Περί συνεργασιών...

Περί συνεργασιών...

Ενώ οι πληροφορίες αποδεικνύονται «ξεροκέφαλες» επιμένοντας ότι τον ερχόμενο Οκτώβριο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει πρόωρες εκλογές, αυξάνεται η αμήχανη πολιτική διαχείριση από μεριάς όλων των κομμάτων σε ό,τι αφορά το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι εκλογές αυτές θα γίνουν με απλή αναλογική.

Φυσικά, η αμηχανία του κομματικού συστήματος ερμηνεύεται σε σημαντικό βαθμό από το γεγονός ότι η απλή αναλογική θεωρείται στην Ελλάδα κάτι σαν θεσμικό ανοσιούργημα, παρ’ ό,τι τέτοια εκλογικά συστήματα ισχύουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η σημερινή αμηχανία των ελληνικών κομμάτων να χειριστούν την ανάγκη της αντιπροσωπευτικότερης δυνατής αντανάκλασης της κάλπης μέσα στο κοινοβούλιο, ασφαλέστατα είναι ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η εγχώρια πολιτική ελίτ αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως εκτελεστική εξουσία. Και πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι ένα μεγάλο μέρος του κλονισμού αξιοπιστίας που έχει υποστεί ο κοινοβουλετισμός στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται ακριβώς στην πλασματική αποτύπωση της λαϊκής βούλησης όπως αυτή αναδύεται από την κάλπη, μέσα στο κεντρικό όργανο λήψης των αποφάσεων του ελληνικού κράτους, δηλαδή τη Βουλή. Τί πιο χαρακτηριστικό, από το ό,τι σήμερα την εκτελεστική εξουσία στη χώρα ασκεί κόμμα που έλαβε στην κάλπη 39%, αλλά στη Βουλή κατέχει το 53% των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας;

Ένα από τα ενδεικτικότερα σημεία της αμηχανίας των συστημικών κομμάτων που άσκησαν διακυβέρνηση στο παρελθόν είναι ότι το ΚΙΝΑΛ, σε μια μοναδική στιγμή αυτοκαταστροφικού οίστρου, έφτασε στο σημείο να απορρίψει την απλή αναλογική, παρ’ όλο που αν την είχε υπερψηφίσει και περισσότερους βουλευτές θα είχε στη σημερινή Βουλή, αλλά και θα είχε αποτρέψει τη σημερινή μονοκομματική κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, την οποία το ίδιο σήμερα καταγγέλλει ως αρνητική για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, ενώ το ίδιο το ΚΙΝΑΛ πιθανότατα και κατά το ισχυρότερο σενάριο θα συμμετείχε σήμερα σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη ΝΔ, αν οι εκλογές του 2019 είχαν γίνει με απλή αναλογική, όπως ήταν απολύτως εφικτό, αντί για τον σημερινό περιθωριακό πολιτικό ρόλο του.

Αλλά και από τη μεριά της αριστεράς, που είναι η δύναμη που προκρίνει κατά προτεραιότητα την απλή αναλογική, εντοπίζεται μεγάλη πολιτική αμηχανία με τον χειρισμό του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική. Στα κόμματα της αριστεράς ανιχνεύονται διαφορά κίνητρα της ανομολόγητης ιδιότυπης επιφύλαξης για την απλή αναλογική. Σημαντικότερο απ’ αυτά είναι ο φόβος ότι εάν παγιωθεί η απλή αναλογική τότε τα κόμματα του χώρου θα κληθούν ενδεχομένως να συμπράξουν κυβερνητικά με άλλα κόμματα και πιθανότατα με παρατάξεις της πολιτικής συντήρησης, στοιχείο που θα δημιουργούσε αμφιβολίες για τη συνέπειά τους σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις τους. Πρόκειται για μια αποστεωμένη και ιστορικά ξεπερασμένη κου-κου-έδικη στάση, η οποία απορρίπτει κάθε πρόσβαση της αριστεράς στην εξουσία.

