Τί σηματοδοτεί η αναβίωση της Μαδρίτης;

Τί σηματοδοτεί η αναβίωση της Μαδρίτης;

Όλα ξεκίνησαν πριν λίγες μέρες με την παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, με σκοπό να υπερασπιστεί την πολιτική του στα ελληνοτουρκικά, κατά το τμήμα της που αφορά στη συμφωνία της Μαδρίτης του 1997.

Φυσικά, για την αξιολόγηση της συνολικής πολιτικής του Σημίτη στα ελληνοτουρκικά, θα χρειαζόταν ο ίδιος να έχει αναφερθεί στα Ίμια και άλλα σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις  περιστατικά της πρωθυπουργίας του. Περιστατικά, τα οποία, αποφεύγοντάς τα, όχι μόνο καταλήγουν να εμφανίζουν ελλειπτική εικόνα για τον ίδιον και την πολιτική του στο Αιγαίο και τις διμερείς σχέσεις μας με την Τουρκία, αλλά παράλληλα αποδεικνύουν ότι και ο ίδιος δεν πρέπει να θεωρεί επιτυχία του τους χειρισμούς του στα Ίμια και αλλού. Όμως, ό,τι (και όποτε) και να λέει κάτι επ’ αυτού ο Κώστας Σημίτης, κι αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί ομιλεί ως ο τότε έλληνας πρωθυπουργός, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι από τότε και επί της επίμαχης διατύπωσης της συμφωνίας της Μαδρίτης, η Τουρκία πάνω σ’ αυτό στηρίζει έκτοτε όλη την λεκτική της επιχειρηματολογίας της για να εγείρει διεκδικήσεις επί των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της Μαδρίτης στα ελληνοτουρκικά και αυτή ειναι η συμβολή του Σημίτη στις σχέσεις της χώρας μας με τη γείτονα.

Για την ιστορία εκθέτω το επίμαχο σημείο της συμφωνίας του 1997 (που συνήφθη ως διμερής δήλωση των δύο κρατών στο πλαίσιο της τότε συνόδου του ΝΑΤΟ): «(Οι δύο χώρες δηλώνουν) ...σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της».

Ωστόσο, σήμερα και στις παρούσες συνθήκες των ελληνοτουρκικών σχέσεων (των οποίων μέρος της αρμοδιότητας ως προς τα ελληνικά συμφέροντα ήδη ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καθ’ ομολογία του έχει παραχωρήσει στην ΕΕ), η Μαδρίτη και η ως άνω διατύπωση του επίμαχου σημείου της πρακτικά έχει οδηγήσει να εμφανίζεται το σημείο αυτό ως δήθεν αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο της σήμερα διμερούς διαπραγμάτευσης Ελλάδας-Τουρκίας. Ενώ δεν είναι! (π.χ. συμβατή με το διεθνές δίκαιο και τα ζωτικά συμφέροντά της δηλώνει η Τουρκία πως είναι τόσο η τουρκολιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ των δύο χωρών, όσο και οι έρευνες από τουρκικά πλοία σε κυπριακή ΑΟΖ χωρίς την άδεια της Λευκωσίας, επειδή αυτή την ανάγνωση προκρίνει η Άγκυρα κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας της Μαδρίτης, που ορίζει ότι η Ελλάδα οφείλει σεβασμό στα τουρκικά ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή μας, Και φυσικά ούτε η Αθήνα ούτε και η Λευκωσία έχουν αποδεχτεί αυτές τις τουρκικές θεσεις. Ποιά Μαδρίτη, λοιπόν; Μόνον ως τουρκικό επιχείρημα γίνεται η επίκλησή της πια και γι’ αυτό ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όφειλε να είναι διπλά προσεκτικός. Αντ’ αυτού επιχειρηματολογεί -μαζί με το ΚΙΝΑΛ- ότι η συμφωνία της Μαδρίτης ωφέλησε... Ποιόν ωφέλησε, άραγε, αλήθεια δεν το καταλαβαίνει ή κάνει ότι δεν το καταλαβαίνει;...).

Δύο σημειωσεις ακόμη πριν περάσουμε στο καθ’ αυτό ζήτημα της σημερινής ανάλυσης:

1. Η ανάθεση μέρους της ελληνικής αμυντικής (και διαπραγματευτικής, στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων) ευθύνης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ΕΕ, έχει γίνει παραμερίζοντας τις ευρωπαϊκές συνθήκες, που προβλέπουν ότι η άμυνα και η προάσπιση κυριαρχικών και συναφών δικαιωμάτων των χωρών-μελών παραμένει ως αρμοδιότητα στις χώρες-μέλη. Στην ΕΕ εναποτίθεται μόνον η ευθύνη και η μέριμνα συντονισμού της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής των χωρών-μελών. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει επίτροπος εξωτερικής πολιτικής άλλα μόνο ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ για την παλιότερα γνωστή ως ΚΕΠΑΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική, για την Άμυνα και την Ασφάλεια). Η εκπροσώπηση των θέσεων της Ελλάδας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της προάσπισης και προγωγής των γεωπολιτικών συμφερόντων της χώρας μας δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την ΕΕ με κανένα τρόπο.

Σε καθε περίπτωση, αν μέρος των ελληνοτουρκικών σχέσεων αφορά και σε ευρωπαϊκά συμφέροντα (π.χ. λόγω του προσφυγικού) καμιά συζήτηση με την Τουρκία δεν (πρέπει να) μπορεί να γίνει με την Ελλάδα απούσα, όπως έγινε με την τελευταία επίσκεψη φον ντερ Λάιεν και Μισέλ στην Άγκυρα. (Πολύ περισσότερο αν το προσφυγικό για την ΕΕ σε μεγάλο μέρος του κρίνεται στα νερά του Αιγαίου και με την ΕΕ να μην εχει εκπληρώσει ανειλημμένες υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα για το υπέρμετρο βάρος που σηκώνει η χώρα μας στο ζήτημα αυτό). Ακριβώς το γεγονός ότι κατά την επίσκεψη φον ντερ Λάιεν-Μισέλ στην Άγκυρα συζητήθηκαν θέματα διμερούς ενδιαφέροντος Ελλάδας -Τουρκίας αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συναινέσει να παραχωρήσει στην ΕΕ ως εκπρoσώπου της Ελλάδας τη διαπραγμάτευση μέρους του πλαισίου διμερών σχέσων και των διαφορών της χώρας μας με τη γείτονα.

