθρου με έδρα την Αθήνα, του Εθνικού και Αρχαιολογικού Μουσείου, του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, του Επιγραφικού και του Νομισματικού Μουσείο (Πάντος, 2001, για πλήρη ανάπτυξη της νομοθεσίας από το 1932 κ. εξ.). Ακόμα, από το ίδιο Π.Δ. απορρέει η εγκαθίδρυση μίας περίπλοκης-μη ομαλώς λειτουργικής γραφειοκρατικά οργανωτικής διάρθρωσης και λειτουργίας των μουσείων (π.χ. διορισμός επιστημονικού ή/και λοιπού επικουρικού προσωπικού, κριτήρια χρηματοδότησης, κωλύματα συνεργειών δύο ή/και περισσότερων μουσειακών οργανισμών) (Ζώης, 1990: 12), ενώ για πρώτη φορά στο ελληνικό γίγνεσθαι καταμερίζεται, επισήμως και αυστηρώς, χρονικά η επιστημονική προσέγγιση του αρχαιολογικού υλικού εκ μέρους των δημόσιων αρμόδιων φορέων, ήτοι των Εφορειών Αρχαιοτήτων, οι οποίες πλέον χαρακτηρίζονται ως «Προϊστορικές-Κλασικές», και «Βυζαντινές» (σήμερα ο εν λόγω διαχωρισμός δεν υφίσταται, καθώς οι Εφορείες Αρχαιοτήτων έχουν ενοποιηθεί).

Μολαταύτα, ενθαρρυντικό υπήρξε το γεγονός ότι το ίδιο έτος, βάσει του Ν. 654/1977 με τίτλο «Περί τροποποιήσεως τῶν ‘Περί Ἀρχαιοτήτων καὶ Ἀρχαιολογικοῦ Συμβουλίου’», επιτρέπεται η εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό, εφόσον, όμως, τα ευρήματα διατίθενται για την υλοποίηση περιοδικών εκθέσεων, και όχι για την εξυπηρέτηση έτερων σκοπιμοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι τα Αρχαιολογικά Μουσεία προχωρούν, αν και με συγκρατημένο – έως και επιφυλακτικό – ρυθμό, προς την σύναψη διεθνών σχέσεων προβολής, και κατ’ επέκτασης, συνεργασίας με ομόλογους πολιτισμικούς φορείς. Πράγματι, επρόκειτο για μία δειλά-δειλά εκφραζόμενης συνεργαζόμενης πολιτικής γραμμής, εφόσον πολλές φορές ανώτερα διοικητικά στελέχη αρχαιολογικών φορέων επέκριναν αντίστοιχες διαδικασίες με το αιτιολογικό πρόσχημα ότι, για παράδειγμα, μία τέτοια εξαγωγή έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των αρχαιοτήτων ή μείωνε την επισκεψιμότητα των Αρχαιολογικών Μουσείων, ειδικά, κατά τους θερινούς μήνες (Καρούζος, 1991: 85).

Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι άρχισε να μεταβάλλεται προοδευτικά μετά το τέλος της επιβολής της Στρατιωτικής Δικτατορίας στην Ελλάδα (1974). Το Υπουργείο Πολιτισμού σε άρρηκτη συνεργασία με τις εκάστοτε Εφορείες Αρχαιοτήτων και τα μουσεία που υπάγονται σε αυτές, ανέλαβε, τότε, υπό το πρίσμα ειδικά σχεδιασμένων προγραμμάτων, την εξαγωγή ενδεικτικών – και συνειδητά επιλεγμένων – παραδειγμάτων του αρχαίου και βυζαντινού ελληνικού υλικού πολιτισμού, προκειμένου τα τελευταία να στελεχώσουν περιοδικές εκθέσεις σε δημόσια μουσεία αλλά και ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού. Απώτερος σκοπός των εξαγόμενων εκθεμάτων ορίζεται η – ακροθιγώς προπαγανδιστική – ενδυνάμωση της εξελισσόμενης στο διάβα των αιώνων ελληνικής ταυτότητας μεταξύ των λοιπών ευρωπαϊκών πολιτισμικών κύκλων με μακρόχρονο παρελθόν (π.χ. ιταλικός-ρωμαϊκός πολιτισμός, αγγλοσαξονικός-κελτικός πολιτισμός) (Mouliou, 1996, όπου δίνονται αναλυτικά τα στοιχεία των εκθέσεων). Αυτό, ήτο δυνατό να καταστεί σαφές μέσω της ανάδειξης, πρώτον, της πλούσιας και ευρέως αξιοθαύμαστης αρχαίας ελληνικής πολιτισμικής παραγωγής, η οποία μετουσιώνεται, κατά κανόνα, στη γλυπτική τέχνη της Κλασικής Αθήνας, και της αχανούς και κοσμοπολίτικης Αλεξανδρινής Αυτοκρατορίας των Ύστερων Κλασικών-Ελληνιστικών Χρόνων, και δεύτερον, της υψηλόπνοης χριστιανικής και βυζαντινής τέχνης, με έμφαση στις περιόδους επιστροφής και αναζήτησης των παλαιοτέρων κλασικών προτύπων, δηλαδή, των «αναγεννησιακών» φάσεων του ελληνικού μεσαιωνικού συνεχούς, λ.χ. της «Παλαιολόγειας Αναγέννησης» (Hamilakis & Yalouri, 1996· Mouliou, 2008: 93-95· Πετράκος, 1998: 72) [2].

Κάθε μουσείο, όμως, πέρα των υπολοίπων, οφείλει να αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών/επισκεπτριών και φορέα ενεργοποίησης, κυρίως, των γνωστικών λειτουργιών, ήτοι φορέα «ορθολογικής ψυχαγωγίας» (Μπαντιμαρούδης, 2011: 41-42), Ελλήνων και μη, οι οποίοι με τη σειρά τους, οφείλουν να ακολουθούν μία μακροσκελή σειρά αυστηρών απαγορεύσεων, προκειμένου να συμπεριφέρονται ευπρεπώς εντός των σχετικών χώρων, και ασφαλώς, να μην θέτουν επ’ ουδενί σε κίνδυνο το φυλαχθέν ιστορικό περιεχόμενο, σύμφωνα με το άρθ. 1 της Τουριστικής Αστυνομικής Διάταξης με τίτλο «Περί μέτρων τάξεως καὶ εὐκοσμίας εἰς τους ἀρχαιολογικούς χώρους, ἱστορικούς τόπους κ.λπ.») (ΦΕΚ 426/Β/05-05-1979, άρθ. 1). Το μουσείο θεμελιώνεται, δηλαδή, στην ανθρώπινη συνείδηση με την επιβολή συγκεκριμένων ορίων κοινωνικής συμπεριφοράς, ή έτι περισσότερο, πειθαρχικών πρακτικών (Καυταντζόγλου, 2001: 52-54).

Το παρόν πλαίσιο, δυστυχώς, θα αργήσει να αλλάξει άρδην, παρά τις πρώτες προσπάθειες επιτονισμού του εκπαιδευτικού-κοινωνικού ρόλου των μουσείων, που θα αναπτυχθούν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με πρωτοπόρους μουσεία μικρού βεληνεκούς της ευρύτερης ελληνικής περιφέρειας. Διαπιστώνεται, με άλλα λόγια, ότι, για παράδειγμα, το καινοτόμο πρόγραμμα του Αρχαιολογικού Μουσείου στο Αργοστόλι του πρώην Ν. Κεφαλληνίας-Ιθάκης, με τίτλο «Το Μουσείο ως Χώρος Εκπαίδευσης και η Σχέση του με το Σχολείο», που εγκαινιάστηκε το 1982, και προέβλεπε την επιμόρφωση εκπαιδευτικών όλων των ειδικοτήτων που υπηρετούσαν σε σχολικές μονάδες των οικείων Διευθύνσεων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δεν αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση από άλλους σχετικούς φορείς κατά το άμεσο χρονικό διάστημα. Παρόλα, αυτά λειτούργησε ως βάση, έστω και για την οργάνωση μεμονωμένων μουσειο-εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία, και αυτή τη φορά εστίαζαν αποκλειστικά στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αφήνοντας στο περιθώριο την ανάγκη αλληλεπίδραση των μαθητών/μαθητριών με τις πολύπτυχες εκφάνσεις του υλικού πολιτισμού. Τα προγράμματα αυτά, υλοποιήθηκαν, όχι σε συνεχές διάστημα, αρχικά, υπό την αιγίδα του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (1988 κ.εξ.), και εν συνεχεία, μέσω της εφαρμογής του προγράμματος «Μελίνα: Εκπαίδευση και Πολιτισμός» (1994 κ.εξ., στο Πρόγραμμα σημαντική είναι η συμβολή του Μουσείου Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού, όπως αυτή αναπτύσσεται σε πολλές πόλεις της Ελλάδας) (Χατζηνικολάου, 2002).

