Σφαγή του Διστόμου: μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή

Σφαγή του Διστόμου: μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή

Συμπληρώνονται σήμερα 76 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου. Την 10η Ιουνίου του 1944 ένα τάγμα των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων των SS υπέστη μεγάλες απώλειες από αντιστασιακούς έλληνες αντάρτες στη μάχη του Στειρίου, κοντά στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Λιβαδειάς του νομού Βοιωτίας. Αμέσως μετά οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις προέβησαν σε ανελέητα αντίποινα εισβάλοντας με τεθωρακισμένα στο γειτονικό Δίστομο όπου επιδόθηκαν σε πρωτοφανείς αγριότητες χωρίς καμία εξαίρεση μεταξύ άμαχου πληθυσμού με βιασμούς, ακρωτηριασμούς γυναικόπαιδων και άλλες πράξεις ωμής βίας παραβιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η διαταγή ήταν να ισοπεδωθεί κυριολεκτικά όλο το χωριό, με αποτέλεσμα η σφαγή του Διστόμου να καταγραφεί στην ιστορία ως ένα από τα πιο αποτρόπαια ναζιστικά εγκλήματα του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Περίπου μισόν αιώνα μετά ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη ανάμεσα στους συγγενείς των θυμάτων και το γερμανικό δημόσιο η οποία ξεκίνησε από τη Λιβαδειά, συνεχίστηκε στην Αθήνα και έφτασε μέσω Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.  Το 1997 το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκανε δεκτή ομαδική αγωγή 218 συγγενών θυμάτων του σφαγής του Διστόμου επιδικάζοντας αποζημίωση συνολικού ποσού 9,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Το γερμανικό δημόσιο προσέφυγε με ένδικα μέσα ενώπιον αρχικώς του Εφετείου και εν συνεχεία του Αρείου Πάγου επικαλούμενη το προνόμιο της ετεροδικίας, δηλαδή της ασυλίας των κρατών ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων. Ο Άρειος Πάγος έκρινε τότε ότι στην προκειμένη περίπτωση το προνόμιο της ετεροδικίας αίρεται διότι αφορά βλάβες που προκάλεσαν όργανα της συγκεκριμένης χώρας σε πολίτες άλλης χώρας και ως εκ τούτου γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη, και ακόμα, ότι το προνόμιο της ετεροδικίας σε περιπτώσεις μαζικής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αίρεται καθώς αυτό αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα τους διεθνούς δικαίου.

Το θέμα όμως άρχισε να λαμβάνει διαφορετική τροπή όταν το γερμανικό δημόσιο έθεσε το θέμα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) ώστε να αποφανθεί, για το αν η άρση της ετεροδικίας σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου με βάση τη σχετική διεθνή σύμβαση (Σύμβαση της Βασιλείας περί της Ετεροδικίας των Κρατών του 1972).

Το ΑΕΔ έκρινε ότι η άρση της ετεροδικίας δεν αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου, εμμένοντας έτσι στη μακροχρόνια καθιερωμένη αρχή της ετεροδικίας του αλλοδαπού κράτους, η οποία καλύπτει ως επί το πλείστον και τις ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του, τόσο σε καιρό ειρήνης, όσο και σε καιρό πολέμου, ενώ για τις αποζημιώσεις έκρινε ότι αυτές καθορίζονται με βάση διακρατικές συμφωνίες και όχι με ατομικές αγωγές πολιτών. (ΑΕΔ  6/2002).

Εφόσον λοιπόν κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δυνατή η εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων στην Ελλάδα, ο δικηγόρος των συγγενών των θυμάτων Ιωάννης Σταμούλης αποφάσισε να κάνει χρήση σχετικής διάταξης του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αποφάσεις μια χώρας μέλους μπορούν να εκτελεστούν και στις άλλες χώρες μέλη, προχωρώντας σε κατάσχεση ιδιοκτησιών του γερμανικού δημοσίου στη Φλωρεντία.

