Ο ύστερος πατριωτισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ

Ο ύστερος πατριωτισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ

Θέμα της σημερινής ανάλυσης το πρόσχημα του ύστερου πατριωτισμού ως στοιχείου μιας σύγχρονης ελληνικής αριστερής πολιτικής. Είναι μια βουτιά στα βαθιά νερά μιας συζήτησης που γίνεται εδώ και λίγο καιρό σχετικά με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει πατριωτικά ανακλαστικά στη χάραξη της γραμμής του για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά, ή όχι. Μιας συζήτησης που απέκτησε εσχάτως νέα δυναμική, εξ αφορμής της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας. Και επειδή το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό και σύνθετο, τόσο σε ό,τι αφορά τα πολιτικά συστατικά μέρη του όσο και σε σχέση τη βαρύτητά του για την εν γένει προαγωγή των συμφερόντων της χώρας, κάνω έκκληση η ανάλυση αυτή να διαβαστεί όσο γίνεται πιο μακριά από φανατισμένες και προαποφασισμένες απόψεις του κάθε αναγνώστη. Άλλωστε, την ανακάλυψη της αλήθειας δηλώνουμε άπαντες ότι επιζητούμε στο κοινό πεδίο ανίχνευσης του περιεχομένου και της σημασίας του όρου «συμφέροντα της χώρας», ως πεδίου ενότητας των πολιτών της Ελλάδας και όχι ως ευκαιρίας διχασμού μας, όπως παραδοσιακά και για λόγους ξεκάθαρα «ιδεολογικούς» πράττει η ακροδεξιά.

Στο θέμα μας, λοιπόν, με δύο εισαγωγικές αναγκαίες διασαφηνίσεις, κάτι που θεωρώ όρο κατανόησης της βάσης όλης της συζήτησης

Διασαφήνιση 1η: Άλλο η προαγωγή των γενικών συμφερόντων της χώρας στο παγκόσμιο σκηνικό ως βασικό και μη επιδεχόμενο συμψηφισμούς με διάφορες άλλες διεθνείς υποθέσεις κριτήριο, και άλλο οι ενδιάμεσες ανάγκες υποστήριξης μιας τακτικής προσπάθειας για την ανάσχεση και την εξουδετέρωση των επιθετικών πρακτικών της Τουρκίας κατά της χώρας μας.

Ο πατριωτισμός, καλώς ή κακώς, δεν χωράει σ’ αυτή τη συζήτηση. Θα ήταν αδιανόητο η στρατηγική για τον όποιον ρόλο και τη θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια σκηνή (ζήτημα στενά συνδεόμενο με την εκάστοτε συγκυρία του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων) να επικαθοριζόταν από τις διμερείς διαφορές με την Τουρκία (η φύση και η προέλευση των οποίων έχει ιστορικό και σχεδόν παγιωμένο χαρακτήρα). Αν με ανακλαστικά διαφορετικά από τη θέση που περιγράφτηκε στην προηγούμενη πρόταση προσεγγίζουμε και σχολιάζουμε τέτοια θέματα, τότε μηχανίστικα θα καταλήγαμε στον παραλογισμό ότι τυχόν παρουσία ελληνικού στρατού στο Σαχέλ είναι πατριωτικό ζήτημα, ενώ φυσικά δεν είναι. Το αντίθετο μάλιστα! Και ελπίζω να είμαι σαφής!

Διασαφήνιση 2η: Όσο λαϊκισμός είναι η θέση της βολουνταριστικής αριστεράς ότι τα λεφτά αντί να πηγαίνουν για όπλα καλύτερα να πηγαίνουν για σχολεία (λες και η Ελλάδα -η σημερινή και η παλιότερη- κείται στον ιστορικό και γεωπολιτικό χάρτη εν κενώ),  άλλο τόσο λαϊκισμός είναι το (ψευδο)δίλημμα «ή ψηφίζεις την ελληνο-γαλλική συμφωνία, ή -αν την καταψηφίζεις- δεν έχεις πατριωτικά κίνητρα ως πολιτική παράταξη».