Ο πολυδιάστατος ρόλος των μουσείων θα καταστεί σαφής για πρώτη φορά, επισήμως, στο ελληνικό γίγνεσθαι, μόλις το 2002, με την ψήφιση του Ν. 3028/2002. Η παρούσα νομοθεσία, η επεξεργασία της οποίας είχε ξεκινήσει, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 (Παπαπετρόπουλος, 2006: 5-13), αφενός έθετε συλλήβδην εκτός λειτουργίας το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο των προηγούμενων νομικών διατάξεων (π.χ. 1932, 1977, 1979), και αφετέρου, προμήνυε την έναρξη μίας καρποφόρας περιόδου, αναφορικά με τον ρόλο των μουσείων στη σύγχρονη ελληνική-δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία, τα οποία δεν καθορίζονταν, πλέον, βάσει των συλλογών τους, αλλά των λειτουργιών και της προσφοράς τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθ. 45, παρ. 1). Τεκμαίρεται, δηλαδή, ότι τα μουσεία προσεγγίζονται, αφενός, ως αναπόσπαστα τμήματα ανάδειξης-συγκέντρωσης-διαφύλαξης σημαντικών πτυχών της ελληνικής ιστορικής παράδοσης, και αφετέρου, ως οργανισμοί εκτελούντες χρέη (υψηλής) ιστορικο-κοινωνικής επιμόρφωσης.

Ένα χρόνο αργότερα, το 2003, λίγους μήνες μετά την έκδοση του ΠΔ 191/2003 (ΦΕΚ 146/Α/13-06-2003), σύμφωνα με το οποίο αυξανόταν σημαντικά ο αριθμός των πρότερων «Προϊστορικών-Κλασικών» και «Βυζαντινών» Εφορειών Αρχαιοτήτων, με σκοπό, κυρίως, την αποφόρτιση των εργαζομένων από μία σειρά παράλληλων και δυσεπίλυτων επαγγελματικών καθηκόντων (π.χ. καταγραφή-αρχειοθέτηση, συντήρηση, φωτογράφιση, σχεδιασμός), μέσω της πρόσληψης νέου προσωπικού, φαίνεται ότι η επαγγελματική εξειδίκευση του «Μουσειολόγου» λαμβάνεται, σοβαρά, υπόψιν από ένα πλήθος πολιτισμικών οργανισμών αρχαιολογικού προσανατολισμού με επιβαρυμένο εκπαιδευτικό-κοινωνικό ρόλο οργάνωσης, τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα, όσο και στην περιφέρεια.