Το γερμανικό δημόσιο προσέφυγε κατά της εκτέλεσης στο πρωτοδικείο της Φλωρεντίας το οποίο απέρριψε το αίτημα του ενώ στη συνέχεια το ίδιο έπραξε σε δεύτερο βαθμό και το εφετείο. Τέλος το ανώτατο  ακυρωτικό δικαστήριο της Ρώμης (Corte di Cassazione) στην υπόθεση  Φερίνι (Ferrini c. Repubblica Federale della Germania), ενός Ιταλού πολίτη ο οποίος το 1944 είχε συλληφθεί και μεταφερθεί στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία, απεφάνθη οριστικά υπέρ της εκτέλεσης των αποφάσεων των ιταλικών (και κατά συνέπεια και των ελληνικών) δικαστηρίων κατά του γερμανικού δημοσίου με το αιτιολογικό ότι σε περιπτώσεις μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το προνόμιο της ετεροδικίας αίρεται.

Η Γερμανία ως έσχατη προσπάθεια να αποφύγει την καταβολή των αποζημιώσεων αποφάσισε να προσφύγει στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης ζητώντας την καταδίκη της Ιταλίας για παραβίαση του προνομίου της ετεροδικίας του γερμανικού κράτους. Η υπόθεση άρχισε να εκδικάζεται  το 2011 και η Ελλάδα άσκησε παρέμβαση υπέρ της Ιταλίας, υπό την πίεση της κοινής γνώμης σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη για τις ελληνογερμανικές σχέσεις περίοδο.

Ένα χρόνο μετά το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δικαίωσε την Γερμανία καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης τα ιταλικά δικαστήρια παραβίασαν το δικαίωμα ετεροδικίας της εγκρίνοντας κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου που βρίσκονται επί ιταλικού εδάφους. Έτσι λοιπόν από το 2012 η δικαίωση των συγγενών των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου έχει παγώσει ωστόσο το αίτημα θεωρείται ότι παραμένει ακόμα ανοιχτό, καθώς το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε παράλληλα ότι το θέμα των αποζημιώσεων των θυμάτων του ναζιστικού καθεστώτος μπορεί να διευθετηθεί με διακρατικές συμφωνίες.

More in Ανθρωπινα δικαιωματα
Comments
Σφαγή του Διστόμου: μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή

Σφαγή του Διστόμου: μια υπόθεση που παραμένει ανοιχτή

Συμπληρώνονται σήμερα 76 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου. Την 10η Ιουνίου του 1944 ένα τάγμα των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων των SS υπέστη μεγάλες απώλειες από αντιστασιακούς έλληνες αντάρτες στη μάχη του Στειρίου, κοντά στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Λιβαδειάς του νομού Βοιωτίας. Αμέσως μετά οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις προέβησαν σε ανελέητα αντίποινα εισβάλοντας με τεθωρακισμένα στο γειτονικό Δίστομο όπου επιδόθηκαν σε πρωτοφανείς αγριότητες χωρίς καμία εξαίρεση μεταξύ άμαχου πληθυσμού με βιασμούς, ακρωτηριασμούς γυναικόπαιδων και άλλες πράξεις ωμής βίας παραβιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η διαταγή ήταν να ισοπεδωθεί κυριολεκτικά όλο το χωριό, με αποτέλεσμα η σφαγή του Διστόμου να καταγραφεί στην ιστορία ως ένα από τα πιο αποτρόπαια ναζιστικά εγκλήματα του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

Περίπου μισόν αιώνα μετά ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη ανάμεσα στους συγγενείς των θυμάτων και το γερμανικό δημόσιο η οποία ξεκίνησε από τη Λιβαδειά, συνεχίστηκε στην Αθήνα και έφτασε μέσω Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.  Το 1997 το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκανε δεκτή ομαδική αγωγή 218 συγγενών θυμάτων του σφαγής του Διστόμου επιδικάζοντας αποζημίωση συνολικού ποσού 9,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Το γερμανικό δημόσιο προσέφυγε με ένδικα μέσα ενώπιον αρχικώς του Εφετείου και εν συνεχεία του Αρείου Πάγου επικαλούμενη το προνόμιο της ετεροδικίας, δηλαδή της ασυλίας των κρατών ενώπιον αλλοδαπών δικαστηρίων. Ο Άρειος Πάγος έκρινε τότε ότι στην προκειμένη περίπτωση το προνόμιο της ετεροδικίας αίρεται διότι αφορά βλάβες που προκάλεσαν όργανα της συγκεκριμένης χώρας σε πολίτες άλλης χώρας και ως εκ τούτου γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη, και ακόμα, ότι το προνόμιο της ετεροδικίας σε περιπτώσεις μαζικής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αίρεται καθώς αυτό αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα τους διεθνούς δικαίου.

