Οι νέες συνισταμένες του Κυπριακού

Οι νέες συνισταμένες του Κυπριακού

Αν παραβλέψει κανένας τις ατεκμηρίωτες και έωλες αναφορές υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, που με τις γνωστές αυτοεπιβεβαιωτικές «σημιτικού τύπου» αγωνίες τους επιχειρούν να εμφανίσουν τις τελευταίες τουρκικές προτάσεις της λεγόμενης «λύσης 2 κρατών» για το Κυπριακό, ως δήθεν απόρροια και συνέπεια ότι ακριβώς το σχέδιο Ανάν απορρίφτηκε και βγήκε από το τραπέζι ενώ εγκαταλείφτηκε και ως «φιλοσοφία λύσης», οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούν οριστικά τη νέα φάση στην οποία έχει εισέλθει η υπόθεση.

Για να ολοκληρωθεί η αναφορά στο σχέδιο Ανάν, και πέραν της μάλλον αστείας άποψης ότι η απόρριψή του ευθύνεται για την τουρκική πρόταση περί «2 κρατών», εκτιμώ αναγκαίο να αναφερθώ σε δύο ακόμη σημεία της «σημιτικής λογικής» στην όλη συζήτηση:

1. Το επιχείρημα που ακούγεται τελευταία από τις ίδιους κύκλους είναι ότι ακόμη κι αν δεν είναι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν το αίτιο για την τουρκική πρόταση των «2 κρατών» (που αναφέραμε προηγουμένως πόσο αυθαίρετη είναι ως άποψη), από την άλλη πολλοί λιγότερο φανατικοί σημιτικοί διατείνονται πως αν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν σήμερα το Κυπριακό θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη φάση σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς.

Πρόκειται για άποψη εξ ίσου ατεκμηρίωτη, που φτάνει μέχρις του σημείου να προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα, αφού -όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει- εάν το σχέδιο Ανάν είχε υιοθετηθεί, καμιά από τις συμφωνίες εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ δεν θα είχε συναφθεί, δοθέντος ότι στο σχέδιο Ανάν προβλεπόταν δικαίωμα βέτο των τουρκοκυπρίων. Το εάν και κατά πόσο οι τουρκοκύπριοι θα αποδεχόντουσαν ρυθμίσεις ενάντια στα συμφέροντα της Τουρκίας (για παράδειγμα σχετικά με την κυπριακή ΑΟΖ), είναι ζήτημα απλής λογικής να εκτιμηθεί από τον καθένα μας και δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ άλλο επ’ αυτού.

2. Όμως η τελευταία πρόταση της προηγούμενης παραγράφου είναι που ανοίγει και την κρίσιμη πτυχή του Κυπριακού στις σημερινό περιβάλλον, σχετικά με τα αίτια και τις αφορμές που οδηγούν την Τουρκία στην πρόταση περί «2 κρατών». Θα μπορούσε, δηλαδή, ποτέ η απόρριψη του σχεδίου Ανάν να ερμηνεύει την αλλαγή της τουρκικής στάσης, ή μήπως η ενεργοποίηση των κυπριακών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ και στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός των ορίων της σε συνεργασία με τις όμορες χώρες (εκμετάλλευση που -υπενθυμίζω- ποτέ δεν θα είχε δρομολογηθεί εάν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν), είναι ακριβώς το αίτιο  που «σπρώχνει» την Άγκυρα στις σημερινές θέσεις της;

Ούτε στο σημείο αυτό θαρρώ πως χωράει πολύ συζήτηση, αφ’ ενός μεν διότι εδώ και πάλι η απλή λογικη και τα γεγονότα της τελευταίας διετίας δίνουν τις απαντήσεις, αφ’ ετέρου δε διότι και εδώ για να ισχύει το αντίθετο θα έπρεπε να είναι βάσιμη η εκτίμηση ότι οι τουρκοκύπριοι θα συναινούσαν στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ με όρους που θα αντιμάχονταν τα τουρκικά συμφέροντα, τα οποία εντελώς εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου διεκδικεί η Τουρκία μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ. Υπάρχει άραγε σώφρων άνθρωπος που το πιστεύει αυτό;

Δυο ακόμη παρατηρήσεις ακόμη επ’ αυτών:

α. Οι υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν «υποφέρουν» για την ήττα της άποψής τους με ιστορικούς όρους, διότι ταυτόχρονα ηττάται και η άλλη συνοδός άποψη που διεκίνησαν επίμονα όλ’ αυτά τα τα χρόνια: ότι δήθεν όσο περνάει ο χρόνος τα πράγματα χειροτερεύουν για την ελληνική πλευρά. Μια άποψη που επίσης προσκρούει ηχηρά στην πραγματικότητα! Γιατί; Διότι, όπως πολλές φορές έχω εξηγήσει, από την κατάσταση της γνωστής τουρκικής δήλωσης ότι «το Κυπριακό λύθηκε με την εισβολή» (του Αττίλα), ως σήμερα ο χρόνος λειτούργησε λυτρωτικά για την ελληνική πλευρά, που πλέον θέτει και εκείνη όρους, παραμερίζοντας την τουρκική αυθαιρεσία και τα τετελεσμένα της στρατωτικής εισβολής και κατοχής.