Για πρώτη φορά, λοιπόν, βάσει της δημόσιας προκήρυξης διορισμού επιστημονικού προσωπικού αορίστου χρόνου υπ. αριθ. 22/1Γ/2003, προβλεπόταν η κάλυψη οκτώ θέσεων «Αρχαιολόγων-Μουσειολόγων/Μουσικοπαιδαγωγών», με υποχρεωτική προϋπόθεση την επιτυχή αποπεράτωση γραπτών εξετάσεων επί του γνωστικού αντικειμένου, βάσει των υποδείξεων-κριτηρίων που τέθηκαν το Υπουργείο Πολιτισμού, σε συνεργασία με το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού/ΑΣΕΠ (ΦΕΚ 556/Β/23-10-2003). Σαφώς, αν και από την μία πλευρά, σε καμία περίπτωση αυτός ο περιορισμένος αριθμός θέσεων αυτών δεν ήτο δυνατόν να καλύψει επαρκώς τις διευρυμένες, πλέον και θεσμικά, λειτουργίες-πρακτικές των μουσειακών χώρων, από την άλλη, δεν παύει να αποτελεί μία ελπιδοφόρα νεογιλή προσπάθεια αντιμετώπισης των μουσείων με πνεύμα κριτικής σκέψης. Ως εκ τούτου, κρίνεται απαραίτητη η επάνδρωση των μουσείων με ειδικό προσωπικό, ικανό όχι μόνο να καταγράψει, περιγράψει και ερμηνεύσει τα φυλασσόμενα ευρήματα, αλλά ταυτόχρονα να προχωρήσει στη βέλτιστη παρουσίαση αυτών προς το κοινό μέσω προσεκτικά επιμελούμενων εκθέσεων κάθε είδους, ακόμα και διαθεματικού ή/και διαπολιτισμικού χαρακτήρα.

Καταληκτικά, λοιπόν, υπογραμμίζουμε ότι διανύουμε μια εποχή, η οποία θέτει επί τάπητος πολλούς προβληματισμούς για το μέλλον της μουσειακής οργάνωσης, με άλλα λόγια, για το μέλλον της αξιοποίησης και προβολής της εγχώριας πολιτισμικής κληρονομιάς. Τα μουσεία ως θεματοφύλακες του παρελθόντος τροφοδοτούν το σκέπτεσθαι των πολιτών με ποικίλες εικόνες, σκέψεις, ακόμα και συναισθηματικές εξάρσεις, ειδικά όταν ανασύρουν στην επιφάνεια το ζήτημα του «εθνικού». Κάπου εκεί, ναι, υπάρχει το «εθνικό» αλλά υπάρχει και το «υπερ-εθνικό», το «διαπολιτισμικό», το «διαφορετικό». Και για να φθάσουμε σε αυτό, πρώτα από όλα οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τα όσα γνωρίζουμε (ή δε γνωρίζουμε) για τα μουσεία, να καλωσορίζουμε μια «Τέταρτη Περίοδος». Δεν έχει σημασία εάν αυτή η περίοδος «ξεκίνησε» το 2011, το 2012, το 2013, ή φέτος. Σημασία έχει ότι δηλώνει παρούσα! Εσείς;

Σημειώσεις

[1] Η κρατική χρηματοδότηση ορίζεται επίσης από τις διατάξεις του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/Α/28-06-2002) «Περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομίας» (άρθ. 45, παρ. 15).

[2] Βλ. συζήτηση περί «άρθρου 59» του υπό συζήτηση νομοσχεδίου του ΥΠΠΟΑ σχετικά με τον δανεισμό πολιτισμικού υλικού των ελληνικών μουσείων σε μουσεία της αλλοδαπής. Ενδεικτικά, βλ.: Συντακτική ομάδα του efsyn.gr (2020). Η υπ. Πολιτισμού θεσμοθετεί την εξαγωγή αρχαιοτήτων στο εξωτερικό για 50 χρόνια. efsyn.gr (08/12/2020). Συντακτική ομάδα του culturenow.gr (2020). ΥΠΠΟΑ: Δανεισμός ελληνικών αρχαιοτήτων σε ξένα μουσεία έως και για 50 χρόνια. culturenow.gr (09/12/2020).


Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελληνικές

Βουδούρη, Δ. (2003). Κράτος και Μουσεία: Το Θεσμικό Πλαίσιο των Αρχαιολογικών Μουσείων. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας.