Κι όμως! Η απλή αναλογική στη μοναδική στιγμή που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα μεταδικτατορικά, δηλαδή στις 3 εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-’90, υπήρξε όχημα παραγωγής κρίσιμων εξελίξεων υπέρ της προοδευτικής παράταξης, οδηγώντας στην πολιτική ανατροπή της μεγάλης προσπάθειας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να εξορίσει από την ικανότητα και τη δυνατότητα διακυβέρνησης την αριστερά, την οποία τότε στο μεγαλύτερο μέρος της εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Αποτέλεσμα εκείνου του πολιτικά επιτυχούς χειρισμού της απλής αναλογικής ήταν ότι η αριστερά που αντιπροσώπευε το ΠΑΣΟΚ, παρ’ ό,τι με ηγεσία πολιτικά διωκόμενη με αποδεδειγμένη σκευωρία, ανέλαβε λίγο αργότερα εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας, συντρίβοντας τις μεθοδεύσεις του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού. Παράλληλα, η παραδοσιακή αριστερά που είχε παγιδευτεί στο σχέδιο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, επέστρεφε στον περιθωριακό πολιτικό ρόλο της, αποδεικνύοντας ως φρούδες τις ελπίδες της ότι θα διαδραμάτιζε ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Τουλάχιστον όσο φρούδες αποδείχτηκαν οι ελπίδες του Β. Βενιζέλου ότι θα έκανε το κόμμα του από το 2012 και μετά πολιτικό ρυθμιστή, και μάλιστα «ρυθμιστή του πολιτεύματος», ...όπως διακήρυττε με τον γνωστό κομπασμό του ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σαμαρά.

Φυσικά, για να συμβούν ολ’ αυτά με την απλή αναλογική το 1989-’90 ήταν αναγκαία η πολιτική ιδιοφυΐα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος σε μια απρόσμενη επιλογή, έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει στην λεγόμενη «οικουμενική» κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, αν και συρόμενος τότε στο ειδικό δικαστήριο από τη ΝΔ, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ., με τα οποία συναίνεσε να συγκυβερνήσει.

Εκείνα τα γεγονότα είναι οδηγός και για τα σημερινά!

...αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά!

Σημείο 1ο: Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δεν υπάρχουν προετοιμασμένες  και δεδομένες μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες πριν ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία. Μια πολιτικά ωριμασμένη απλή αναλογική υπηρετεί τη χώρα, τους θεσμούς της δημοκρατίας και τα ίδια τα κόμματα, εφ’ όσον εξασφαλίζει πληθώρα εναλλακτικών κυβερνητικών λύσεων μετά τις κάλπες. Απλή αναλογική, δηλαδή, δεν είναι νοητή, με εκ των προτέρων απαγορευμένες συνεργασίες, επειδή ακριβώς αν έχουν τεθεί τέτοιες προκαταβολικές «απαγορεύσεις» συνεργασιών στα μετεκλογικά σενάρια απ’ οποιαδήποτε πλευρά, αίρεται το κύριο συστατικό που προσδίδει στην απλή αναλογική την αναντικατάστατη χρησιμότητά της ως εκλογικό σύστημα που προάγει τις συγκλίσεις, δηλαδή είναι αντώνυμο με τον διχασμό.

Σημείο 2ο: Πρόκειται για πολιτικά αφελή προσπάθεια από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκμαιεύσει προεκλογικά δήλωση βουλήσεως από πλευράς του ΚΙΝΑΛ ότι συναινεί στο ενδεχόμενο  μετακλογικής κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του. Αυτά συζητούνται μετά από τις εκλογές με τα δεδομένα των πραγματικά ισχυόντων πολιτικών συσχετισμών δύναμης επί τάπητος, αφού κανενα κόμμα δεν θα ήθελε «να πουλήσει το τομάρι του» φθηνά, πριν καταστεί αναγκαία η σύμπραξή του για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Το ΚΙΝΑΛ -και ορθά πράττει για λογαριασμό του-  θα παραλάβει μετά τις επόμενες κάλπες το όποιο εκλογικό ποσοστό θα έχει αποσπάσει και με αυτό το ποσοστό υπό μάλης θα προσέλθει στους γύρους διερευνητικών εντολών, που το Σύνταγμά μας επιτάσσει όταν δεν διαπιστώνεται «δεδηλωμενη» μετά από κάλπες.

