Πως σε μια στιγμή σκάει μια κρατική «φούσκα»

Πως σε μια στιγμή σκάει μια κρατική «φούσκα»

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια εποχή όχι και τόσο μακρινή, γύρω στο 2008, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, όπου όλοι στολίζαμε το δέντρο μας γύρω από το τζάκι, ένα έφηβο παιδί έκανε το λάθος να βρεθεί τη «λάθος στιγμή» σε «απαγορευμένη» περιοχή, τη Μόρντορ της Αθήνας, τα Εξάρχεια.

Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να κατανοεί δειλά-δειλά, με την λίγη κοινωνική επίγνωση που μπορούσε να έχει ένα παιδί, πως πολλές φορές οι δυνάμεις που μας προστατεύουν μπορεί να φερθούν λανθασμένα, και τελικά η προστασία να γίνει επίθεση. Δεν έδωσα όμως ιδιαίτερη σημασία, συνέχισα να στολίζω το δέντρο του σπιτιού μου με την οικογένεια μου, και αποδέχθηκα ό,τι ακριβώς κάποιοι ήθελαν να αποδεχθώ, πως μια στο τόσο οι άνθρωποι κάνουν λάθη, και πως όλοι δικαιούμαστε να αντιμετωπισθούμε «καλή τη πίστει».

Βρισκόμαστε εδώ και ένα χρόνο σε κατάσταση lockdown, όπως και η πλειονότητα των Ευρωπαϊκών χωρών. Προστατεύουμε τους εαυτούς μας υπακούοντας στις εντολές του κράτος, τις οποίες δίνει για να προστατεύει εμάς, όχι;

Το βασικό επιχείρημα της αστυνομικής βίας, η υπέρλαμπρη δικαιολογία και η προσεγμένη κάλυψη των ΜΜΕ πάντοτε συμπεριλάμβανε ζητήματα όπως η βία των διαδηλωτών, η εγκληματικότητα των Εξαρχείων, η αυθάδεια ορισμένων πολιτών, οι «μπαχαλάκηδες», οι «αναρχικοί», οι «ψεκασμένοι». Όρους-ταμπέλες οι οποίες από τον περσινό Μάρτιο κι έπειτα συμπεριλάμβαναν οποιονδήποτε πολίτη τολμούσε να αμφισβητήσει τη κρατική διαχείριση της πανδημίας, την βαριά αστυνόμευση, τις απειλές, τους συνεχείς ελέγχους, τη μιντιακή προπαγάνδα. Δηλώσεις προ-πανδημίας περί «καθαρισμού» άβατων, προστασίας των πολιτών από όσους μπορούν να τους βλάψουν, περιορισμού της εγκληματικότητας, προστασίας του Κράτους-Δικαίου. Κρεμάμενοι από μια τηλεόραση, περιμένοντας την επόμενη ανακοίνωση για την εξέλιξη της ζωής μας, είμασταν ικανοί να ακούσουμε με ευλάβεια την κάθε οδηγία, όσο παράδοξη και εάν ήταν αυτή, να κατηγορήσουμε τους αυτούς μας, τους γύρω μας, τις κοινωνικές μας ομάδες, ώστε να νιώσουμε πως όσο πιο υπάκουοι είμαστε τόσο πιο γρήγορα θα αισθανθούμε ξανά ζωντανοί.

Και κάπως έτσι πείθεις ένα λαό πως τον προστατεύεις. Πείθεις ένα λαό πως η καταστολή, ο έλεγχος, η αστυνομοκρατία είναι για το καλό του. Πλάθεις μια υπέροχη, τεράστια ροζ φούσκα, γεμάτη ελπίδα και τίτλο #ΜένουμεΣπίτι, πληρωμένη με 20 εκατ. ευρώ από γνωστή λίστα. Ορισμένες στιγμές όμως, η φούσκα αυτή χρειάζεται μονάχα λίγες ώρες για να σκάσει.

Το γεγονός που ζήσαμε εχθές ως χώρα δε θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Ή μάλλον, θα έπρεπε για μια χώρα που θέλει να λέγεται δημοκρατική, για μια χώρα που θέλει να λέγεται φιλελεύθερη. Το γεγονός που ζήσαμε χθες μας έκανε όμως να δούμε αληθινά σε τι χώρα ζούμε. Το κερασάκι μιας πολύ μπαγιάτικης τούρτας την οποία είμαστε αναγκασμένοι να τρώμε εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο. Μια σκηνή τρομακτική, που θυμίζει την αναζωπύρωση του Black Lives Matter των Η.Π.Α. τον περσινό Μάϊο, και σκηνές Ουργουελικής δυστοπίας. Μα κυρίως, μια σκηνή που προκαλεί το αίσθημα της απειλής όχι μόνο στον «εξαρχιώτη μπαχαλάκια», αλλά και στους πολίτες που υποτίθεται πως «προστατεύονται από αυτούς».

Μια τραγωδία των μίντια, και διασπορά ενός ψέματος στο οποίο τίθεσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας, πως ο ουρανός δεν είναι κόκκινος, πως δεν υπήρξε επίθεση 30 ατόμων στη Νέα Σμύρνη το μεσημέρι της Κυριακής. Πλέον ο φόβος προσπερνά μια περιοχή και προσπερνά μια κοινωνική ομάδα. Ο φόβος σπέρνεται παντού, με σκοπό την απόλυτη ησυχία, και την υπεροχή μιας και μόνο φωνής. Μάντεψε ποια είναι αυτή.