Θαρρώ πως το μόνο αντιπατριωτικό εν προκειμένω είναι η αποσιώπηση του γεγονότος ότι η χώρα για να βγει κατόπιν εορτής από τη δυσμενή σε βάρος μας σημερινή θέση στα ελληνο-τουρκικά και αφού ξεκάθαρα απέτυχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και φυσικά και ο υπουργός του Νίκος Δένδιας να αποτρέψουν την τρέχουσα και έμπρακτη τουρκική  αμφισβήτηση  κατά ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, εξαναγκάζεται τώρα σε λεόντειες συμφωνίες εγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε γεωπολιτικά πεδία στα οποία η χώρα μας δεν διατηρεί ουδέ καν μακρινό και δευτερεύον ενδιαφέρον. Το να παρακάμπτονται οι συνέπειες των επί της ουσίας ανεμπόδιστων ερευνών τουρκικών πλοίων 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης… Να παραβλέπονται οι επιπτώσεις της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών σε περιοχές θαλάσσιας ζώνης δυνητικών ελληνικών εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων… Να αποκρύπτεται ότι η Ελλάδα απέτυχε παταγωδώς να καταστήσει τις τουρκικές επιθετικές ενέργειες σε βάρος μας υπόθεση άμεσου ενδιαφέροντος της ΕΕ, ώστε να ασκηθεί επί του πραγματικού η αρχή της αμυντικής αλληλεγγύης και να επιβληθούν σοβαρές κυρώσεις κατά της Τουρκίας, ανάλογες με το βάρος του ζητήματος ότι χώρα-μέλος υφίσταται την επιθετική συμπεριφορά χώρας-μη μέλους… Το να θέτουμε τη συζήτηση για την ελληνο-γαλλική συμφωνία αποφεύγοντας να δούμε τα παραπάνω στοιχεία, αυτό είναι αντι-πατριωτικό! Δηλαδή, αντιπατριωτικό είναι ότι για να διασωθεί πολιτικά στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό μια ανάξια να διαφυλάξει τα συμφέροντα της χώρας πρωθυπουργία και διακυβέρνηση, προσποιούμαστε πως δεν ξέρουμε την αιτία του κακού.

(Μια παρατήρηση στο σημείο αυτό: Αντιλαμβάνομαι απολύτως τη λογική ότι ακόμη και αν έβλαψε στα ελληνο-τουρκικά το συμφέρον της Ελλάδας εξ ανεπαρκείας μια κακή κυβέρνηση και ένας χειρότερος πρωθυπουργός, θα οφειλόταν να υπερψηφιστεί η ελληνο-γαλλική συμφωνία για να ανασχεθούν οι συνέπειες της μοιραίας στάσης του νεο-μητσοτακισμού. Σωστά! Αρκεί να τηρείται μια βασική προϋπόθεση: Η ελληνο-γαλλική συμφωνία να αίρει μέρος τουλάχιστον των επιπτώσεων από τις τουρκικές έρευνες 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης, από την τουρκολιβυκή συμφωνία για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών και από την απαράδεκτη «άψογη στάση» και αντικειμενικά φιλοτουρκική συμπεριφορά της ΕΕ σε ό,τι αφορά τις επιθετικές ενέργειες κατά της χώρας μας. Όμως, ΟΥΤΕ ΕΝΑ από τα παραπάνω σημεία δεν θίγει η ελληνο-γαλλική συμφωνία! Αντίθετα, μάλιστα, η εξαίρεση των θαλάσσιων εκμεταλλευτικών ζωνών στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία αμοιβαιότητες στρατιωτικής αλληλεγγύης επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα επιδείνωσης της ελληνικής θέσης στα ελληνοτουρκικά, που δημιούργησε και μας κληροδοτεί ο νεο-μητσοτακισμός, διατηρείται και τείνει να παγιωθεί ως αντιλαμβανόμενο από τη διεθνή κοινότητα συστατικό μέρος των ελληνοτουρκικών διαφορών, καμπτομένου του βασικού αιτίου της διμερούς διένεξής μας με τη γειτονική χώρα, που δεν είναι άλλο από τις άνομες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων, κυριαχικών και εκμεταλλευτικών.