Κάτι ακόμη ακριβώς στο σημείο αυτό: Η άποψη ότι όσο περνάει ο χρόνος δυσκολεύουν τα πράγματα για τις ελληνικές θέσεις, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την πάγια διαπραγματευτική τακτική επί παντός θέματος, σύμφωνα με την οποία όταν διαπραγματεύεσαι σε συνθήκες δυσμενούς για τις θέσεις σου ευρύτερου συσχετισμού δυνάμεων, ο καλύτερος χειρισμός είναι να επιδιώκεις επιμήκυνση του χρόνου διαπραγμάτευσης, προσδοκώντας καλύτερες συνθήκες για την πλευρά σου. Στο Κυπριακό από την τουρκική εισβολή και εντεύθεν οι συσχετισμοί δυνάμεων συστηματικά ήταν σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων στο πλαίσιο του γνωστού φιλοτουρκισμού των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Σήμερα που για πρώτη φορά μετά από 5 δεκαετίες οι συσχετισμοί δυνάμεων ανατρέπονται επ’ ωφελεία της ελληνικής πλευράς (και πιθανότατα όχι μόνο στο Κυπριακό), συνιστά ανοησία ή εμμονή να ισχυρίζεται κανένας ότι εάν η ελληνική πλευρά είχε συναινέσει σε λύσεις σε επαχθέστερο για την ίδια διεθνές περιβάλλον τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για εκείνη.

β. Ακούω με προσοχή και μια άλλη άποψη των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με την οποία οι τουρκοκύπριοι έχουν τα τελευταία χρόνια αποστασιοποιηθεί από την Άγκυρα, όπως φάνηκε με την περίπτωση Ακιντζί. Εδώ πρέπει να εξηγηθεί ότι η υπαρκτή αποστασιοποίηση Ακιντζί από πλήρη ευθυγράμμιση με τα τουρκικά ζητούμενα δεν οφείλεται σε γενικευμένη απόρριψη των όσων επιζητεί η Τουρκία σε βάρος της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά αποκλειστικά και  μόνο στο γεγονός ότι οι τουρκοκύπριοι για πρώτη φορά συνειδητοποιούν ότι η ασφυκτική πρόσδεσή τους στο άρμα συμφερόντων της σημερινής ερντογανικής Τουρκίας ενταφιάζει ανέκλητα κάθε πιθανότητα ευρωπαϊκής προοπτικής για τους τουρκοκυπρίους.

Εκτός αυτού, η εμπειρία του Κραν Μοντανά απέδειξε ότι αυτή η τάση αποστασιοποίησης των τουρκοκυπρίων από την άτεγκτη τουρκική κηδεμονία έχει μόνον οριακή ισχύ. Για τον λόγο αυτόν, μόλις στο Κραν Μοντανά συμφωνήθηκε μεταξύ Αναστασιάδη και Ακιντζί να ανοίξει το θέμα για την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων που επέβαλαν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, άρκεσε μια  αυστηρή παρέμβαση της Άγκυρας προς τον Ακιντζί για να υπαναχωρήσει ο τελευταίος και οι διαπραγματεύσεις να ναυαγήσουν. Η αποκάλυψη από τον κύπριο πρόεδρο του τελευταίου διαλόγου που έλαβε χώρα στον Κραν Μοντανά μεταξύ του ίδιου και του Ακιντζί, με τον πρόεδρο Αναστασιάδη να κανει δραματική έκκληση προς τον ηγέτη των τουρκοκυπρίων «να σκεφτούν και οι δύο τα εγγόνια τους» και να προχωρήσουν σε όσα είχαν ως τότε συμφωνηθεί και η στη συνέχεια άχαρη υπαναχώρηση Ακιντζί, αποκάλυψε πλήρως τα πραγματικά όρια αυτονομίας των τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα.

Κι έτσι φτάσαμε σήμερα στον ερντογανικό λεονταρισμό ανοίγματος ενός ελάχιστου μέρους της περίκλειστης Αμμοχώστου.