More in Κοινωνία
Comments
Πως σε μια στιγμή σκάει μια κρατική «φούσκα»

Πως σε μια στιγμή σκάει μια κρατική «φούσκα»

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια εποχή όχι και τόσο μακρινή, γύρω στο 2008, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, όπου όλοι στολίζαμε το δέντρο μας γύρω από το τζάκι, ένα έφηβο παιδί έκανε το λάθος να βρεθεί τη «λάθος στιγμή» σε «απαγορευμένη» περιοχή, τη Μόρντορ της Αθήνας, τα Εξάρχεια.

Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να κατανοεί δειλά-δειλά, με την λίγη κοινωνική επίγνωση που μπορούσε να έχει ένα παιδί, πως πολλές φορές οι δυνάμεις που μας προστατεύουν μπορεί να φερθούν λανθασμένα, και τελικά η προστασία να γίνει επίθεση. Δεν έδωσα όμως ιδιαίτερη σημασία, συνέχισα να στολίζω το δέντρο του σπιτιού μου με την οικογένεια μου, και αποδέχθηκα ό,τι ακριβώς κάποιοι ήθελαν να αποδεχθώ, πως μια στο τόσο οι άνθρωποι κάνουν λάθη, και πως όλοι δικαιούμαστε να αντιμετωπισθούμε «καλή τη πίστει».

Βρισκόμαστε εδώ και ένα χρόνο σε κατάσταση lockdown, όπως και η πλειονότητα των Ευρωπαϊκών χωρών. Προστατεύουμε τους εαυτούς μας υπακούοντας στις εντολές του κράτος, τις οποίες δίνει για να προστατεύει εμάς, όχι;

Το βασικό επιχείρημα της αστυνομικής βίας, η υπέρλαμπρη δικαιολογία και η προσεγμένη κάλυψη των ΜΜΕ πάντοτε συμπεριλάμβανε ζητήματα όπως η βία των διαδηλωτών, η εγκληματικότητα των Εξαρχείων, η αυθάδεια ορισμένων πολιτών, οι «μπαχαλάκηδες», οι «αναρχικοί», οι «ψεκασμένοι». Όρους-ταμπέλες οι οποίες από τον περσινό Μάρτιο κι έπειτα συμπεριλάμβαναν οποιονδήποτε πολίτη τολμούσε να αμφισβητήσει τη κρατική διαχείριση της πανδημίας, την βαριά αστυνόμευση, τις απειλές, τους συνεχείς ελέγχους, τη μιντιακή προπαγάνδα. Δηλώσεις προ-πανδημίας περί «καθαρισμού» άβατων, προστασίας των πολιτών από όσους μπορούν να τους βλάψουν, περιορισμού της εγκληματικότητας, προστασίας του Κράτους-Δικαίου. Κρεμάμενοι από μια τηλεόραση, περιμένοντας την επόμενη ανακοίνωση για την εξέλιξη της ζωής μας, είμασταν ικανοί να ακούσουμε με ευλάβεια την κάθε οδηγία, όσο παράδοξη και εάν ήταν αυτή, να κατηγορήσουμε τους αυτούς μας, τους γύρω μας, τις κοινωνικές μας ομάδες, ώστε να νιώσουμε πως όσο πιο υπάκουοι είμαστε τόσο πιο γρήγορα θα αισθανθούμε ξανά ζωντανοί.

Και κάπως έτσι πείθεις ένα λαό πως τον προστατεύεις. Πείθεις ένα λαό πως η καταστολή, ο έλεγχος, η αστυνομοκρατία είναι για το καλό του. Πλάθεις μια υπέροχη, τεράστια ροζ φούσκα, γεμάτη ελπίδα και τίτλο #ΜένουμεΣπίτι, πληρωμένη με 20 εκατ. ευρώ από γνωστή λίστα. Ορισμένες στιγμές όμως, η φούσκα αυτή χρειάζεται μονάχα λίγες ώρες για να σκάσει.

Το γεγονός που ζήσαμε εχθές ως χώρα δε θα έπρεπε να μας εκπλήσσει. Ή μάλλον, θα έπρεπε για μια χώρα που θέλει να λέγεται δημοκρατική, για μια χώρα που θέλει να λέγεται φιλελεύθερη. Το γεγονός που ζήσαμε χθες μας έκανε όμως να δούμε αληθινά σε τι χώρα ζούμε. Το κερασάκι μιας πολύ μπαγιάτικης τούρτας την οποία είμαστε αναγκασμένοι να τρώμε εδώ και έναν ολόκληρο χρόνο. Μια σκηνή τρομακτική, που θυμίζει την αναζωπύρωση του Black Lives Matter των Η.Π.Α. τον περσινό Μάϊο, και σκηνές Ουργουελικής δυστοπίας. Μα κυρίως, μια σκηνή που προκαλεί το αίσθημα της απειλής όχι μόνο στον «εξαρχιώτη μπαχαλάκια», αλλά και στους πολίτες που υποτίθεται πως «προστατεύονται από αυτούς».

Μια τραγωδία των μίντια, και διασπορά ενός ψέματος στο οποίο τίθεσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας, πως ο ουρανός δεν είναι κόκκινος, πως δεν υπήρξε επίθεση 30 ατόμων στη Νέα Σμύρνη το μεσημέρι της Κυριακής. Πλέον ο φόβος προσπερνά μια περιοχή και προσπερνά μια κοινωνική ομάδα. Ο φόβος σπέρνεται παντού, με σκοπό την απόλυτη ησυχία, και την υπεροχή μιας και μόνο φωνής. Μάντεψε ποια είναι αυτή.

More in Κοινωνία
Comments