Ας δούμε την πτυχή αυτή, συγκρίνοντάς την με την και πάλι κατόπιν εορτής σύναψη διμερών συμφωνίας της Ελλάδας με την Ελλάδα και την Αίγυπτο για τον καθορισμό ελληνο-ιταλικής και ελληνο-αιγυπτιακής ΑΟΖ. Εκείνες οι συμφωνίες διαφέρουν από την σημερινή ελληνο-γαλλική κατά το ότι αίρουν τις συνέπειες της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για την ΑΟΖ. Και γι’ αυτό το να διαφωνούσε κανένας με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία θα ήταν αντι-πατριωτική στάση. Φυσικά, και στην περίπτωση των δύο αυτών διμερών συμφωνιών της Ελλάδας για την ΑΟΖ εντοπίστηκε ότι για να διασωθεί ό,τι μπορούσε να διασωθεί από τη ανικανότητα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα μας ευρισκόμενη σε δυσμενή θέση αναγκάστηκε να παραχωρήσει τόσο στην Ιταλία όσο και στη Αίγυπτο θαλάσσιες ζώνες και εκμεταλλευτικα δικαιώματα της (π.χ. στην Ιταλία για την αλιεία) μεγαλύτερα της λεγόμενης «ίσης γραμμής». Αναγκαστήκαμε δηλαδή να παραχωρήσουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο νοούμενη δυνητική ελληνική επικράτεια στην Ιταλία και την Αίγυπτο.

Παρά ταύτα, ναι, η υποστήριξη της ελληνο-ιταλικής και της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας ήταν πατριωτική ευθύνη να υποστηριχθούν, διότι συνέβαλαν στην ανάσχεση των συνεπειών σε βάρος της χώρας μας από την τουρκο-λιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ. Αυτή τη βασική αναλογία με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για τις ΑΟΖ δεν εξασφαλίζει η παρούσα ελληνο-γαλλική συμφωνία μια για τον λόγο αυτόν δεν «χωράει» συζήτηση περί πατριωτικού καθήκοντος σχετικά με την τελευταία συμφωνία Αθήνας-Παρισιού. Ελπίζω και εδώ να είμαι σαφής!)

Ας έρθουμε και σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος: Ο καλώς νοούμενος πατριωτισμός εμπεριέχει αυτονόητα τη βασική αρχή της διεθνο-πολιτικής πρακτικής στη διπλωματία, να μη αναμιγνύεται μια χώρα σε υποθέσεις άλλων χωρών, σχετιζόμενων με άλλα πεδία γεωπολιτικής διαφοράς, μη συνδεόμενα με τα δικά της συμφέροντα.

Η αρχή αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι συμβάλλει στην αμοιβαιότητα αναγνώρισης του ότι κάθε χώρα έχει το δικό της πλέγμα συμφερόντων να προαγάγει και οι αποφάσεις κάθε χώρας επ’ αυτού (εφ’ όσον έχουν ληφθεί  ως προϊόν δημοκρατικών αποφάσεων στο εσωτερικό της, δηλαδή εκφράζουν τις διαθέσεις των πολιτών της) θα πρέπει να είναι σεβαστές από τη διεθνή κοινότητα, αρκεί να μη παραβιάζονται δικαιώματα άλλων χωρών προβλεπόμενα από το ισχύον διεθνές δίκαιο.

Ας δούμε τώρα δύο ειδικές περιπτώσεις που σχετίζονται με το ζήτημα που πραγματευόμαστε.

α. Η πρώτη περίπτωση αφορά στον φίλο Δ. Παγαδάκη και άρθρο του στο «Πρώτο Θέμα» εδώ: https://www.protothema.gr/blogs/dimitris-pagadakis/article/1168262/politiki-tis-ododokremas/