(2 απαραδείγματα για να γίνει σαφέστατο τί λέγω: α. Κατά τη διαδικασία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασίλείου από την ΕΕ ανέκυψε το θέμα του Γιβραλτάρ. Το θέμα διευθετήθηκε με διμερείς διαβουλεύσεις  Λονδίνου-Μαδρίτης και ποτέ δεν επετράπη από  τους Ισπανούς η διαπραγμάτευση αυτή να «περάσει» στην ΕΕ. β. Οι διμερείς ιταλολιβυκές σχέσεις ποτέ δεν ανατέθηκαν από τη Ρώμη στην ΕΕ, παρά το πρόδηλο ενδιαφέρον της ΕΕ για το προσφυγικό. Τί συμβαίνει και στην Ελλλαδα αυτή η θεμελιώδης αρχή του ευρωπαϊκού ενωσιακού προτάγματος σε ό,τι αφορά την αυτόνομη διαχείριση των διμερών σχέσεων καθε χώρας-μέλους με άλλη χώρα, δεν ισχύει;

Ποιά αλλη περίπτωση  μπορεί ανιχνεύεται εδώ, αν όχι η ανάθεση στην ΕΕ αρμοδιοτήτων προάσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην ΕΕ από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση –και χωρίς τη συναίνεση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών;)

2. Σε κάθε περίπτωση η σημερινή ανάλυση δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί με το να αποδείξει αν η συμφωνία της Μαδρίτης, είναι καλή ή κακή για την Ελλάδα. Η συζήτηση αυτή έχει γίνει κατά κόρον και έχει εξαντληθεί. Και τα γεγονότα που ακολούθησαν, η αλληλουχία των οποίων οδήγησε με μαθηματική συνέπεια στο σχέδιο Ανάν, αποδεικνύει το όφελος ή τη ζημία. (Και αρκεί να αναλογιστούμε σήμερα σε τί αδιέξοδο θα βρισκόμασταν με τους υδρογονάνθρακες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν!) Αυτό, λοιπόν, που θέλει να εξετάσει η παρούσα ανάλυση είναι ποιά άμεσα αποτελέσματα παράγει σήμερα η συμφωνία της Μαδρίτης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς και ποιές πολιτικές διεργασίες δρομολογούνται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας σήμερα από την επανεφάνισή της στο προσκήνιο με πρωτοβουλία του Κώστα Σημίτη.

-Ως προς το πρώτο σημείο, ήδη εξήγησα με τί τρόπο χρησιμοποποιείται σήμερα από την Άγκυρα η διατύπωση περί αναγνώρισης από την Ελλάδα ζωτικών συμφερόντων στην Τουρκία.

Εδώ μία προσθήκη: Ακόμη και τα μυθεύματα και οι τουρκικές φαντασιώσεις περί της «Γαλάζιας πατρίδας» του Ερντογάν, όπως και οι αναφορές της Άγκυρας στην πρόθεσή της να αναθεωρηθεί το καθεστώς της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 (που ορίζει σαφώς την επικράτεια του σύγχρονου τουρκικού κράτους) δεν είναι κάτι άλλο από απόπειρα της Τουρκίας να ορίσει σε τί συνίστανται τα ζωτικά συμφέροντά της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή με τη συμφωνία της Μαδρίτης έχει παραχθεί το πεδίο νομιμοποίησης για την Τουρκία να επιχειρεί τη συνολική αναθεώρηση του παγιωμένου εδώ και έναν αιώνα σκηνικού στην περιοχή μας και να διεκδικεί την  αναδιανομή του γεωπολιτικού πλαισίου προς όφελός της και σε βάρος της Ελλάδας.

-Ως προς το δεύτερο σημείο η επανεμφάνιση Σημίτη στο προσκήνιο με όχημα τη συμφωνία της Μαδρίτης, εκ των πραγμάτων επιδρά στο σημερινό πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα προσφέροντας στήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, που με βάση όλα όσα εξέθεσα ως εδώ θα πρέπει να έχει γίνει κατανοητό γιατί η πολιτική του στα ελληνοτουρκικά αποτελεί τη φυσική υπηρέτηση της φιλοσοφίας που διέπει την συμφωνία της Μαδρίτης ως στάση της ελληνικής πλευράς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κώστας Σημίτης παρεμβαίνει δημοσίως για να στηρίξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη -το έκανε ακόμη και σε απόκλιση με το κόμμα του οποίου υπήρξε πρόεδρος και με το οποίο αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία το 1996.