Δοντάς, Γ. (1987). Ο Χρήστος Καρούζος και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νέα Εστία, 112, 116-118.

Ζίας, Ν (1993). Τα Δέκα Χρόνια του Ελληνικού Τμήματος ICOM. ICOFOM Studies Series, 22, 13-14.

Ζώης, Α. (1990). Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα: Πραγματικότητες και Προοπτικές. Αθήνα: Εκδόσεις Πολύτροπο.

Καρούζος, Χ. (1991). Σημείωμα περί της Στάσεως των Ελλήνων Αρχαιολόγων έναντι του Ζητήματος της Εκθέσεως Έργων της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης εν Αμερική. Μέντωρ, 16, 83-85.

Καυταντζόγλου, Ρ. (2001). Στη Σκιά του Ιερού Βράχου. Τόπος και Μνήμη στα Αναφιώτικα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μούλιου, Μ. (2014). Τα μουσεία τον 21ο αιώνα: προκλήσεις, αξίες ρόλοι, πρακτικές. Στο: Γ. Μπίκος, & Α. Κανιάρη (επιμ.). Μουσειολογία, Πολιτιστική Διαχείριση και Εκπαίδευση (σελ. 77-111). Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Μπαντομαρούδης, Φ. (2011). Πολιτιστική επικοινωνία. Οργανισμοί, θεωρίες, μέσα. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Νικολακέα, Ν. (2008). Η Προστασία των Αρχαιοτήτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο: Μ. Τσιποπούλου (επιμ.). «…Ανέφερα Εγγράφως…». Θησαυροί του Ιστορικού Αρχείου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας (σελ. 57-60). Αθήνα: ΔΕΑΜ.

Ορφανίδη, Λ., & Λυριτζής, Ι. (2013). Εισαγωγή στη μουσειολογία και στην προληπτική συντήρηση (3η έκδ.). Αθήνα: Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδμίτσας.

Πάντος, Δ. (2001). Κωδικοποίηση νομοθεσίας για την πολιτισμική κληρονομιά κατά θέματα. Α. Ελληνική νομοθεσία. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού – Διεύθυνση Αρχείου Μνημείων & Δημοσιευμάτων.

Παπαπετρόπουλος, Δ. (2006). Ο Νόμος 3028/2002 για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Αθήνα: Εκδόσεις Σάκκουλας.

Πετράκος, Χ. Β. (1998). Η Ελληνική Αντίληψη για τα Μνημεία από τον Κυριάκο Σ. Πιττάκη έως Σήμερα. Μέντωρ, 47, 65-73.

Χουρμουζιάδη, Α. (2006). Το Ελληνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας.

ΥΠΠΟ (2008). Αρχαιολογικά Μουσεία και Συλλογές στην Ελλάδα. Αθήνα: Διεύθυνση Μουσείων, Εκθέσεων και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων.

ΥΠΠΟ (2011). Η Αναγνώριση των Μουσείων. Μέρος Α΄. Στο: http://eservices.yppo.gr/files/diadikasia%20anagnorisis.pdf (11/04/2021).

Χατζηνικολάου, Τ. (2002). Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων και η Μουσειοπαιδαγωγική. Στο: Γ. Κόκκινος, & Ε. Αλεξάκη (επιμ.). Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή (σελ. 101-107). Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ξενόγλωσσες

Hamilakis, Y., & Yalouris, E. (1996). Antiquities as a Symbolic Capital in Modern Greek Society. Antiquity, 70, 117-129.

Mouliou, M. (1996). Ancient Greece its Classical Heritage and the Modern Greeks: Aspects of Nationalism and Exhibitions. In: J. Atkinson (ed.). Nationalism and Archaeology (pp. 174-199). Glasgow, UK: Gruithe Press.

Mouliou, M. (2008). Museum Representations of the Classical Past in Post-War Greece: A Critical Analysis. In: D., Damaskos, & D., Plantzos (eds.). A Singular Antiquity (pp. 83-109). Athens: Benaki Museum.

More in Πολιτισμός
Comments