Σχέδιο Πισσαρίδη: Η Δημόσια Παιδεία δεν μένει πια εδώ

Σχέδιο Πισσαρίδη: Η Δημόσια Παιδεία δεν μένει πια εδώ

Το πρώτο που σκέφτεσαι διαβάζοντας το «σχέδιο Πισσαρίδη» για την Παιδεία είναι «γιατί να υπάρχει ένα σχέδιο Πισσαρίδη» για την Παιδεία; Γιατί μια ομάδα φωτισμένων τεχνοκρατών να εκπονεί ένα σχέδιο για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση της χώρας, στο οποίο μάλιστα σχέδιο δεν υπάρχει ούτε μια έστω συμβολική αναφορά στους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς φορείς, τους οποίους στην τελική αφορά αυτό το σχέδιο;

Πρώτη παρατήρηση, λοιπόν: έχουμε να κάνουμε με προτάσεις που δεν έχουν προκύψει από κάποιον διαλεκτικό κύκλο, έχουν τεθεί αφ’ υψηλού σε δημόσια διαβούλευση, άρα εκ των πραγμάτων υποβιβάζουν συνειδητά και δομικά τους φορείς στους οποίους απευθύνονται.

Δεύτερη παρατήρηση: είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα συντριπτικό ποσοστό των προτεινόμενων «μεταρρυθμίσεων» αποτελεί αναμάσημα ή εκ νέου προώθηση προτάσεων που στο παρελθόν έχουν νομοθετηθεί, σε κάποιο βαθμό έχουν εφαρμοστεί και κατά καθολική ομολογία – τουλάχιστον  της εκπαιδευτικής κοινότητας της χώρας- έχουν αποτύχει παταγωδώς.

Το «σχέδιο Πισσαρίδη» εστιάζει στην θεσμοθέτηση Τράπεζας Θεμάτων, στην αύξηση του «εσωτερικού ανταγωνισμού» μεταξύ των σχολικών μονάδων και στην έμμεση ή άμεση επέλαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Εντοπίζει ως κομβικό εμπόδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας την «μη αξιολόγηση», ενώ εν έτει 2020, έπειτα από μια δεκαετή κρίση που γκρέμισε το Δημόσιο Σύστημα Παιδείας και εν μέσω πανδημίας, επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο το «δόγμα» των συγχωνεύσεων, της αύξησης του ωραρίου για τους εκπαιδευτικούς και της «(μείωσης) χρηματοδότησης βάσει αξιολόγησης».

Αφήνοντας πίσω τον «νεοφιλελεύθερο» πυρήνα των προτάσεων. Ξεπερνώντας το γεγονός ότι ορισμένες εξ’ αυτών μοιάζουν εμμονικά ανεδαφικές, οριακά παράλογες. (π.χ. η Τράπεζα Θεμάτων που εφαρμόστηκε και αποτέλεσε δομικά ίσως το μεγαλύτερο φιάσκο συγκριτικά με κάθε άλλη εκπαιδευτική παρέμβαση των τελευταίων ετών). Η ουσία της προβληματικής του σχεδίου είναι πυρηνική και αφορά την παθολογική ανάγκη των συντακτών του να υπονομεύσουν και όχι να ασκήσουν μια παραγωγική κριτική στο Δημόσιο Εκπαιδευτικό Σύστημα:

«Το δημόσιο σχολείο έχει υπερσυσσωρεύσει εκπαιδευτικούς που δεν επιτελούν τον ρόλο τους». «Το γνωσιακό επίπεδο των μαθητών είναι χαμηλό». «Τα προγράμματα σπουδών αποσκοπούν κυρίως στην ενασχόληση με τον Δημόσιο Τομέα».

Αλλά ακόμα και στις ορθές παρατηρήσεις που εντοπίζονται στο κείμενο, οι προτεινόμενες λύσεις μοιάζουν αντιδραστικά αντιφατικές. Πράγματι, «οι δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου υποβαθμίζονται», λόγω της μονομερούς ενασχόλησης των μαθητών με τις Πανελλήνιες, αλλά ταυτόχρονα γίνεται η λύση να είναι περισσότερες εξετάσεις, νέα Τράπεζα Θεμάτων και άρα περισσότερη παραπαιδεία και εκ νέου υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο όπως προτείνει η επιτροπή;

Πέραν, όμως, του τεχνικού σκέλους των προτάσεων το οποίο ομολογουμένως σε πολλά σημεία επιδέχεται ερμηνείας αναφορικά με την μεθοδολογία ενδεχόμενης (ας ελπίσουμε όχι) νομοθέτησης και εφαρμογής του, είναι βαθιά πεσιμιστικό το γεγονός ότι από αυτή την δέσμη «μεταρρυθμίσεων» απουσιάζει εκκωφαντικά έστω και ένα μικρό ψήγμα οράματος, καινοτομίας, πρωτοτυπίας και μοντερνισμού.