Εξαντλούνται εδώ τα κίνητρα Σημίτη; Ή μήπως η επί της συμφωνίας της Μαδρίτης ενεργοποίησή του είναι οιωνός ότι επίκεινται κρίσιμες αποφάσεις για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα; Και ένεκα τούτου επιδιώκεται να κινητοποιηθούν συμφέροντα και οι συνεπάγωγες αντανακλάσεις τους στο κομματικό σκηνικό και τον δημόσιο βίο μας για να υποστηριχτεί η φιλοσοφία και η πρακτική της συμφωνίας της Μαδρίτης και να καταστεί αυτή κεντρική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα, με όποιες συνέπειες αυτό συνεπάγεται για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα;

Στο ερώτημα αυτό δεν μπορώ να απαντήσω, απλούστατα διότι δεν γνωρίζω τις προθέσεις Σημίτη! Γνωρίζω, όμως, ότι εάν τυχόν τέτοιες επιλογές επικυρωθούν από τη σημερινή κυβέρνηση, αυτό θα έχει έλθει χωρίς την επιβεβλημένη πολιτική νομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη! Κι αυτό είναι μεγάλο ζήτημα, που εφ’ όσον τυχόν θα προέκυπτε θα δίχαζε βαθύτατα τους πολίτες. Πολύ βαθύτερα και πολύ πιο τραυματικά απ’ όσο διχάστηκαν οι πολίτες από τη στάση της τότε αντιπολίτευσης και σήμερα κυβέρνησης απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών. Άλλωστε, η ηχηρή αντίδραση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή απεναντι στην παρέμβαση Κώστα Σημίτη για τη συμφωνία της Μαδίτης, προαναγγέλλει εντονότατες αντιπαραθέσεις για το θέμα  αυτό.

Διότι, πράγματι, αρέσει-δεν αρέσει, πάγια και αμετακίνητη ως σήμερα θέση των ελληνικών κυβερνήσεων ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, είναι ότι το μόνο θέμα που εκφεύγει των ρυθμίσεων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου και θα μπορούσε να τεθεί υπό ad hoc κρίση σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο στα ελληνοτουρικά, είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ και αποκλειστικά κατά το μέρος του ζητήματος που αφορά στο εάν τα νησιά έχουν τα γενικώς ισχύοντα δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ή όχι! Αυτό είναι το απώτατο όριο του πώς η Ελλάδα ως κοινή στάση όλων των πολιτικών δυνάμεων ως σήμερα, εννοεί και αντιλαμβάνεται την έννοια «ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας» στο Αιγαίο (και την ανατολική Μεσόγειο), για τα οποία κάνει λόγο η συμφωνία της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει νομιμοποίηση να τεθεί στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ό,τι δήποτε άλλο από μεριάς της χώρας μας. Φυσικά οι δύο χώρες μπορούν να συνομιλούν τρεχόντως και να επιδιώκουν γενικώς βελτίωση των διμερών σχέσεών τους με διαλόγους της μορφής των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και άλλες αντίστοιχες διαδικασίες, αλλα πέραν αυτου τίποτα περισσότερο!

Σκέπτομαι πως αν από το 2011 ήδη στην Ελλάδα είχε τεθεί θέμα πολιτικής νομιμοποίησης του λεγόμενου σχεδίου «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας μέσω του αιτήματος για δημοψήφισμα (και το θέμα αυτό είχε τεθεί όχι μόνο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τελικά έκανε το δημοψήφισμα, αλλά και από προγενέστερη κυβέρνηση), πόσο μάλλον άκαμπτη υποχρέωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να μην προχωρήσει χωρίς τη δέουσα πολιτική νομιμοποίηση σε αποφάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πνεύμα της συμφωνίας της Μαδρίτης. Καμιά  άλλη παραχώρηση προς την Τουρκία  στο πλαίσιο των διμερών ελληνοτουρικών σχέσεων δεν είναι ανεκτή, πέραν της παραπομπής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο της διαφοράς σχετικά με το αν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει (ό,τι και να λέει η συμφωνία της Μαδρίτης και ο Κώστας Σημίτης), χωρίς να έχει προηγηθεί σύγκληση του συμβούλιου πολιτικών  αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να έχει ληφθεί σχετική αποφάση εξουσιοδότησης του Κυριάκου Μητσοτάκη από το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών να προχωρήσει σε περαιτέρω παραχωρήσεις προς την Τουρκία.

Δεν κρατιέμαι να μη σχολιάσω ένα ακόμη δευτερεύον σημείο-συνέπεια της συμφωνίας της Μαδρίτης. Κι αυτό είναι ότι, σε εφαρμογή του πνεύματος αυτής της συμφωνίας και της γενικής ρητορικής του σημιτικού εκσυγχρονισμού,  ισχυρά και πασίγνωστα ιδιωτικά συμφέροντα και μέσα ενημέρωσης ιδιοκτησίας και επιρροής των ίδιων συμφερόντων, ξερογλύφονταν για να βάλουν χέρι στα αμυντικά κονδύλια, που συστηματικά καταγγέλλονταν από τους κύκλους αυτούς ως αχρείαστη δαπάνη για την Ελλάδα. Με «βαρύ πυροβολικό»-επιχείρημα αυτής της ρητορικής το ακραία λαϊκίστικο δίλημμα «λεφτά για την άμυνα ή λεφτά για επενδύσεις». Με απώτερο σκοπό, όμως, ακόμη περισσότερο δημόσιο χρήμα στα χέρια ιδιωτών, όπως υπήρξε το βασικό σκηνικό της μετά τον Κώστα Σημίτη και την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη ελληνικής οικονομίας, με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες που ακολούθησαν και με κορυφαίο δράμα το πτωχευτικό περιστατικό του 2010.

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σημιτικοί εκσυγχρονιστές προετράπησαν ανοιχτά να προσέλθουν στις εσωκομματικές κάλπες για την εκλογή ηγεσίας στη ΝΔ, υποστηρίζοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν και μέλη και οπαδοί άλλου κόμματος! Και κάπως έτσι και σήμερα ήδη συμπαραστάτες του Ανδρέα Λοβέρδου στην προσπάθεια να πάρει εκείνος την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ προσκαλούν ανοιχτά νεοδημοκράτες να προσέλθουν στις εσωκομματικές εκλογές ανάδειξης ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ, για να υποστηρίξουν τον Ανδρέα Λοβέρδο, αν και μέλη άλλου κόμματος. Τους χρωστάει χάρη, άλλωστε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και έρχεται η ώρα να την εξαργυρώσουν...