Σημείο 3ο: Εξ ίσου αφελής -και ίσως αφελέστερη- είναι η αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σε ευρύτερη πρόσκληση σε αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις για μετεκλογική συνεργασία. Εδώ, με δεδομένη την απόφαση του ΚΚΕ να μη συνεργαστεί με κανέναν και για ο,τιδήποτε, δηλαδή την επιλογή του να μην αναμιχθεί καθόλου στις διεργασίες του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει η απλή αναλογική στην προοδευτική πολιτική πτέρυγα του ελληνικού κομματικού συστήματος να επηρεάσει τις εξελίξεις για λόγους «συνέπειας», καθιστά καθε συζήτηση άσκοπη. Άλλωστε, ιστορικά το ΚΚΕ έχει αποτύχει να συνδυάσει λειτουργικά το στοιχείο της «ιδελογικοπολιτικής συνέπειας» με την «παρεμβατική πολιτική αποτελεσματικότητά» του στις τρέχουσες εξελίξεις. Και δεν θα το κάνει ούτε και τώρα.

Σημείο 4ο: Η αμηχανία του Κυριάκου Μητσοτάκη να χειριστεί την απλή αναλογική που υποχρεωτικά θα βρει μπροστά του εξαντλείται στην ανομολόγητη αλλά πρόδηλη προσπάθειά του να «κάψει» την απλή αναλογική. Δηλαδή, να κάνει όπως-όπως τις πρόωρες εκλογές και στη συνέχεια άρον-άρον να ταμπουρωθεί στην άρνησή του για συνεργασία με οποιονδήποτε, ώστε να εξαναγκαστεί η χώρα σε δεύτερες εκλογές (που θα πρέπει να γίνουν με ενισχυμένη αναλογική). Με σκοπό να διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία μόνος του, μετά από τη δική του κυβερνητική διετία 2019-’21, η οποία απέδειξε την προβληματική ηγεσία του και το ότι αν παραμείνει τα δύο ακόμη έτη που απομένουν στην πρωθυπουργία θα καταλήξει με βεβαιότητα σε πλήρη απαξίωση του προσώπου του και του κόμματός του. Γιατί να του αρκέσουν 2 ακόμη χρόνια πρωθυπουργίας, όταν ευελπιστεί ότι έχοντας διχάσει όσους διαφωνούν μαζί του θα τα κάνει τέσσερα, έστω και σε βάρος της χώρας και των πολιτών;

Σημείο 5ο: Τα παραπάνω σημεία ορίζουν επαρκώς και τους στόχους που λογικά θα έθεταν τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ για να αξιοποιήσουν το «παράθυρο πολιτικής ευκαιρίας» που προσφέρει για την προαγωγή της πολιτικής τους το γεγονός ότι πρόωρες εκλογές τον ερχόμενο Οκτώβριο θα γίνουν με απλή αναλογική.

Οι στόχοι αυτοί είναι τρεις:

- να αποτραπεί με κάθε τρόπο το ενδεχόμενο διπλών εκλογών, που -ανεξάρτητα από το σοβαρό κόστος τους για τη χώρα εν μέσω πανδημίας και με την οικονομία καθημαγμένη- ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος να διακινδυνεύσει σε βάρος όλων μας μόνο και μόνο για μείνει πρωθυπουργός, αν και ούτως ή άλλως έχει μπροστά του μια ακόμη διετία να πρωθυπουργεύσει, την οποία προφανώς φοβάται να υπηρετήσει,

- να διαχειριστεί την προσπάθεια ανόρθωσης από την πανδημία και τη νεο-μητσοτακική περιπέτεια μια Βουλή γνήσια αντιπροσωπευτική του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στους πολίτες, και όχι μια Βουλή του δημοκρατικά δύσμορφου προϊόντος της ενισχυμένης αναλογικής, που αποδεδειγμένα διχάζει βαθύτατα τους πολίτες, και

- να αποτραπεί το ενδεχόμενο πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποτελεί τη για πολλούς λόγους τη θρυαλλίδα της επικίνδυνης στροφής που προσέλαβαν για τη χώρα οι εξελίξεις μετά το 2019.