Η κίνηση επί της ουσίας έχει αποκλειστικά και μόνο συμβολικό χαρακτήρα και η εκ των πραγμάτων δειλή εξαγγελία-παράσταση ενός λαλίστατου τούρκου προέδρου, με μόνο target group απεύθυνσης εθνικιστικές πολιτικές γκρούπες και κόμματα στην Τουρκία και τουρκοκύπριους εκπροσώπους τους στα κατεχόμενα, στην πραγματικότητα σκιαγραφεί τα ελάχιστα περιθώρια που έχουν απομείνει στον Ερντογάν και την εξωτερική πολιτική που ο ίδιος εκπροσωπεί. Η παράσταση Ερντογάν στήθηκε με μεγάλη επιμέλεια, αλλά η πραγματοποίησή της απογοήτευσε σφοδρά τα τουρκικά και τουρκοκυπριακά εθνικιστικά κοινά, όπως αναγνώρισε απερίφραστα ο τουρκικός και ο διεθνής Τύπος.

Όμως, μεγαλύτερη είναι η σημασία των διεθνών αντιδράσεων που προκάλεσαν όσα ανακοίνωσε ο τούρκος πρόεδρος από τα κατεχόμενα. Προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο εκτεταμένη ομοφωνία καταδίκης, από μεριάς διεθνών παραγόντων με τόσο αντικρουόμενα και τόσο αντιμαχόμενα ανάμεσα τους συμφέροντα.

Ας κρατήσουμε 3 ενδεικτικά σημεία της αποδοκιμασίας που εκφράστηκε κατά του Ερντογάν:

α. Οι ΗΠΑ όχι μόνο εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους, αλλά για πρώτη φορά τα τελευταία 47 χρόνια και μετά τον Αττίλα έλαβαν πρωτοβουλία να θέσουν το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την εισήγηση αυστηρής καταδίκης της Τουρκίας.

β. Ένας από τους πιστότερους υποστηρικτές της Τουρκίας εδώ και 20 χρόνια, η γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ, όχι μόνο εξέφρασε την αποδοκιμασία της αλλά καθόλου τυχαία με την ευκαιρία των αναφορών Ερντογάν από τα κατεχόμενα επεκτάθηκε για πρώτη φορά στην εκτίμηση (που διετύπωσε σαν προσωπική της θέση, αλλά αναμφίβολα πρόκειται για πολύ ευρύτερη άποψη) ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας έχει κατ’ ουσίαν τελευτήσει.

γ. Το ρωσικό ΥΠΕΞ (και εδώ είναι μία ακόμη «πρώτη φορά») όχι μόνο καταδίκασε τις αναφορές Ερντογάν, αλλά κατέστη η πρώτη χώρα στον κόσμο που χωρίς να αναμιγνύεται άμεσα στο Κυπριακό, ζήτησε την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων, αξιοποιώντας τη συμβολή του Κραν Μοντανά στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ήδη το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με ομόφωνη δήλωσή του ζήτησε την επίλυση του Κυπριακού «στη βάση μιας δικοινοτικής και διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα», και καταδίκασε ρητά τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις «μονομερείς ενέργειές του» που αντιτίθενται στα ψηφίσματά του Οργανισμού. Τα μέλη του Συμβουλίου «καταδικάζουν την ανακοίνωση που έκαναν στην Κύπρο ο τούρκος και ο τουρκοκύπριος ηγέτης στις 20 Ιουλίου 2021 σχετικά με το άνοιγμα τμήματος της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εκφράζει τη βαθιά του λύπη για τις μονομερείς αυτές ενέργειες οι οποίες είναι αντίθετες με προηγούμενα ψηφίσματα και δηλώσεις του», αναφέρει το κείμενο της ανακοίνωσης.

Οι σημαντικές διαφορές με την προηγούμενη δήλωση είναι ότι για πρώτη φορά σε ανακοίνωση του ΟΗΕ για το Κυπριακό γίνεται ρητή αναφορά σε «καταδίκη» των εξαγγελιών αυτών, και όχι απλώς έκφραση «βαθιάς ανησυχίας».

Στην ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας επίσης γίνεται για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην τουρκική ηγεσία και στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας και όχι σε αόριστες εξουσίες.

Πρόσθετη μεγάλη σημασία έχει το γεγονός η δήλωση τονίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας καλεί για την ανατροπή όλων των ενεργειών που έγιναν στα Βαρώσια από τον περασμένο Οκτώβριο και υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποφευχθούν μονομερείς ενέργειες, οι οποίες εναντιώνονται στις αποφάσεις του και μπορούν να αυξήσουν την ένταση, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά ξανά την τουρκική πλευρά.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας υποδηλώνει, επίσης, την ανάγκη σεβασμού και εφαρμογής των αποφάσεων του, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης των Βαρωσίων υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Η κρίσιμη σημασία του σημείου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θεωρεί ότι οι παράνομες τουρκικές ενέργειες δεν βλάπτουν μόνο την Κύπρο, αλλά και τον ίδιο τον ΟΗΕ, αφού πλήττουν το κύρος και τον διεθνώς θεσμοθετημένο ρόλο του.