_______________________________

Επίλογος: Την ώρα που τελείωνα το γράψιμο αυτού του κειμένου, σε μια διακοπή  για να πιω έναν καφέ, έπεσα επάνω -και διάβασα με προσοχή- ένα κείμενο του συντρόφου μου στη «Γέφυρα» Νίκου Μπίστη, σχετικά με το θέμα που ασχολούμαι κι εγώ σήμερα. Στο κείμενό του ο Νίκος εκθιάζει τη συμφωνία της Μαδρίτης για μια σειρά λόγους. Στο κύριο και επίμαχο σημείο, όμως, ο ίδιος εμφανίζει τη σημερινή άκαμπτη θέση της Ελλάδας ότι μία και μόνη διαφορά υπάρχει με την Τουρκία (αυτή της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ των νησιών στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και με μόνο μέσο επιζήτησης επίλυσης της διαφοράς αυτής την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο), ως μέρος μιας κακώς νοούμενης «ακινησίας» στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Επειδή, λοιπόν, η εξωτερική πολιτική και τα γεωπολιτικά συμφέροντα μιας χώρας  δεν είναι λεκτικά ευρήματα αλλά απτά ζητήματα συμφερόντων, νομίζω είναι καιρός οι υποστηρικτές της συμφωνίας της Μαδρίτης να εξηγήσουν κάποια στιγμή τί άλλο από το πλέγμα των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο είναι εκείνο που θα μπορούσε να αποδεχτεί η χώρα μας να τεθεί  στο τραπέζι του διμερούς διαλόγου. Είναι να εξεταστεί η αμυντική θωράκιση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, με ζητούμενο κατ’ απαίτηση της Τουρκίας η θωράκιση αυτή να αρθεί ως παράνομη; Είναι μήπως ο περιορισμός του δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει κατά την κρίση της τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της ως τα 12 μίλια; Είναι η συνομολόγηση δικαιώματος στην Τουρκία να διεξάγει έρευνες  και να συνάπτει συμφωνίες για την ΑΟΖ με άλλες χώρες ακόμη και σε επικράτεια που ανήκει στην Ελλάδα και την Κυπρο; Ας εξηγηθεί επιτέλους συγκεκριμένα τί θα έπρεπε να καταβάλλει ως κόστος η Ελλάδα για να πάψει πλέον να είναι «ακίνητη» στην εξωτερική πολιτική. Και το ερώτημα τίθεται καλοπίστως!

Κάτι τελευταίο για το κείμενο του Νίκου: Επικαλείται ο Νίκος για την ελληνική εξωτερική πολιτική ως θετικό παράδειγμα κατά της «ακινησίας» (άρα και ως θετική ένδειξη του «πνεύματος» της συμφωνίας της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη), τη συμφωνία των Πρεσπών. Μόνο που ο Νίκος δεν λέει ότι η θετική εξέλιξη με τη συμφωνία των Πρεσπών παρήχθη από την αποδοχή της άκαμπτης από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις θέσης ότι η προς βορράν γειτονική χώρα όφειλε να αλλάξει το σύνταγμα -και το όνομά- της, όπερ και εγένετο. Δεν ήταν, λοιπόν, η ελληνική πλευρά που «κινήθηκε» για να υπάρξει η θετική εξέλιξη! Αντίθετα, η ελληνική σταθερότητα απεδωσε καρπούς και έπεισε  περισσότερες από 150 κυβερνήσεις σ’ όλο τον κόσμο ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν καταχρηστική και επικίνδυνη για τη σταθερότητα και την ειρήνη στα Βαλκάνια επιλογή των βόρειων γειτόνων μας και αυτή η ονομασία έπρεπε να αλλάξει. Δεν είναι επομένως το «πνεύμα της Μαδρίτης» που έφερε καλά αποτελέσματα στα «μακεδονικό».

Ανάλογα θετικές εξελίξεις θα προκύψουν στα ελληνοτουρκικά, όχι επειδή η ελληνική σταθερή θέση απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις θα άλλαξει και θα προστεθούν νέα τουρκικά «δικαιώματα» στο πλαίσιο των διμερών διαφορών μας με τη γειτονική (προς ανατολάς) χώρα, επειδή έτσι η Τουρκία εξ ιδίων αντιλαμβάνεται τα «ζωτικά» συμφέροντά της, όπως αναφέρει η συμφωνία της Μαδρίτης. Θετικές εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά θα υπάρξουν όταν η Τουρκία αποδεχτεί το ισχύον διεθνές δίκαιο και συναινέσει σε παραπομπή με συνυποσχετικό σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για την επίλυση της διαφοράς σχετικά με τα δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αντίθετα, «κινητικότητα» πέραν τούτου κατά μια μηχανίστικη εμφύτευση του «πνεύματος της Μαδρίτης» στα ελληνοτουρκικά, μόνο μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση και απειλή κατά της ειρήνης θα σημάνει στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. «Κινητικότητα» στην εξωτερική πολιτική για μια χώρα δεν είναι συνώνυμο της υποχωρητικότητας, αλλά της αυτοπεποίθησης ότι τα γεωπολιτικά συμφέροντα  μας ως χώρα προάγονται από τη δίκαια εξισορρόπηση ανάμεσα στην προάσπιση των δικαιωμάτων μας και τις καλές σχέσεις με φιλειρηνικούς και πιστούς στην τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου γείτονες.

Για την ελληνική εξωτερική πολιτική προτιμώ τη σταθερότητα και απορρίπτω την κινητικότητα του «πνεύματος της Μαρίτης». Τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα δεν είναι «σουρωτήρι» αλλά πλέγμα σταθερών θέσεων συμβατών με το διεθνές δίκαιο.

More in Εξωτερική Πολιτική
Comments
Τί σηματοδοτεί η αναβίωση της Μαδρίτης;

Τί σηματοδοτεί η αναβίωση της Μαδρίτης;

Όλα ξεκίνησαν πριν λίγες μέρες με την παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, με σκοπό να υπερασπιστεί την πολιτική του στα ελληνοτουρκικά, κατά το τμήμα της που αφορά στη συμφωνία της Μαδρίτης του 1997.