Για να υπηρετήσουν αυτούς τους στόχους τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ γνωρίζουν τί οφείλουν να πράξουν, με οδηγό, όπως ήδη είπα, το σκηνικό της «οικουμενικής κυβέρνησης» Ζολώτα. (Ήδη, για πρώτη φορά από την παραπομπή Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο -αλλά νομίζω και στην ελληνική πολιτική ιστορία γενικότερα- 2 πρώην υπουργοί της απελθούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19 οδηγούνται σε δικαστήριο με πανθομολογουμένως εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, αποδεικνύοντας τον πολιτικά βαθύτατα διχαστικό ρόλο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία!)

Οδηγός των εξελίξεων για τα κόμματα του προοδευτικού χώρου και του ΚΙΝΑΛ επίσης είναι όσα συμβαίνουν σ’ όλες τις χώρες της μεσογειακής ΕΕ (με εξαίρεση τη Γαλλία που δεν έχει απλή αναλογική). Οι προοδευτικές κυβερνήσεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία και η κυβέρνηση στην Ιταλία, αποκαλύπτουν εντυπωσιακά την πολιτική αποτελεσματικότητα των εκλογικών συστημάτων της απλής αναλογικής, κυρίως στο επίπεδο φραγής των συντηρητικών να έχουν πρόσβαση στην εξουσία, όπως συμβαίνει στις «βόρειες» χώρες της ΕΕ.

Οι αριστερές, προοδευτικές και κεντρώες δυνάμεις στην Ελλάδα θα απομείνουν οι μόνες στη μεσογειακή ευρωπαϊκή ζώνη που θα επιτρέψουν στη δεξιά (ιδίως υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη) να παραμείνει στην κυβέρνηση αν και μειοψηφώντας ανάμεσα στους έλληνες πολίτες; Ταιριάζει στην Ελλάδα σε συνθήκες πανδημίας και με σοβούσα κρίση στην οικονομία, να υιοθετήσει τέτοιο μοντέλο ανάδειξης και νομιμοποίησης των κυβερνήσεών της, διακινδυνεύοντας έναν παρατεταμένο βαθύ διχασμό των πολιτών της;

More in Αρθρογραφία
Comments
Περί συνεργασιών...

Περί συνεργασιών...

Ενώ οι πληροφορίες αποδεικνύονται «ξεροκέφαλες» επιμένοντας ότι τον ερχόμενο Οκτώβριο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει πρόωρες εκλογές, αυξάνεται η αμήχανη πολιτική διαχείριση από μεριάς όλων των κομμάτων σε ό,τι αφορά το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι εκλογές αυτές θα γίνουν με απλή αναλογική.

Φυσικά, η αμηχανία του κομματικού συστήματος ερμηνεύεται σε σημαντικό βαθμό από το γεγονός ότι η απλή αναλογική θεωρείται στην Ελλάδα κάτι σαν θεσμικό ανοσιούργημα, παρ’ ό,τι τέτοια εκλογικά συστήματα ισχύουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η σημερινή αμηχανία των ελληνικών κομμάτων να χειριστούν την ανάγκη της αντιπροσωπευτικότερης δυνατής αντανάκλασης της κάλπης μέσα στο κοινοβούλιο, ασφαλέστατα είναι ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η εγχώρια πολιτική ελίτ αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως εκτελεστική εξουσία. Και πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι ένα μεγάλο μέρος του κλονισμού αξιοπιστίας που έχει υποστεί ο κοινοβουλετισμός στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται ακριβώς στην πλασματική αποτύπωση της λαϊκής βούλησης όπως αυτή αναδύεται από την κάλπη, μέσα στο κεντρικό όργανο λήψης των αποφάσεων του ελληνικού κράτους, δηλαδή τη Βουλή. Τί πιο χαρακτηριστικό, από το ό,τι σήμερα την εκτελεστική εξουσία στη χώρα ασκεί κόμμα που έλαβε στην κάλπη 39%, αλλά στη Βουλή κατέχει το 53% των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας;