Ο Δ. Παγαδάκης στο άρθρο του ασχολείται με την αμορφωσιά του Τσίπρα, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από σχεδιασμένη κίνηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας πολιτικής απαξίωσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και ως εδώ, δεν υπάρχει κανένα ζήτημα που να σχετίζεται με το περιεχόμενο της παρούσας ανάλυσής μου. Αναφορές στα κοινωνικά δίκτυα είναι και ως εκεί. Όμως, ο αρθρογράφος διαπράττει το ολίσθημα να μπαίνει και στα χωράφια απαξίωσης της στάσης Τσίπρα στο πεδίο της γεωπολιτικής, αναφέροντας ότι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως πρωθυπουργός είχε εγκρίνει εκπροσωπώντας την Ελλάδα τις επιχειρήσεις της ΕΕ στο Σαχέλ. Γράφει συγκεκριμένα: «…ο τέως Έλληνας πρωθυπουργός, στην Άτυπη Σύνοδο των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, συμφωνούσε ότι το Σαχέλ αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Όχι μόνο εν γένει για την ΕΕ, αλλά και για κάθε ένα από τα κράτη μέλη της. Άρα και την Ελλάδα. Παρών επίσης στο Στρασβούργο, ενστερνίστηκε τα συμπεράσματα συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την έναρξη στρατιωτικό- αστυνομικής επιχειρησιακής λειτουργίας κοινής δύναμης σε αυτή τη πολύπαθη περιοχή που μαστίζεται από την πείνα και την τρομοκρατία...».

Αυτό που δεν γράφει είναι ότι τότε εμαίνετο ο πόλεμος στη Συρία, το προσφυγικό ήταν μεγάλο ζήτημα για την ΕΕ και φυσικά και την Ελλάδα. Καμιά σχέση δηλαδή δεν έχει η τότε στάση Τσίπρα για τις εξελίξεις στην Αφρική στη ζώνη του Σαχέλ, με τη σημερινή συμμετοχή της Ελλάδας σε επιχειρήσεις που δεν είναι παρεμβάσεις επί τη βάσει αποφάσεων της ΕΕ και για το συγκεκριμένο προσφυγικό ζήτημα, αλλά αφορούν την απόπειρα ανακατανομής ζωνών επιρροής από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, και εν προκειμένω ανακατανομής ζωνών επιρροής μεταξύ χωρών του δυτικού άξονα και σχετικά με την προσπάθεια της Γαλλίας να αντιδράσει στην αμερικανο-βρετανο-αυστραλιανή συμφωνία AUKUS, μέρος της οποίας είναι η ακύρωση παραγγελίας γαλλικών υποβρυχίων από την Αυστραλία. Διερωτώμαι: Δεν αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικώς άτοπο της σύγκρισης που κάνει ο αρθρογράφος; Ή το αντιλαμβάνεται και το αποσιωπά, απλά για να ασκηθεί πίεση στην αντιπολίτευση να υπερψηφίσει μια συμφωνία, την ελληνο-γαλλική, που εμπλέκει την Ελλάδα σε γεωπολιτικά ζητήματα τα οποία καθόλου δεν αφορούν σ’ αυτή; Δεν καταλαβαίνει ο αρθρογράφος, του οποίου τη γενική σοβαρότητα και εγκυρότητα ουδόλως αμφισβητώ, ότι αντιπατριωτικό εδώ είναι να διαστρέφονται δεδομένα συστατικά στοιχεία σε σοβαρά ζητήματα που αφορούν στα μεγάλα συμφέροντα της χώρας και, αντίθετα, απολύτως πατριωτική στάση είναι να εντοπίζεται ότι η Ελλάδα σύρεται σε λεόντεια σε βάρος της συμφωνία άσχετη με τα συμφέροντα της Ελλάδας στο Σαχέλ, που συνήφθη με ελαφρότητα κατά την εκτίμηση ακόμη και φιλικά διακείμενων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη παραγόντων (π.χ. Βενιζέλος), και μόνον επειδή οι επικίνδυνοι χειρισμοί του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του έχουν φέρει την Ελλάδα σε δυσχερή θέση έναντι της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί απεγνωσμένα να εμφανίσει μια επιτυχία για την καταστροφή που έχει προκαλέσει στα συμφέροντα της Ελλάδας; Και το κάνει αυτό ο πρωθυπουργός ακόμη κι αν τα κύρια συστατικά μέρη της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας όχι μόνο δεν ωφελούν τη χώρα μας μας, αλλά ταυτόχρονα καθόλου δεν συμβάλλουν στην ανάσχεση της βλάβης που εχει προκληθεί την τελευταία  διετία σε βάρος μας στα ελληνο-τουρκικά;

Η εξωτερική μας πολιτική και τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα δεν προσφέρονται για τόσο άστοχες και απρόσεκτες αναφορές!