Φυσικά, για την αξιολόγηση της συνολικής πολιτικής του Σημίτη στα ελληνοτουρκικά, θα χρειαζόταν ο ίδιος να έχει αναφερθεί στα Ίμια και άλλα σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις  περιστατικά της πρωθυπουργίας του. Περιστατικά, τα οποία, αποφεύγοντάς τα, όχι μόνο καταλήγουν να εμφανίζουν ελλειπτική εικόνα για τον ίδιον και την πολιτική του στο Αιγαίο και τις διμερείς σχέσεις μας με την Τουρκία, αλλά παράλληλα αποδεικνύουν ότι και ο ίδιος δεν πρέπει να θεωρεί επιτυχία του τους χειρισμούς του στα Ίμια και αλλού. Όμως, ό,τι (και όποτε) και να λέει κάτι επ’ αυτού ο Κώστας Σημίτης, κι αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί ομιλεί ως ο τότε έλληνας πρωθυπουργός, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι από τότε και επί της επίμαχης διατύπωσης της συμφωνίας της Μαδρίτης, η Τουρκία πάνω σ’ αυτό στηρίζει έκτοτε όλη την λεκτική της επιχειρηματολογίας της για να εγείρει διεκδικήσεις επί των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα της Μαδρίτης στα ελληνοτουρκικά και αυτή ειναι η συμβολή του Σημίτη στις σχέσεις της χώρας μας με τη γείτονα.

Για την ιστορία εκθέτω το επίμαχο σημείο της συμφωνίας του 1997 (που συνήφθη ως διμερής δήλωση των δύο κρατών στο πλαίσιο της τότε συνόδου του ΝΑΤΟ): «(Οι δύο χώρες δηλώνουν) ...σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της».

Ωστόσο, σήμερα και στις παρούσες συνθήκες των ελληνοτουρκικών σχέσεων (των οποίων μέρος της αρμοδιότητας ως προς τα ελληνικά συμφέροντα ήδη ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καθ’ ομολογία του έχει παραχωρήσει στην ΕΕ), η Μαδρίτη και η ως άνω διατύπωση του επίμαχου σημείου της πρακτικά έχει οδηγήσει να εμφανίζεται το σημείο αυτό ως δήθεν αμοιβαία αποδεκτό πλαίσιο της σήμερα διμερούς διαπραγμάτευσης Ελλάδας-Τουρκίας. Ενώ δεν είναι! (π.χ. συμβατή με το διεθνές δίκαιο και τα ζωτικά συμφέροντά της δηλώνει η Τουρκία πως είναι τόσο η τουρκολιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ των δύο χωρών, όσο και οι έρευνες από τουρκικά πλοία σε κυπριακή ΑΟΖ χωρίς την άδεια της Λευκωσίας, επειδή αυτή την ανάγνωση προκρίνει η Άγκυρα κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας της Μαδρίτης, που ορίζει ότι η Ελλάδα οφείλει σεβασμό στα τουρκικά ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή μας, Και φυσικά ούτε η Αθήνα ούτε και η Λευκωσία έχουν αποδεχτεί αυτές τις τουρκικές θεσεις. Ποιά Μαδρίτη, λοιπόν; Μόνον ως τουρκικό επιχείρημα γίνεται η επίκλησή της πια και γι’ αυτό ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όφειλε να είναι διπλά προσεκτικός. Αντ’ αυτού επιχειρηματολογεί -μαζί με το ΚΙΝΑΛ- ότι η συμφωνία της Μαδρίτης ωφέλησε... Ποιόν ωφέλησε, άραγε, αλήθεια δεν το καταλαβαίνει ή κάνει ότι δεν το καταλαβαίνει;...).

Δύο σημειωσεις ακόμη πριν περάσουμε στο καθ’ αυτό ζήτημα της σημερινής ανάλυσης:

1. Η ανάθεση μέρους της ελληνικής αμυντικής (και διαπραγματευτικής, στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων) ευθύνης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ΕΕ, έχει γίνει παραμερίζοντας τις ευρωπαϊκές συνθήκες, που προβλέπουν ότι η άμυνα και η προάσπιση κυριαρχικών και συναφών δικαιωμάτων των χωρών-μελών παραμένει ως αρμοδιότητα στις χώρες-μέλη. Στην ΕΕ εναποτίθεται μόνον η ευθύνη και η μέριμνα συντονισμού της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής των χωρών-μελών. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν υπάρχει επίτροπος εξωτερικής πολιτικής άλλα μόνο ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ για την παλιότερα γνωστή ως ΚΕΠΑΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική, για την Άμυνα και την Ασφάλεια). Η εκπροσώπηση των θέσεων της Ελλάδας στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της προάσπισης και προγωγής των γεωπολιτικών συμφερόντων της χώρας μας δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την ΕΕ με κανένα τρόπο.

Σε καθε περίπτωση, αν μέρος των ελληνοτουρκικών σχέσεων αφορά και σε ευρωπαϊκά συμφέροντα (π.χ. λόγω του προσφυγικού) καμιά συζήτηση με την Τουρκία δεν (πρέπει να) μπορεί να γίνει με την Ελλάδα απούσα, όπως έγινε με την τελευταία επίσκεψη φον ντερ Λάιεν και Μισέλ στην Άγκυρα. (Πολύ περισσότερο αν το προσφυγικό για την ΕΕ σε μεγάλο μέρος του κρίνεται στα νερά του Αιγαίου και με την ΕΕ να μην εχει εκπληρώσει ανειλημμένες υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα για το υπέρμετρο βάρος που σηκώνει η χώρα μας στο ζήτημα αυτό). Ακριβώς το γεγονός ότι κατά την επίσκεψη φον ντερ Λάιεν-Μισέλ στην Άγκυρα συζητήθηκαν θέματα διμερούς ενδιαφέροντος Ελλάδας -Τουρκίας αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συναινέσει να παραχωρήσει στην ΕΕ ως εκπρoσώπου της Ελλάδας τη διαπραγμάτευση μέρους του πλαισίου διμερών σχέσων και των διαφορών της χώρας μας με τη γείτονα.