Τέλος, το Συμβούλιο Ασφαλείας επαναλαμβάνει εκ νέου ότι η επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει να γίνει στη βάση μιας δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας, όπως ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του, καταρρίπτοντας έτσι, για μια ακόμα φορά, οποιαδήποτε πρόταση λύσης περί «2 κρατών» που προωθεί η τουρκική πλευρά, διασαφηνίζοντας ότι οποιαδήποτε ρύθμιση «2 κρατών»  βρίσκεται εκτός του πλαισίου των αποφάσεων του ΟΗΕ.

Δεν είναι άνευ σημασίας να τονιστεί η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας επιβεβαιώνει ότι την υπερψήφισαν εκτός των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η Κίνα και η Γαλλία, καθώς και όλα τα μη μόνιμα μέλη του Οργάνου, συμπεριλαμβανομένων ανάμεσά τους και ισλαμικών κρατών. Πρόκειται δηλαδή για πρωτοφανή απομόνωση της Τουρκίας.

Φυσικά, η ελληνική-ελληνοκυπριακή πλευρά ορθότατα δεν στέκεται στο συμβολικό ποσοστό ανοίγματος των Βαρωσίων που εξήγγειλε ο Ερντογάν και διπλωματικά συμπεριφέρεται σαν να αφορά σε όλοκληρη την Αμμόχωστο. Η Αθήνα και η Λευκωσία ενεργούν έτσι και δεν αφήνουν να «περάσει» ως δήθεν ασήμαντο το ελάχιστο μέρος στο οποίο αφορούν οι ανακοινώσεις Ερντογάν-Τατάρ για τα Βαρώσια, για δύο λόγους:

-επειδή ακόμη και το συμβολικό μέρος της υπόθεσης στο όλο πλαίσιο του Κυπριακού έχει μεγάλη σημασία, και

-επειδή έχει μεγάλη σημασία να ανακοπεί εν τη γενέσει της η τελευταία αυτή προσπάθεια δημουργίας τετελεσμένων από την μεριά της Τουρκίας, που για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια φαίνεται να μη γίνεται ανεκτή ούτε από τον διεθνή παράγοντα.

Με όσα ανέφερα ως εδώ νομίζω περιγράφεται συνοπτικά το νέο πλαίσιο εντός του οποίου θα επιζητηθεί η επίλυση του Κυπριακού κατά την προσεχή περίοδο.

Φυσικά απομένει πολύς δρόμος ακόμη να διανυθεί για μια παραγωγική και δίκαια λύση. Το γεγονός όμως ότι έχει εν πολλοίς τροποποιηθεί αισθητά η βάση κατανόησης του Κυπριακού από μεριάς της διεθνούς κοινότητας ως προβλήματος αναδυόμενου από την τουρκική στάση και όχι ως ζητήματος που οφείλεται στις ελληνικές και ελληνο-κυπριακές αδιαλλαξίες (παρ’ όλο που  βεβαίως το γελοίο πραξικόπημα Σαμψών του 1974 ήταν δικό τους έργο, και ανεξάρτητα του ότι η ελληνική δικτατορία των συνταγματαρχών έχει καταγραφεί περισσότερο ως ξενόφερτη εκτροπή και πολύ λιγότερο ως αμιγώς ελληνική, άρα η δικτατορία ποτέ δεν θα μπορούσε δεν μπορεί να λογίζεται ως εκπρόσωπος των γνήσιων ελληνικών επιθυμιών για το ζήτημα), προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, αν μπορούσε να συνοψιστεί σε μια φράση το σημερινό σκηνικό σχετικά με το Κυπριακό, θα έλεγα ότι η περίοδος διεθνούς ανοχής στην τουρκική πρακτική δημιουργίας βήμα-βήμα τετελεσμένων, από τον Αττίλα ως σήμερα, τελειώνει και εάν η Τουρκία συνεχίσει την ίδια πρακτική θα πρέπει να το κάνει, καταβάλλοντας το τεράστιο κόστος της απομόνωσής της σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό το νέο δεδομένο από μόνο του επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη αισιοδοξία για μια δίκαια λύση του Κυπριακού.