Η «γνώση» σαν αξία δεν υπάρχει ούτε ως δείγμα. Η λέξη «ανάγκες» παραλείπεται κυνικά. Η λογική του «εσωτερικού ανταγωνισμού των σχολείων» και μάλιστα με έπαθλο μια «ευνοϊκότερη» κρατική μεταχείριση θα ήταν κωμική, αν δεν άνοιγε τον δρόμο για διαμόρφωση «καλών» και «κακών» σχολείων, «άξιων» και «ανάξιων» μαθητών και εκπαιδευτικών. Μια λογική ελιτίστικη και ταξική που διευρύνει το φάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων. Ενώ η «ποινικοποίηση» της υπέρβασης του ορίου σπουδών στα Πανεπιστήμια με επιβολή προστίμου-διδάκτρων υποτιμά κάθε έννοια ακαδημαϊκότητας, προσβάλλει εκτός των άλλων το ίδιο το Σύνταγμα, κλείνοντας -εντελώς κουτοπόνηρα- το μάτι στην ιδιωτικοποίηση της «γνώσης».

Ένα σχέδιο, το οποίο εντάσσει την εκπαιδευτική διαδικασία ως «εργαλειοποιημένο αντικείμενο» που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση του κέρδους και στην οικονομική ανάπτυξη ήταν αναμενόμενο, εύλογο και προβλέψιμο να διακατέχεται από αυτή την ανάλγητη, μικρονοητή και αναπόφευκτα νεοφιλελεύθερη λογική. Αυτονόητη, λοιπόν, η αναγκαιότητα επαγρύπνησης φορέων, εκπαιδευτικών, μαθητών και κοινωνίας των πολιτών εν όψει κάθε απόπειρας ξηλώματος του Δημοσίου Σχολείου, αλλά και ξηλώματος της ίδιας της λογικής. Αυτονόητη, διαχρονική και επιτακτική η ανάγκη εκπόνησης ενός «αντεστραμμένου» σχεδίου Πισσαρίδη επίσης. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί το άμεσο, μεγάλο και κοινωνικά αναγκαίο στοίχημα της Αριστεράς. Ο χρόνος θα δείξει.

*ο Θοδωρής Λέννας είναι φοιτητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

More in
Comments
Σχέδιο Πισσαρίδη: Η Δημόσια Παιδεία δεν μένει πια εδώ

Σχέδιο Πισσαρίδη: Η Δημόσια Παιδεία δεν μένει πια εδώ

Το πρώτο που σκέφτεσαι διαβάζοντας το «σχέδιο Πισσαρίδη» για την Παιδεία είναι «γιατί να υπάρχει ένα σχέδιο Πισσαρίδη» για την Παιδεία; Γιατί μια ομάδα φωτισμένων τεχνοκρατών να εκπονεί ένα σχέδιο για την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση της χώρας, στο οποίο μάλιστα σχέδιο δεν υπάρχει ούτε μια έστω συμβολική αναφορά στους κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς φορείς, τους οποίους στην τελική αφορά αυτό το σχέδιο;

Πρώτη παρατήρηση, λοιπόν: έχουμε να κάνουμε με προτάσεις που δεν έχουν προκύψει από κάποιον διαλεκτικό κύκλο, έχουν τεθεί αφ’ υψηλού σε δημόσια διαβούλευση, άρα εκ των πραγμάτων υποβιβάζουν συνειδητά και δομικά τους φορείς στους οποίους απευθύνονται.

Δεύτερη παρατήρηση: είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ένα συντριπτικό ποσοστό των προτεινόμενων «μεταρρυθμίσεων» αποτελεί αναμάσημα ή εκ νέου προώθηση προτάσεων που στο παρελθόν έχουν νομοθετηθεί, σε κάποιο βαθμό έχουν εφαρμοστεί και κατά καθολική ομολογία – τουλάχιστον  της εκπαιδευτικής κοινότητας της χώρας- έχουν αποτύχει παταγωδώς.

Το «σχέδιο Πισσαρίδη» εστιάζει στην θεσμοθέτηση Τράπεζας Θεμάτων, στην αύξηση του «εσωτερικού ανταγωνισμού» μεταξύ των σχολικών μονάδων και στην έμμεση ή άμεση επέλαση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στο εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Εντοπίζει ως κομβικό εμπόδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας την «μη αξιολόγηση», ενώ εν έτει 2020, έπειτα από μια δεκαετή κρίση που γκρέμισε το Δημόσιο Σύστημα Παιδείας και εν μέσω πανδημίας, επαναφέρει στον δημόσιο διάλογο το «δόγμα» των συγχωνεύσεων, της αύξησης του ωραρίου για τους εκπαιδευτικούς και της «(μείωσης) χρηματοδότησης βάσει αξιολόγησης».