(2 απαραδείγματα για να γίνει σαφέστατο τί λέγω: α. Κατά τη διαδικασία αποχώρησης του Ηνωμένου Βασίλείου από την ΕΕ ανέκυψε το θέμα του Γιβραλτάρ. Το θέμα διευθετήθηκε με διμερείς διαβουλεύσεις  Λονδίνου-Μαδρίτης και ποτέ δεν επετράπη από  τους Ισπανούς η διαπραγμάτευση αυτή να «περάσει» στην ΕΕ. β. Οι διμερείς ιταλολιβυκές σχέσεις ποτέ δεν ανατέθηκαν από τη Ρώμη στην ΕΕ, παρά το πρόδηλο ενδιαφέρον της ΕΕ για το προσφυγικό. Τί συμβαίνει και στην Ελλλαδα αυτή η θεμελιώδης αρχή του ευρωπαϊκού ενωσιακού προτάγματος σε ό,τι αφορά την αυτόνομη διαχείριση των διμερών σχέσεων καθε χώρας-μέλους με άλλη χώρα, δεν ισχύει;

Ποιά αλλη περίπτωση  μπορεί ανιχνεύεται εδώ, αν όχι η ανάθεση στην ΕΕ αρμοδιοτήτων προάσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην ΕΕ από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση –και χωρίς τη συναίνεση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών;)

2. Σε κάθε περίπτωση η σημερινή ανάλυση δεν έχει σκοπό να ασχοληθεί με το να αποδείξει αν η συμφωνία της Μαδρίτης, είναι καλή ή κακή για την Ελλάδα. Η συζήτηση αυτή έχει γίνει κατά κόρον και έχει εξαντληθεί. Και τα γεγονότα που ακολούθησαν, η αλληλουχία των οποίων οδήγησε με μαθηματική συνέπεια στο σχέδιο Ανάν, αποδεικνύει το όφελος ή τη ζημία. (Και αρκεί να αναλογιστούμε σήμερα σε τί αδιέξοδο θα βρισκόμασταν με τους υδρογονάνθρακες της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν!) Αυτό, λοιπόν, που θέλει να εξετάσει η παρούσα ανάλυση είναι ποιά άμεσα αποτελέσματα παράγει σήμερα η συμφωνία της Μαδρίτης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς και ποιές πολιτικές διεργασίες δρομολογούνται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας σήμερα από την επανεφάνισή της στο προσκήνιο με πρωτοβουλία του Κώστα Σημίτη.

-Ως προς το πρώτο σημείο, ήδη εξήγησα με τί τρόπο χρησιμοποποιείται σήμερα από την Άγκυρα η διατύπωση περί αναγνώρισης από την Ελλάδα ζωτικών συμφερόντων στην Τουρκία.

Εδώ μία προσθήκη: Ακόμη και τα μυθεύματα και οι τουρκικές φαντασιώσεις περί της «Γαλάζιας πατρίδας» του Ερντογάν, όπως και οι αναφορές της Άγκυρας στην πρόθεσή της να αναθεωρηθεί το καθεστώς της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 (που ορίζει σαφώς την επικράτεια του σύγχρονου τουρκικού κράτους) δεν είναι κάτι άλλο από απόπειρα της Τουρκίας να ορίσει σε τί συνίστανται τα ζωτικά συμφέροντά της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Δηλαδή με τη συμφωνία της Μαδρίτης έχει παραχθεί το πεδίο νομιμοποίησης για την Τουρκία να επιχειρεί τη συνολική αναθεώρηση του παγιωμένου εδώ και έναν αιώνα σκηνικού στην περιοχή μας και να διεκδικεί την  αναδιανομή του γεωπολιτικού πλαισίου προς όφελός της και σε βάρος της Ελλάδας.

-Ως προς το δεύτερο σημείο η επανεμφάνιση Σημίτη στο προσκήνιο με όχημα τη συμφωνία της Μαδρίτης, εκ των πραγμάτων επιδρά στο σημερινό πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα προσφέροντας στήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, που με βάση όλα όσα εξέθεσα ως εδώ θα πρέπει να έχει γίνει κατανοητό γιατί η πολιτική του στα ελληνοτουρκικά αποτελεί τη φυσική υπηρέτηση της φιλοσοφίας που διέπει την συμφωνία της Μαδρίτης ως στάση της ελληνικής πλευράς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κώστας Σημίτης παρεμβαίνει δημοσίως για να στηρίξει τον Κυριάκο Μητσοτάκη -το έκανε ακόμη και σε απόκλιση με το κόμμα του οποίου υπήρξε πρόεδρος και με το οποίο αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία το 1996.