More in Αρθρογραφία
Comments
Οι νέες συνισταμένες του Κυπριακού

Οι νέες συνισταμένες του Κυπριακού

Αν παραβλέψει κανένας τις ατεκμηρίωτες και έωλες αναφορές υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, που με τις γνωστές αυτοεπιβεβαιωτικές «σημιτικού τύπου» αγωνίες τους επιχειρούν να εμφανίσουν τις τελευταίες τουρκικές προτάσεις της λεγόμενης «λύσης 2 κρατών» για το Κυπριακό, ως δήθεν απόρροια και συνέπεια ότι ακριβώς το σχέδιο Ανάν απορρίφτηκε και βγήκε από το τραπέζι ενώ εγκαταλείφτηκε και ως «φιλοσοφία λύσης», οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούν οριστικά τη νέα φάση στην οποία έχει εισέλθει η υπόθεση.

Για να ολοκληρωθεί η αναφορά στο σχέδιο Ανάν, και πέραν της μάλλον αστείας άποψης ότι η απόρριψή του ευθύνεται για την τουρκική πρόταση περί «2 κρατών», εκτιμώ αναγκαίο να αναφερθώ σε δύο ακόμη σημεία της «σημιτικής λογικής» στην όλη συζήτηση:

1. Το επιχείρημα που ακούγεται τελευταία από τις ίδιους κύκλους είναι ότι ακόμη κι αν δεν είναι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν το αίτιο για την τουρκική πρόταση των «2 κρατών» (που αναφέραμε προηγουμένως πόσο αυθαίρετη είναι ως άποψη), από την άλλη πολλοί λιγότερο φανατικοί σημιτικοί διατείνονται πως αν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν σήμερα το Κυπριακό θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη φάση σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς.

Πρόκειται για άποψη εξ ίσου ατεκμηρίωτη, που φτάνει μέχρις του σημείου να προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα, αφού -όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει- εάν το σχέδιο Ανάν είχε υιοθετηθεί, καμιά από τις συμφωνίες εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ δεν θα είχε συναφθεί, δοθέντος ότι στο σχέδιο Ανάν προβλεπόταν δικαίωμα βέτο των τουρκοκυπρίων. Το εάν και κατά πόσο οι τουρκοκύπριοι θα αποδεχόντουσαν ρυθμίσεις ενάντια στα συμφέροντα της Τουρκίας (για παράδειγμα σχετικά με την κυπριακή ΑΟΖ), είναι ζήτημα απλής λογικής να εκτιμηθεί από τον καθένα μας και δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ άλλο επ’ αυτού.

2. Όμως η τελευταία πρόταση της προηγούμενης παραγράφου είναι που ανοίγει και την κρίσιμη πτυχή του Κυπριακού στις σημερινό περιβάλλον, σχετικά με τα αίτια και τις αφορμές που οδηγούν την Τουρκία στην πρόταση περί «2 κρατών». Θα μπορούσε, δηλαδή, ποτέ η απόρριψη του σχεδίου Ανάν να ερμηνεύει την αλλαγή της τουρκικής στάσης, ή μήπως η ενεργοποίηση των κυπριακών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ και στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός των ορίων της σε συνεργασία με τις όμορες χώρες (εκμετάλλευση που -υπενθυμίζω- ποτέ δεν θα είχε δρομολογηθεί εάν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν), είναι ακριβώς το αίτιο  που «σπρώχνει» την Άγκυρα στις σημερινές θέσεις της;

Ούτε στο σημείο αυτό θαρρώ πως χωράει πολύ συζήτηση, αφ’ ενός μεν διότι εδώ και πάλι η απλή λογικη και τα γεγονότα της τελευταίας διετίας δίνουν τις απαντήσεις, αφ’ ετέρου δε διότι και εδώ για να ισχύει το αντίθετο θα έπρεπε να είναι βάσιμη η εκτίμηση ότι οι τουρκοκύπριοι θα συναινούσαν στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ με όρους που θα αντιμάχονταν τα τουρκικά συμφέροντα, τα οποία εντελώς εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου διεκδικεί η Τουρκία μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ. Υπάρχει άραγε σώφρων άνθρωπος που το πιστεύει αυτό;

Δυο ακόμη παρατηρήσεις ακόμη επ’ αυτών:

α. Οι υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν «υποφέρουν» για την ήττα της άποψής τους με ιστορικούς όρους, διότι ταυτόχρονα ηττάται και η άλλη συνοδός άποψη που διεκίνησαν επίμονα όλ’ αυτά τα τα χρόνια: ότι δήθεν όσο περνάει ο χρόνος τα πράγματα χειροτερεύουν για την ελληνική πλευρά. Μια άποψη που επίσης προσκρούει ηχηρά στην πραγματικότητα! Γιατί; Διότι, όπως πολλές φορές έχω εξηγήσει, από την κατάσταση της γνωστής τουρκικής δήλωσης ότι «το Κυπριακό λύθηκε με την εισβολή» (του Αττίλα), ως σήμερα ο χρόνος λειτούργησε λυτρωτικά για την ελληνική πλευρά, που πλέον θέτει και εκείνη όρους, παραμερίζοντας την τουρκική αυθαιρεσία και τα τετελεσμένα της στρατωτικής εισβολής και κατοχής.