Αφήνοντας πίσω τον «νεοφιλελεύθερο» πυρήνα των προτάσεων. Ξεπερνώντας το γεγονός ότι ορισμένες εξ’ αυτών μοιάζουν εμμονικά ανεδαφικές, οριακά παράλογες. (π.χ. η Τράπεζα Θεμάτων που εφαρμόστηκε και αποτέλεσε δομικά ίσως το μεγαλύτερο φιάσκο συγκριτικά με κάθε άλλη εκπαιδευτική παρέμβαση των τελευταίων ετών). Η ουσία της προβληματικής του σχεδίου είναι πυρηνική και αφορά την παθολογική ανάγκη των συντακτών του να υπονομεύσουν και όχι να ασκήσουν μια παραγωγική κριτική στο Δημόσιο Εκπαιδευτικό Σύστημα:

«Το δημόσιο σχολείο έχει υπερσυσσωρεύσει εκπαιδευτικούς που δεν επιτελούν τον ρόλο τους». «Το γνωσιακό επίπεδο των μαθητών είναι χαμηλό». «Τα προγράμματα σπουδών αποσκοπούν κυρίως στην ενασχόληση με τον Δημόσιο Τομέα».

Αλλά ακόμα και στις ορθές παρατηρήσεις που εντοπίζονται στο κείμενο, οι προτεινόμενες λύσεις μοιάζουν αντιδραστικά αντιφατικές. Πράγματι, «οι δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου υποβαθμίζονται», λόγω της μονομερούς ενασχόλησης των μαθητών με τις Πανελλήνιες, αλλά ταυτόχρονα γίνεται η λύση να είναι περισσότερες εξετάσεις, νέα Τράπεζα Θεμάτων και άρα περισσότερη παραπαιδεία και εκ νέου υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο σχολείο όπως προτείνει η επιτροπή;

Πέραν, όμως, του τεχνικού σκέλους των προτάσεων το οποίο ομολογουμένως σε πολλά σημεία επιδέχεται ερμηνείας αναφορικά με την μεθοδολογία ενδεχόμενης (ας ελπίσουμε όχι) νομοθέτησης και εφαρμογής του, είναι βαθιά πεσιμιστικό το γεγονός ότι από αυτή την δέσμη «μεταρρυθμίσεων» απουσιάζει εκκωφαντικά έστω και ένα μικρό ψήγμα οράματος, καινοτομίας, πρωτοτυπίας και μοντερνισμού.

Η «γνώση» σαν αξία δεν υπάρχει ούτε ως δείγμα. Η λέξη «ανάγκες» παραλείπεται κυνικά. Η λογική του «εσωτερικού ανταγωνισμού των σχολείων» και μάλιστα με έπαθλο μια «ευνοϊκότερη» κρατική μεταχείριση θα ήταν κωμική, αν δεν άνοιγε τον δρόμο για διαμόρφωση «καλών» και «κακών» σχολείων, «άξιων» και «ανάξιων» μαθητών και εκπαιδευτικών. Μια λογική ελιτίστικη και ταξική που διευρύνει το φάσμα των κοινωνικών ανισοτήτων. Ενώ η «ποινικοποίηση» της υπέρβασης του ορίου σπουδών στα Πανεπιστήμια με επιβολή προστίμου-διδάκτρων υποτιμά κάθε έννοια ακαδημαϊκότητας, προσβάλλει εκτός των άλλων το ίδιο το Σύνταγμα, κλείνοντας -εντελώς κουτοπόνηρα- το μάτι στην ιδιωτικοποίηση της «γνώσης».

Ένα σχέδιο, το οποίο εντάσσει την εκπαιδευτική διαδικασία ως «εργαλειοποιημένο αντικείμενο» που μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση του κέρδους και στην οικονομική ανάπτυξη ήταν αναμενόμενο, εύλογο και προβλέψιμο να διακατέχεται από αυτή την ανάλγητη, μικρονοητή και αναπόφευκτα νεοφιλελεύθερη λογική. Αυτονόητη, λοιπόν, η αναγκαιότητα επαγρύπνησης φορέων, εκπαιδευτικών, μαθητών και κοινωνίας των πολιτών εν όψει κάθε απόπειρας ξηλώματος του Δημοσίου Σχολείου, αλλά και ξηλώματος της ίδιας της λογικής. Αυτονόητη, διαχρονική και επιτακτική η ανάγκη εκπόνησης ενός «αντεστραμμένου» σχεδίου Πισσαρίδη επίσης. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί το άμεσο, μεγάλο και κοινωνικά αναγκαίο στοίχημα της Αριστεράς. Ο χρόνος θα δείξει.

*ο Θοδωρής Λέννας είναι φοιτητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

More in
Comments