Εξαντλούνται εδώ τα κίνητρα Σημίτη; Ή μήπως η επί της συμφωνίας της Μαδρίτης ενεργοποίησή του είναι οιωνός ότι επίκεινται κρίσιμες αποφάσεις για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα; Και ένεκα τούτου επιδιώκεται να κινητοποιηθούν συμφέροντα και οι συνεπάγωγες αντανακλάσεις τους στο κομματικό σκηνικό και τον δημόσιο βίο μας για να υποστηριχτεί η φιλοσοφία και η πρακτική της συμφωνίας της Μαδρίτης και να καταστεί αυτή κεντρική επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σήμερα, με όποιες συνέπειες αυτό συνεπάγεται για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα;

Στο ερώτημα αυτό δεν μπορώ να απαντήσω, απλούστατα διότι δεν γνωρίζω τις προθέσεις Σημίτη! Γνωρίζω, όμως, ότι εάν τυχόν τέτοιες επιλογές επικυρωθούν από τη σημερινή κυβέρνηση, αυτό θα έχει έλθει χωρίς την επιβεβλημένη πολιτική νομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη! Κι αυτό είναι μεγάλο ζήτημα, που εφ’ όσον τυχόν θα προέκυπτε θα δίχαζε βαθύτατα τους πολίτες. Πολύ βαθύτερα και πολύ πιο τραυματικά απ’ όσο διχάστηκαν οι πολίτες από τη στάση της τότε αντιπολίτευσης και σήμερα κυβέρνησης απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών. Άλλωστε, η ηχηρή αντίδραση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή απεναντι στην παρέμβαση Κώστα Σημίτη για τη συμφωνία της Μαδίτης, προαναγγέλλει εντονότατες αντιπαραθέσεις για το θέμα  αυτό.

Διότι, πράγματι, αρέσει-δεν αρέσει, πάγια και αμετακίνητη ως σήμερα θέση των ελληνικών κυβερνήσεων ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, είναι ότι το μόνο θέμα που εκφεύγει των ρυθμίσεων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου και θα μπορούσε να τεθεί υπό ad hoc κρίση σε κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο στα ελληνοτουρικά, είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ και αποκλειστικά κατά το μέρος του ζητήματος που αφορά στο εάν τα νησιά έχουν τα γενικώς ισχύοντα δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, ή όχι! Αυτό είναι το απώτατο όριο του πώς η Ελλάδα ως κοινή στάση όλων των πολιτικών δυνάμεων ως σήμερα, εννοεί και αντιλαμβάνεται την έννοια «ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας» στο Αιγαίο (και την ανατολική Μεσόγειο), για τα οποία κάνει λόγο η συμφωνία της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη. Πέραν αυτού δεν υπάρχει νομιμοποίηση να τεθεί στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ό,τι δήποτε άλλο από μεριάς της χώρας μας. Φυσικά οι δύο χώρες μπορούν να συνομιλούν τρεχόντως και να επιδιώκουν γενικώς βελτίωση των διμερών σχέσεών τους με διαλόγους της μορφής των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και άλλες αντίστοιχες διαδικασίες, αλλα πέραν αυτου τίποτα περισσότερο!

Σκέπτομαι πως αν από το 2011 ήδη στην Ελλάδα είχε τεθεί θέμα πολιτικής νομιμοποίησης του λεγόμενου σχεδίου «διάσωσης» της ελληνικής οικονομίας μέσω του αιτήματος για δημοψήφισμα (και το θέμα αυτό είχε τεθεί όχι μόνο από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τελικά έκανε το δημοψήφισμα, αλλά και από προγενέστερη κυβέρνηση), πόσο μάλλον άκαμπτη υποχρέωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να μην προχωρήσει χωρίς τη δέουσα πολιτική νομιμοποίηση σε αποφάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πνεύμα της συμφωνίας της Μαδρίτης. Καμιά  άλλη παραχώρηση προς την Τουρκία  στο πλαίσιο των διμερών ελληνοτουρικών σχέσεων δεν είναι ανεκτή, πέραν της παραπομπής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο της διαφοράς σχετικά με το αν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει (ό,τι και να λέει η συμφωνία της Μαδρίτης και ο Κώστας Σημίτης), χωρίς να έχει προηγηθεί σύγκληση του συμβούλιου πολιτικών  αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να έχει ληφθεί σχετική αποφάση εξουσιοδότησης του Κυριάκου Μητσοτάκη από το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών να προχωρήσει σε περαιτέρω παραχωρήσεις προς την Τουρκία.

Δεν κρατιέμαι να μη σχολιάσω ένα ακόμη δευτερεύον σημείο-συνέπεια της συμφωνίας της Μαδρίτης. Κι αυτό είναι ότι, σε εφαρμογή του πνεύματος αυτής της συμφωνίας και της γενικής ρητορικής του σημιτικού εκσυγχρονισμού,  ισχυρά και πασίγνωστα ιδιωτικά συμφέροντα και μέσα ενημέρωσης ιδιοκτησίας και επιρροής των ίδιων συμφερόντων, ξερογλύφονταν για να βάλουν χέρι στα αμυντικά κονδύλια, που συστηματικά καταγγέλλονταν από τους κύκλους αυτούς ως αχρείαστη δαπάνη για την Ελλάδα. Με «βαρύ πυροβολικό»-επιχείρημα αυτής της ρητορικής το ακραία λαϊκίστικο δίλημμα «λεφτά για την άμυνα ή λεφτά για επενδύσεις». Με απώτερο σκοπό, όμως, ακόμη περισσότερο δημόσιο χρήμα στα χέρια ιδιωτών, όπως υπήρξε το βασικό σκηνικό της μετά τον Κώστα Σημίτη και την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη ελληνικής οικονομίας, με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες που ακολούθησαν και με κορυφαίο δράμα το πτωχευτικό περιστατικό του 2010.

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σημιτικοί εκσυγχρονιστές προετράπησαν ανοιχτά να προσέλθουν στις εσωκομματικές κάλπες για την εκλογή ηγεσίας στη ΝΔ, υποστηρίζοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν και μέλη και οπαδοί άλλου κόμματος! Και κάπως έτσι και σήμερα ήδη συμπαραστάτες του Ανδρέα Λοβέρδου στην προσπάθεια να πάρει εκείνος την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ προσκαλούν ανοιχτά νεοδημοκράτες να προσέλθουν στις εσωκομματικές εκλογές ανάδειξης ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ, για να υποστηρίξουν τον Ανδρέα Λοβέρδο, αν και μέλη άλλου κόμματος. Τους χρωστάει χάρη, άλλωστε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και έρχεται η ώρα να την εξαργυρώσουν...