Άλλωστε το άτοπο της αναφοράς του Δ. Παγαδάκη τεκμαίρεται και σ’ ένα άλλο επίπεδο: Δεν μπορεί ο ίδιος να μην έχει πει ούτε λέξη για την αποτυχία Μητσοτάκη-Δένδια να θεωρηθεί η Ελλάδα διάδικο ενδιαφερόμενο μέρος για να συμμετέχει στη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη που οργάνωσε η Γερμανία, αλλά αίφνης το Σαχέλ να είναι ζήτημα που αφορά σε ανάγκες υπηρέτησης του ελληνικού πατριωτισμού.

β. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στον επίσης φίλο Γ. Λακόπουλο, και σε άρθρο του στο «Ανοιχτό παράθυρο» εδώ: https://www.anoixtoparathyro.gr/%ce%b1%ce%bd-%ce%bf-%cf%84%cf%83%ce%af%cf%80%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd/?fbclid=IwAR05H6HWLHLz0Tl_SyLe3WlqM2qws8QY5kHv-vxhAy2nCrwV6fN9x_zkBOg

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρέπει να πει «όχι» στη συμφωνία, υποστηρίζει ο αρθρογράφος. Το στηρίζει (κατά το ουσιαστικό μερος της επιχειρηματολογίας του) στο ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεσμεύεται να στηρίζει τέτοιες συμφωνίες ως μέρος μια οιονεί κρατούσας αντίληψης της πλειοψηφίας των πολιτών για τα οπωσδήποτε εννούμενα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτό που δεν αναφέρει ο αρθρογράφος (που επικαλείται προς επίρρωση των λεγομένων του ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου όντας στην αντιπολίτευση υπερψήφιζε τις αμυντικές δαπάνες στον κρατικό προϋπολογισμό), είναι ότι οι τότε κρατικοί προϋπολογισμοί (όπως και όποιος άλλος μεταγενέστερος) ήταν εσωτερικές αποφάσεις του ελληνικού κράτους και του πολιτικού συστήματος που το αντιπροσώπευε, και όχι διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι τρίτων μερών (συγκεκριμένα της Γαλλίας).

Θα κλείσω με μια πολιτική αναφορά επί του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Θεωρώ ότι η συζήτηση περί πατριωτισμού σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και σε συνάρτηση με τα παραπάνω συγκεκριμένα ζητήματα, και όχι ως γενική ταυτοτική υπόθεση της ελληνικής αριστεράς, δεν προκλήθηκε, ούτε γίνεται τυχαία. Θεωρώ σκόπιμη και προσχεδιασμένη από πολιτικά κέντρα την προσπάθεια διασποράς τεχνηέντως δαιμονίων στο εσωτερικό της προοδευτικής παράταξης, με όχημα τη συζήτηση περί πατριωτισμού.

Φυσικά και υπάρχει «πατριωτικό έλλειμμα» στην αριστερά και ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά αυτό αφορά ένα απολύτως μειοψηφικό μέρος του χώρου και του κόμματος, που δρα με ακτιβιστικού τύπου πρακτικές και δεν αφορά τις επίσημες θέσεις των πολιτικών φορέων και του ευρύτερου χώρου της αριστεράς, που έχουν διαμορφωθεί με ορίζοντα την προοπτική ανάληψης των ευθυνών διακυβέρνησης της χώρας, άρα ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην ανάγκη κριτηρίων πατριωτισμού κατά τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής.