Ένα από τα ενδεικτικότερα σημεία της αμηχανίας των συστημικών κομμάτων που άσκησαν διακυβέρνηση στο παρελθόν είναι ότι το ΚΙΝΑΛ, σε μια μοναδική στιγμή αυτοκαταστροφικού οίστρου, έφτασε στο σημείο να απορρίψει την απλή αναλογική, παρ’ όλο που αν την είχε υπερψηφίσει και περισσότερους βουλευτές θα είχε στη σημερινή Βουλή, αλλά και θα είχε αποτρέψει τη σημερινή μονοκομματική κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, την οποία το ίδιο σήμερα καταγγέλλει ως αρνητική για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, ενώ το ίδιο το ΚΙΝΑΛ πιθανότατα και κατά το ισχυρότερο σενάριο θα συμμετείχε σήμερα σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη ΝΔ, αν οι εκλογές του 2019 είχαν γίνει με απλή αναλογική, όπως ήταν απολύτως εφικτό, αντί για τον σημερινό περιθωριακό πολιτικό ρόλο του.

Αλλά και από τη μεριά της αριστεράς, που είναι η δύναμη που προκρίνει κατά προτεραιότητα την απλή αναλογική, εντοπίζεται μεγάλη πολιτική αμηχανία με τον χειρισμό του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική. Στα κόμματα της αριστεράς ανιχνεύονται διαφορά κίνητρα της ανομολόγητης ιδιότυπης επιφύλαξης για την απλή αναλογική. Σημαντικότερο απ’ αυτά είναι ο φόβος ότι εάν παγιωθεί η απλή αναλογική τότε τα κόμματα του χώρου θα κληθούν ενδεχομένως να συμπράξουν κυβερνητικά με άλλα κόμματα και πιθανότατα με παρατάξεις της πολιτικής συντήρησης, στοιχείο που θα δημιουργούσε αμφιβολίες για τη συνέπειά τους σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις τους. Πρόκειται για μια αποστεωμένη και ιστορικά ξεπερασμένη κου-κου-έδικη στάση, η οποία απορρίπτει κάθε πρόσβαση της αριστεράς στην εξουσία.

Κι όμως! Η απλή αναλογική στη μοναδική στιγμή που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα μεταδικτατορικά, δηλαδή στις 3 εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-’90, υπήρξε όχημα παραγωγής κρίσιμων εξελίξεων υπέρ της προοδευτικής παράταξης, οδηγώντας στην πολιτική ανατροπή της μεγάλης προσπάθειας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να εξορίσει από την ικανότητα και τη δυνατότητα διακυβέρνησης την αριστερά, την οποία τότε στο μεγαλύτερο μέρος της εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Αποτέλεσμα εκείνου του πολιτικά επιτυχούς χειρισμού της απλής αναλογικής ήταν ότι η αριστερά που αντιπροσώπευε το ΠΑΣΟΚ, παρ’ ό,τι με ηγεσία πολιτικά διωκόμενη με αποδεδειγμένη σκευωρία, ανέλαβε λίγο αργότερα εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας, συντρίβοντας τις μεθοδεύσεις του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού. Παράλληλα, η παραδοσιακή αριστερά που είχε παγιδευτεί στο σχέδιο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, επέστρεφε στον περιθωριακό πολιτικό ρόλο της, αποδεικνύοντας ως φρούδες τις ελπίδες της ότι θα διαδραμάτιζε ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Τουλάχιστον όσο φρούδες αποδείχτηκαν οι ελπίδες του Β. Βενιζέλου ότι θα έκανε το κόμμα του από το 2012 και μετά πολιτικό ρυθμιστή, και μάλιστα «ρυθμιστή του πολιτεύματος», ...όπως διακήρυττε με τον γνωστό κομπασμό του ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σαμαρά.

Φυσικά, για να συμβούν ολ’ αυτά με την απλή αναλογική το 1989-’90 ήταν αναγκαία η πολιτική ιδιοφυΐα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος σε μια απρόσμενη επιλογή, έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει στην λεγόμενη «οικουμενική» κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, αν και συρόμενος τότε στο ειδικό δικαστήριο από τη ΝΔ, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ., με τα οποία συναίνεσε να συγκυβερνήσει.

Εκείνα τα γεγονότα είναι οδηγός και για τα σημερινά!

...αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά!