Κάτι ακόμη ακριβώς στο σημείο αυτό: Η άποψη ότι όσο περνάει ο χρόνος δυσκολεύουν τα πράγματα για τις ελληνικές θέσεις, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την πάγια διαπραγματευτική τακτική επί παντός θέματος, σύμφωνα με την οποία όταν διαπραγματεύεσαι σε συνθήκες δυσμενούς για τις θέσεις σου ευρύτερου συσχετισμού δυνάμεων, ο καλύτερος χειρισμός είναι να επιδιώκεις επιμήκυνση του χρόνου διαπραγμάτευσης, προσδοκώντας καλύτερες συνθήκες για την πλευρά σου. Στο Κυπριακό από την τουρκική εισβολή και εντεύθεν οι συσχετισμοί δυνάμεων συστηματικά ήταν σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων στο πλαίσιο του γνωστού φιλοτουρκισμού των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Σήμερα που για πρώτη φορά μετά από 5 δεκαετίες οι συσχετισμοί δυνάμεων ανατρέπονται επ’ ωφελεία της ελληνικής πλευράς (και πιθανότατα όχι μόνο στο Κυπριακό), συνιστά ανοησία ή εμμονή να ισχυρίζεται κανένας ότι εάν η ελληνική πλευρά είχε συναινέσει σε λύσεις σε επαχθέστερο για την ίδια διεθνές περιβάλλον τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για εκείνη.

β. Ακούω με προσοχή και μια άλλη άποψη των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με την οποία οι τουρκοκύπριοι έχουν τα τελευταία χρόνια αποστασιοποιηθεί από την Άγκυρα, όπως φάνηκε με την περίπτωση Ακιντζί. Εδώ πρέπει να εξηγηθεί ότι η υπαρκτή αποστασιοποίηση Ακιντζί από πλήρη ευθυγράμμιση με τα τουρκικά ζητούμενα δεν οφείλεται σε γενικευμένη απόρριψη των όσων επιζητεί η Τουρκία σε βάρος της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά αποκλειστικά και  μόνο στο γεγονός ότι οι τουρκοκύπριοι για πρώτη φορά συνειδητοποιούν ότι η ασφυκτική πρόσδεσή τους στο άρμα συμφερόντων της σημερινής ερντογανικής Τουρκίας ενταφιάζει ανέκλητα κάθε πιθανότητα ευρωπαϊκής προοπτικής για τους τουρκοκυπρίους.

Εκτός αυτού, η εμπειρία του Κραν Μοντανά απέδειξε ότι αυτή η τάση αποστασιοποίησης των τουρκοκυπρίων από την άτεγκτη τουρκική κηδεμονία έχει μόνον οριακή ισχύ. Για τον λόγο αυτόν, μόλις στο Κραν Μοντανά συμφωνήθηκε μεταξύ Αναστασιάδη και Ακιντζί να ανοίξει το θέμα για την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων που επέβαλαν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, άρκεσε μια  αυστηρή παρέμβαση της Άγκυρας προς τον Ακιντζί για να υπαναχωρήσει ο τελευταίος και οι διαπραγματεύσεις να ναυαγήσουν. Η αποκάλυψη από τον κύπριο πρόεδρο του τελευταίου διαλόγου που έλαβε χώρα στον Κραν Μοντανά μεταξύ του ίδιου και του Ακιντζί, με τον πρόεδρο Αναστασιάδη να κανει δραματική έκκληση προς τον ηγέτη των τουρκοκυπρίων «να σκεφτούν και οι δύο τα εγγόνια τους» και να προχωρήσουν σε όσα είχαν ως τότε συμφωνηθεί και η στη συνέχεια άχαρη υπαναχώρηση Ακιντζί, αποκάλυψε πλήρως τα πραγματικά όρια αυτονομίας των τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα.

Κι έτσι φτάσαμε σήμερα στον ερντογανικό λεονταρισμό ανοίγματος ενός ελάχιστου μέρους της περίκλειστης Αμμοχώστου.