_______________________________

Επίλογος: Την ώρα που τελείωνα το γράψιμο αυτού του κειμένου, σε μια διακοπή  για να πιω έναν καφέ, έπεσα επάνω -και διάβασα με προσοχή- ένα κείμενο του συντρόφου μου στη «Γέφυρα» Νίκου Μπίστη, σχετικά με το θέμα που ασχολούμαι κι εγώ σήμερα. Στο κείμενό του ο Νίκος εκθιάζει τη συμφωνία της Μαδρίτης για μια σειρά λόγους. Στο κύριο και επίμαχο σημείο, όμως, ο ίδιος εμφανίζει τη σημερινή άκαμπτη θέση της Ελλάδας ότι μία και μόνη διαφορά υπάρχει με την Τουρκία (αυτή της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ των νησιών στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο και με μόνο μέσο επιζήτησης επίλυσης της διαφοράς αυτής την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο), ως μέρος μιας κακώς νοούμενης «ακινησίας» στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Επειδή, λοιπόν, η εξωτερική πολιτική και τα γεωπολιτικά συμφέροντα μιας χώρας  δεν είναι λεκτικά ευρήματα αλλά απτά ζητήματα συμφερόντων, νομίζω είναι καιρός οι υποστηρικτές της συμφωνίας της Μαδρίτης να εξηγήσουν κάποια στιγμή τί άλλο από το πλέγμα των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο είναι εκείνο που θα μπορούσε να αποδεχτεί η χώρα μας να τεθεί  στο τραπέζι του διμερούς διαλόγου. Είναι να εξεταστεί η αμυντική θωράκιση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, με ζητούμενο κατ’ απαίτηση της Τουρκίας η θωράκιση αυτή να αρθεί ως παράνομη; Είναι μήπως ο περιορισμός του δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει κατά την κρίση της τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της ως τα 12 μίλια; Είναι η συνομολόγηση δικαιώματος στην Τουρκία να διεξάγει έρευνες  και να συνάπτει συμφωνίες για την ΑΟΖ με άλλες χώρες ακόμη και σε επικράτεια που ανήκει στην Ελλάδα και την Κυπρο; Ας εξηγηθεί επιτέλους συγκεκριμένα τί θα έπρεπε να καταβάλλει ως κόστος η Ελλάδα για να πάψει πλέον να είναι «ακίνητη» στην εξωτερική πολιτική. Και το ερώτημα τίθεται καλοπίστως!

Κάτι τελευταίο για το κείμενο του Νίκου: Επικαλείται ο Νίκος για την ελληνική εξωτερική πολιτική ως θετικό παράδειγμα κατά της «ακινησίας» (άρα και ως θετική ένδειξη του «πνεύματος» της συμφωνίας της Μαδρίτης του Κώστα Σημίτη), τη συμφωνία των Πρεσπών. Μόνο που ο Νίκος δεν λέει ότι η θετική εξέλιξη με τη συμφωνία των Πρεσπών παρήχθη από την αποδοχή της άκαμπτης από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις θέσης ότι η προς βορράν γειτονική χώρα όφειλε να αλλάξει το σύνταγμα -και το όνομά- της, όπερ και εγένετο. Δεν ήταν, λοιπόν, η ελληνική πλευρά που «κινήθηκε» για να υπάρξει η θετική εξέλιξη! Αντίθετα, η ελληνική σταθερότητα απεδωσε καρπούς και έπεισε  περισσότερες από 150 κυβερνήσεις σ’ όλο τον κόσμο ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ήταν καταχρηστική και επικίνδυνη για τη σταθερότητα και την ειρήνη στα Βαλκάνια επιλογή των βόρειων γειτόνων μας και αυτή η ονομασία έπρεπε να αλλάξει. Δεν είναι επομένως το «πνεύμα της Μαδρίτης» που έφερε καλά αποτελέσματα στα «μακεδονικό».

Ανάλογα θετικές εξελίξεις θα προκύψουν στα ελληνοτουρκικά, όχι επειδή η ελληνική σταθερή θέση απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις θα άλλαξει και θα προστεθούν νέα τουρκικά «δικαιώματα» στο πλαίσιο των διμερών διαφορών μας με τη γειτονική (προς ανατολάς) χώρα, επειδή έτσι η Τουρκία εξ ιδίων αντιλαμβάνεται τα «ζωτικά» συμφέροντά της, όπως αναφέρει η συμφωνία της Μαδρίτης. Θετικές εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά θα υπάρξουν όταν η Τουρκία αποδεχτεί το ισχύον διεθνές δίκαιο και συναινέσει σε παραπομπή με συνυποσχετικό σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για την επίλυση της διαφοράς σχετικά με τα δικαιώματα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αντίθετα, «κινητικότητα» πέραν τούτου κατά μια μηχανίστικη εμφύτευση του «πνεύματος της Μαδρίτης» στα ελληνοτουρκικά, μόνο μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση και απειλή κατά της ειρήνης θα σημάνει στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. «Κινητικότητα» στην εξωτερική πολιτική για μια χώρα δεν είναι συνώνυμο της υποχωρητικότητας, αλλά της αυτοπεποίθησης ότι τα γεωπολιτικά συμφέροντα  μας ως χώρα προάγονται από τη δίκαια εξισορρόπηση ανάμεσα στην προάσπιση των δικαιωμάτων μας και τις καλές σχέσεις με φιλειρηνικούς και πιστούς στην τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου γείτονες.

Για την ελληνική εξωτερική πολιτική προτιμώ τη σταθερότητα και απορρίπτω την κινητικότητα του «πνεύματος της Μαρίτης». Τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα δεν είναι «σουρωτήρι» αλλά πλέγμα σταθερών θέσεων συμβατών με το διεθνές δίκαιο.

More in Εξωτερική Πολιτική
Comments