Σημείο 1ο: Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δεν υπάρχουν προετοιμασμένες  και δεδομένες μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες πριν ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία. Μια πολιτικά ωριμασμένη απλή αναλογική υπηρετεί τη χώρα, τους θεσμούς της δημοκρατίας και τα ίδια τα κόμματα, εφ’ όσον εξασφαλίζει πληθώρα εναλλακτικών κυβερνητικών λύσεων μετά τις κάλπες. Απλή αναλογική, δηλαδή, δεν είναι νοητή, με εκ των προτέρων απαγορευμένες συνεργασίες, επειδή ακριβώς αν έχουν τεθεί τέτοιες προκαταβολικές «απαγορεύσεις» συνεργασιών στα μετεκλογικά σενάρια απ’ οποιαδήποτε πλευρά, αίρεται το κύριο συστατικό που προσδίδει στην απλή αναλογική την αναντικατάστατη χρησιμότητά της ως εκλογικό σύστημα που προάγει τις συγκλίσεις, δηλαδή είναι αντώνυμο με τον διχασμό.

Σημείο 2ο: Πρόκειται για πολιτικά αφελή προσπάθεια από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκμαιεύσει προεκλογικά δήλωση βουλήσεως από πλευράς του ΚΙΝΑΛ ότι συναινεί στο ενδεχόμενο  μετακλογικής κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του. Αυτά συζητούνται μετά από τις εκλογές με τα δεδομένα των πραγματικά ισχυόντων πολιτικών συσχετισμών δύναμης επί τάπητος, αφού κανενα κόμμα δεν θα ήθελε «να πουλήσει το τομάρι του» φθηνά, πριν καταστεί αναγκαία η σύμπραξή του για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Το ΚΙΝΑΛ -και ορθά πράττει για λογαριασμό του-  θα παραλάβει μετά τις επόμενες κάλπες το όποιο εκλογικό ποσοστό θα έχει αποσπάσει και με αυτό το ποσοστό υπό μάλης θα προσέλθει στους γύρους διερευνητικών εντολών, που το Σύνταγμά μας επιτάσσει όταν δεν διαπιστώνεται «δεδηλωμενη» μετά από κάλπες.

Σημείο 3ο: Εξ ίσου αφελής -και ίσως αφελέστερη- είναι η αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σε ευρύτερη πρόσκληση σε αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις για μετεκλογική συνεργασία. Εδώ, με δεδομένη την απόφαση του ΚΚΕ να μη συνεργαστεί με κανέναν και για ο,τιδήποτε, δηλαδή την επιλογή του να μην αναμιχθεί καθόλου στις διεργασίες του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει η απλή αναλογική στην προοδευτική πολιτική πτέρυγα του ελληνικού κομματικού συστήματος να επηρεάσει τις εξελίξεις για λόγους «συνέπειας», καθιστά καθε συζήτηση άσκοπη. Άλλωστε, ιστορικά το ΚΚΕ έχει αποτύχει να συνδυάσει λειτουργικά το στοιχείο της «ιδελογικοπολιτικής συνέπειας» με την «παρεμβατική πολιτική αποτελεσματικότητά» του στις τρέχουσες εξελίξεις. Και δεν θα το κάνει ούτε και τώρα.

Σημείο 4ο: Η αμηχανία του Κυριάκου Μητσοτάκη να χειριστεί την απλή αναλογική που υποχρεωτικά θα βρει μπροστά του εξαντλείται στην ανομολόγητη αλλά πρόδηλη προσπάθειά του να «κάψει» την απλή αναλογική. Δηλαδή, να κάνει όπως-όπως τις πρόωρες εκλογές και στη συνέχεια άρον-άρον να ταμπουρωθεί στην άρνησή του για συνεργασία με οποιονδήποτε, ώστε να εξαναγκαστεί η χώρα σε δεύτερες εκλογές (που θα πρέπει να γίνουν με ενισχυμένη αναλογική). Με σκοπό να διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία μόνος του, μετά από τη δική του κυβερνητική διετία 2019-’21, η οποία απέδειξε την προβληματική ηγεσία του και το ότι αν παραμείνει τα δύο ακόμη έτη που απομένουν στην πρωθυπουργία θα καταλήξει με βεβαιότητα σε πλήρη απαξίωση του προσώπου του και του κόμματός του. Γιατί να του αρκέσουν 2 ακόμη χρόνια πρωθυπουργίας, όταν ευελπιστεί ότι έχοντας διχάσει όσους διαφωνούν μαζί του θα τα κάνει τέσσερα, έστω και σε βάρος της χώρας και των πολιτών;