Η κίνηση επί της ουσίας έχει αποκλειστικά και μόνο συμβολικό χαρακτήρα και η εκ των πραγμάτων δειλή εξαγγελία-παράσταση ενός λαλίστατου τούρκου προέδρου, με μόνο target group απεύθυνσης εθνικιστικές πολιτικές γκρούπες και κόμματα στην Τουρκία και τουρκοκύπριους εκπροσώπους τους στα κατεχόμενα, στην πραγματικότητα σκιαγραφεί τα ελάχιστα περιθώρια που έχουν απομείνει στον Ερντογάν και την εξωτερική πολιτική που ο ίδιος εκπροσωπεί. Η παράσταση Ερντογάν στήθηκε με μεγάλη επιμέλεια, αλλά η πραγματοποίησή της απογοήτευσε σφοδρά τα τουρκικά και τουρκοκυπριακά εθνικιστικά κοινά, όπως αναγνώρισε απερίφραστα ο τουρκικός και ο διεθνής Τύπος.

Όμως, μεγαλύτερη είναι η σημασία των διεθνών αντιδράσεων που προκάλεσαν όσα ανακοίνωσε ο τούρκος πρόεδρος από τα κατεχόμενα. Προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο εκτεταμένη ομοφωνία καταδίκης, από μεριάς διεθνών παραγόντων με τόσο αντικρουόμενα και τόσο αντιμαχόμενα ανάμεσα τους συμφέροντα.

Ας κρατήσουμε 3 ενδεικτικά σημεία της αποδοκιμασίας που εκφράστηκε κατά του Ερντογάν:

α. Οι ΗΠΑ όχι μόνο εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους, αλλά για πρώτη φορά τα τελευταία 47 χρόνια και μετά τον Αττίλα έλαβαν πρωτοβουλία να θέσουν το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την εισήγηση αυστηρής καταδίκης της Τουρκίας.

β. Ένας από τους πιστότερους υποστηρικτές της Τουρκίας εδώ και 20 χρόνια, η γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ, όχι μόνο εξέφρασε την αποδοκιμασία της αλλά καθόλου τυχαία με την ευκαιρία των αναφορών Ερντογάν από τα κατεχόμενα επεκτάθηκε για πρώτη φορά στην εκτίμηση (που διετύπωσε σαν προσωπική της θέση, αλλά αναμφίβολα πρόκειται για πολύ ευρύτερη άποψη) ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας έχει κατ’ ουσίαν τελευτήσει.

γ. Το ρωσικό ΥΠΕΞ (και εδώ είναι μία ακόμη «πρώτη φορά») όχι μόνο καταδίκασε τις αναφορές Ερντογάν, αλλά κατέστη η πρώτη χώρα στον κόσμο που χωρίς να αναμιγνύεται άμεσα στο Κυπριακό, ζήτησε την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων, αξιοποιώντας τη συμβολή του Κραν Μοντανά στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ήδη το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με ομόφωνη δήλωσή του ζήτησε την επίλυση του Κυπριακού «στη βάση μιας δικοινοτικής και διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα», και καταδίκασε ρητά τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις «μονομερείς ενέργειές του» που αντιτίθενται στα ψηφίσματά του Οργανισμού. Τα μέλη του Συμβουλίου «καταδικάζουν την ανακοίνωση που έκαναν στην Κύπρο ο τούρκος και ο τουρκοκύπριος ηγέτης στις 20 Ιουλίου 2021 σχετικά με το άνοιγμα τμήματος της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εκφράζει τη βαθιά του λύπη για τις μονομερείς αυτές ενέργειες οι οποίες είναι αντίθετες με προηγούμενα ψηφίσματα και δηλώσεις του», αναφέρει το κείμενο της ανακοίνωσης.

Οι σημαντικές διαφορές με την προηγούμενη δήλωση είναι ότι για πρώτη φορά σε ανακοίνωση του ΟΗΕ για το Κυπριακό γίνεται ρητή αναφορά σε «καταδίκη» των εξαγγελιών αυτών, και όχι απλώς έκφραση «βαθιάς ανησυχίας».

Στην ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας επίσης γίνεται για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην τουρκική ηγεσία και στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας και όχι σε αόριστες εξουσίες.

Πρόσθετη μεγάλη σημασία έχει το γεγονός η δήλωση τονίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας καλεί για την ανατροπή όλων των ενεργειών που έγιναν στα Βαρώσια από τον περασμένο Οκτώβριο και υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποφευχθούν μονομερείς ενέργειες, οι οποίες εναντιώνονται στις αποφάσεις του και μπορούν να αυξήσουν την ένταση, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά ξανά την τουρκική πλευρά.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας υποδηλώνει, επίσης, την ανάγκη σεβασμού και εφαρμογής των αποφάσεων του, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης των Βαρωσίων υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Η κρίσιμη σημασία του σημείου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θεωρεί ότι οι παράνομες τουρκικές ενέργειες δεν βλάπτουν μόνο την Κύπρο, αλλά και τον ίδιο τον ΟΗΕ, αφού πλήττουν το κύρος και τον διεθνώς θεσμοθετημένο ρόλο του.