Το θέμα όμως άρχισε να λαμβάνει διαφορετική τροπή όταν το γερμανικό δημόσιο έθεσε το θέμα στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) ώστε να αποφανθεί, για το αν η άρση της ετεροδικίας σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου με βάση τη σχετική διεθνή σύμβαση (Σύμβαση της Βασιλείας περί της Ετεροδικίας των Κρατών του 1972).

Το ΑΕΔ έκρινε ότι η άρση της ετεροδικίας δεν αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου, εμμένοντας έτσι στη μακροχρόνια καθιερωμένη αρχή της ετεροδικίας του αλλοδαπού κράτους, η οποία καλύπτει ως επί το πλείστον και τις ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του, τόσο σε καιρό ειρήνης, όσο και σε καιρό πολέμου, ενώ για τις αποζημιώσεις έκρινε ότι αυτές καθορίζονται με βάση διακρατικές συμφωνίες και όχι με ατομικές αγωγές πολιτών. (ΑΕΔ  6/2002).

Εφόσον λοιπόν κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν ήταν δυνατή η εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων στην Ελλάδα, ο δικηγόρος των συγγενών των θυμάτων Ιωάννης Σταμούλης αποφάσισε να κάνει χρήση σχετικής διάταξης του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αποφάσεις μια χώρας μέλους μπορούν να εκτελεστούν και στις άλλες χώρες μέλη, προχωρώντας σε κατάσχεση ιδιοκτησιών του γερμανικού δημοσίου στη Φλωρεντία.

Το γερμανικό δημόσιο προσέφυγε κατά της εκτέλεσης στο πρωτοδικείο της Φλωρεντίας το οποίο απέρριψε το αίτημα του ενώ στη συνέχεια το ίδιο έπραξε σε δεύτερο βαθμό και το εφετείο. Τέλος το ανώτατο  ακυρωτικό δικαστήριο της Ρώμης (Corte di Cassazione) στην υπόθεση  Φερίνι (Ferrini c. Repubblica Federale della Germania), ενός Ιταλού πολίτη ο οποίος το 1944 είχε συλληφθεί και μεταφερθεί στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία, απεφάνθη οριστικά υπέρ της εκτέλεσης των αποφάσεων των ιταλικών (και κατά συνέπεια και των ελληνικών) δικαστηρίων κατά του γερμανικού δημοσίου με το αιτιολογικό ότι σε περιπτώσεις μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το προνόμιο της ετεροδικίας αίρεται.

Η Γερμανία ως έσχατη προσπάθεια να αποφύγει την καταβολή των αποζημιώσεων αποφάσισε να προσφύγει στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης ζητώντας την καταδίκη της Ιταλίας για παραβίαση του προνομίου της ετεροδικίας του γερμανικού κράτους. Η υπόθεση άρχισε να εκδικάζεται  το 2011 και η Ελλάδα άσκησε παρέμβαση υπέρ της Ιταλίας, υπό την πίεση της κοινής γνώμης σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη για τις ελληνογερμανικές σχέσεις περίοδο.

Ένα χρόνο μετά το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δικαίωσε την Γερμανία καθώς σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης τα ιταλικά δικαστήρια παραβίασαν το δικαίωμα ετεροδικίας της εγκρίνοντας κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου που βρίσκονται επί ιταλικού εδάφους. Έτσι λοιπόν από το 2012 η δικαίωση των συγγενών των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου έχει παγώσει ωστόσο το αίτημα θεωρείται ότι παραμένει ακόμα ανοιχτό, καθώς το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε παράλληλα ότι το θέμα των αποζημιώσεων των θυμάτων του ναζιστικού καθεστώτος μπορεί να διευθετηθεί με διακρατικές συμφωνίες.

More in Ανθρωπινα δικαιωματα
Comments