Σημείο 5ο: Τα παραπάνω σημεία ορίζουν επαρκώς και τους στόχους που λογικά θα έθεταν τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ για να αξιοποιήσουν το «παράθυρο πολιτικής ευκαιρίας» που προσφέρει για την προαγωγή της πολιτικής τους το γεγονός ότι πρόωρες εκλογές τον ερχόμενο Οκτώβριο θα γίνουν με απλή αναλογική.

Οι στόχοι αυτοί είναι τρεις:

- να αποτραπεί με κάθε τρόπο το ενδεχόμενο διπλών εκλογών, που -ανεξάρτητα από το σοβαρό κόστος τους για τη χώρα εν μέσω πανδημίας και με την οικονομία καθημαγμένη- ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος να διακινδυνεύσει σε βάρος όλων μας μόνο και μόνο για μείνει πρωθυπουργός, αν και ούτως ή άλλως έχει μπροστά του μια ακόμη διετία να πρωθυπουργεύσει, την οποία προφανώς φοβάται να υπηρετήσει,

- να διαχειριστεί την προσπάθεια ανόρθωσης από την πανδημία και τη νεο-μητσοτακική περιπέτεια μια Βουλή γνήσια αντιπροσωπευτική του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στους πολίτες, και όχι μια Βουλή του δημοκρατικά δύσμορφου προϊόντος της ενισχυμένης αναλογικής, που αποδεδειγμένα διχάζει βαθύτατα τους πολίτες, και

- να αποτραπεί το ενδεχόμενο πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποτελεί τη για πολλούς λόγους τη θρυαλλίδα της επικίνδυνης στροφής που προσέλαβαν για τη χώρα οι εξελίξεις μετά το 2019.

Για να υπηρετήσουν αυτούς τους στόχους τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ γνωρίζουν τί οφείλουν να πράξουν, με οδηγό, όπως ήδη είπα, το σκηνικό της «οικουμενικής κυβέρνησης» Ζολώτα. (Ήδη, για πρώτη φορά από την παραπομπή Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο -αλλά νομίζω και στην ελληνική πολιτική ιστορία γενικότερα- 2 πρώην υπουργοί της απελθούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19 οδηγούνται σε δικαστήριο με πανθομολογουμένως εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, αποδεικνύοντας τον πολιτικά βαθύτατα διχαστικό ρόλο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία!)

Οδηγός των εξελίξεων για τα κόμματα του προοδευτικού χώρου και του ΚΙΝΑΛ επίσης είναι όσα συμβαίνουν σ’ όλες τις χώρες της μεσογειακής ΕΕ (με εξαίρεση τη Γαλλία που δεν έχει απλή αναλογική). Οι προοδευτικές κυβερνήσεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία και η κυβέρνηση στην Ιταλία, αποκαλύπτουν εντυπωσιακά την πολιτική αποτελεσματικότητα των εκλογικών συστημάτων της απλής αναλογικής, κυρίως στο επίπεδο φραγής των συντηρητικών να έχουν πρόσβαση στην εξουσία, όπως συμβαίνει στις «βόρειες» χώρες της ΕΕ.

Οι αριστερές, προοδευτικές και κεντρώες δυνάμεις στην Ελλάδα θα απομείνουν οι μόνες στη μεσογειακή ευρωπαϊκή ζώνη που θα επιτρέψουν στη δεξιά (ιδίως υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη) να παραμείνει στην κυβέρνηση αν και μειοψηφώντας ανάμεσα στους έλληνες πολίτες; Ταιριάζει στην Ελλάδα σε συνθήκες πανδημίας και με σοβούσα κρίση στην οικονομία, να υιοθετήσει τέτοιο μοντέλο ανάδειξης και νομιμοποίησης των κυβερνήσεών της, διακινδυνεύοντας έναν παρατεταμένο βαθύ διχασμό των πολιτών της;

More in Αρθρογραφία
Comments