Τέλος, το Συμβούλιο Ασφαλείας επαναλαμβάνει εκ νέου ότι η επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει να γίνει στη βάση μιας δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας, όπως ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του, καταρρίπτοντας έτσι, για μια ακόμα φορά, οποιαδήποτε πρόταση λύσης περί «2 κρατών» που προωθεί η τουρκική πλευρά, διασαφηνίζοντας ότι οποιαδήποτε ρύθμιση «2 κρατών»  βρίσκεται εκτός του πλαισίου των αποφάσεων του ΟΗΕ.

Δεν είναι άνευ σημασίας να τονιστεί η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας επιβεβαιώνει ότι την υπερψήφισαν εκτός των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η Κίνα και η Γαλλία, καθώς και όλα τα μη μόνιμα μέλη του Οργάνου, συμπεριλαμβανομένων ανάμεσά τους και ισλαμικών κρατών. Πρόκειται δηλαδή για πρωτοφανή απομόνωση της Τουρκίας.

Φυσικά, η ελληνική-ελληνοκυπριακή πλευρά ορθότατα δεν στέκεται στο συμβολικό ποσοστό ανοίγματος των Βαρωσίων που εξήγγειλε ο Ερντογάν και διπλωματικά συμπεριφέρεται σαν να αφορά σε όλοκληρη την Αμμόχωστο. Η Αθήνα και η Λευκωσία ενεργούν έτσι και δεν αφήνουν να «περάσει» ως δήθεν ασήμαντο το ελάχιστο μέρος στο οποίο αφορούν οι ανακοινώσεις Ερντογάν-Τατάρ για τα Βαρώσια, για δύο λόγους:

-επειδή ακόμη και το συμβολικό μέρος της υπόθεσης στο όλο πλαίσιο του Κυπριακού έχει μεγάλη σημασία, και

-επειδή έχει μεγάλη σημασία να ανακοπεί εν τη γενέσει της η τελευταία αυτή προσπάθεια δημουργίας τετελεσμένων από την μεριά της Τουρκίας, που για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια φαίνεται να μη γίνεται ανεκτή ούτε από τον διεθνή παράγοντα.

Με όσα ανέφερα ως εδώ νομίζω περιγράφεται συνοπτικά το νέο πλαίσιο εντός του οποίου θα επιζητηθεί η επίλυση του Κυπριακού κατά την προσεχή περίοδο.

Φυσικά απομένει πολύς δρόμος ακόμη να διανυθεί για μια παραγωγική και δίκαια λύση. Το γεγονός όμως ότι έχει εν πολλοίς τροποποιηθεί αισθητά η βάση κατανόησης του Κυπριακού από μεριάς της διεθνούς κοινότητας ως προβλήματος αναδυόμενου από την τουρκική στάση και όχι ως ζητήματος που οφείλεται στις ελληνικές και ελληνο-κυπριακές αδιαλλαξίες (παρ’ όλο που  βεβαίως το γελοίο πραξικόπημα Σαμψών του 1974 ήταν δικό τους έργο, και ανεξάρτητα του ότι η ελληνική δικτατορία των συνταγματαρχών έχει καταγραφεί περισσότερο ως ξενόφερτη εκτροπή και πολύ λιγότερο ως αμιγώς ελληνική, άρα η δικτατορία ποτέ δεν θα μπορούσε δεν μπορεί να λογίζεται ως εκπρόσωπος των γνήσιων ελληνικών επιθυμιών για το ζήτημα), προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας.

Με βάση όλα τα παραπάνω, αν μπορούσε να συνοψιστεί σε μια φράση το σημερινό σκηνικό σχετικά με το Κυπριακό, θα έλεγα ότι η περίοδος διεθνούς ανοχής στην τουρκική πρακτική δημιουργίας βήμα-βήμα τετελεσμένων, από τον Αττίλα ως σήμερα, τελειώνει και εάν η Τουρκία συνεχίσει την ίδια πρακτική θα πρέπει να το κάνει, καταβάλλοντας το τεράστιο κόστος της απομόνωσής της σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό το νέο δεδομένο από μόνο του επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη αισιοδοξία για μια δίκαια λύση του Κυπριακού.

More in Αρθρογραφία
Comments