More in Εξωτερική Πολιτική
Comments
Ο ύστερος πατριωτισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ

Ο ύστερος πατριωτισμός και ο ΣΥΡΙΖΑ

Θέμα της σημερινής ανάλυσης το πρόσχημα του ύστερου πατριωτισμού ως στοιχείου μιας σύγχρονης ελληνικής αριστερής πολιτικής. Είναι μια βουτιά στα βαθιά νερά μιας συζήτησης που γίνεται εδώ και λίγο καιρό σχετικά με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει πατριωτικά ανακλαστικά στη χάραξη της γραμμής του για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά, ή όχι. Μιας συζήτησης που απέκτησε εσχάτως νέα δυναμική, εξ αφορμής της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας. Και επειδή το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό και σύνθετο, τόσο σε ό,τι αφορά τα πολιτικά συστατικά μέρη του όσο και σε σχέση τη βαρύτητά του για την εν γένει προαγωγή των συμφερόντων της χώρας, κάνω έκκληση η ανάλυση αυτή να διαβαστεί όσο γίνεται πιο μακριά από φανατισμένες και προαποφασισμένες απόψεις του κάθε αναγνώστη. Άλλωστε, την ανακάλυψη της αλήθειας δηλώνουμε άπαντες ότι επιζητούμε στο κοινό πεδίο ανίχνευσης του περιεχομένου και της σημασίας του όρου «συμφέροντα της χώρας», ως πεδίου ενότητας των πολιτών της Ελλάδας και όχι ως ευκαιρίας διχασμού μας, όπως παραδοσιακά και για λόγους ξεκάθαρα «ιδεολογικούς» πράττει η ακροδεξιά.

Στο θέμα μας, λοιπόν, με δύο εισαγωγικές αναγκαίες διασαφηνίσεις, κάτι που θεωρώ όρο κατανόησης της βάσης όλης της συζήτησης

Διασαφήνιση 1η: Άλλο η προαγωγή των γενικών συμφερόντων της χώρας στο παγκόσμιο σκηνικό ως βασικό και μη επιδεχόμενο συμψηφισμούς με διάφορες άλλες διεθνείς υποθέσεις κριτήριο, και άλλο οι ενδιάμεσες ανάγκες υποστήριξης μιας τακτικής προσπάθειας για την ανάσχεση και την εξουδετέρωση των επιθετικών πρακτικών της Τουρκίας κατά της χώρας μας.

Ο πατριωτισμός, καλώς ή κακώς, δεν χωράει σ’ αυτή τη συζήτηση. Θα ήταν αδιανόητο η στρατηγική για τον όποιον ρόλο και τη θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια σκηνή (ζήτημα στενά συνδεόμενο με την εκάστοτε συγκυρία του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων) να επικαθοριζόταν από τις διμερείς διαφορές με την Τουρκία (η φύση και η προέλευση των οποίων έχει ιστορικό και σχεδόν παγιωμένο χαρακτήρα). Αν με ανακλαστικά διαφορετικά από τη θέση που περιγράφτηκε στην προηγούμενη πρόταση προσεγγίζουμε και σχολιάζουμε τέτοια θέματα, τότε μηχανίστικα θα καταλήγαμε στον παραλογισμό ότι τυχόν παρουσία ελληνικού στρατού στο Σαχέλ είναι πατριωτικό ζήτημα, ενώ φυσικά δεν είναι. Το αντίθετο μάλιστα! Και ελπίζω να είμαι σαφής!

Διασαφήνιση 2η: Όσο λαϊκισμός είναι η θέση της βολουνταριστικής αριστεράς ότι τα λεφτά αντί να πηγαίνουν για όπλα καλύτερα να πηγαίνουν για σχολεία (λες και η Ελλάδα -η σημερινή και η παλιότερη- κείται στον ιστορικό και γεωπολιτικό χάρτη εν κενώ),  άλλο τόσο λαϊκισμός είναι το (ψευδο)δίλημμα «ή ψηφίζεις την ελληνο-γαλλική συμφωνία, ή -αν την καταψηφίζεις- δεν έχεις πατριωτικά κίνητρα ως πολιτική παράταξη».

Θαρρώ πως το μόνο αντιπατριωτικό εν προκειμένω είναι η αποσιώπηση του γεγονότος ότι η χώρα για να βγει κατόπιν εορτής από τη δυσμενή σε βάρος μας σημερινή θέση στα ελληνο-τουρκικά και αφού ξεκάθαρα απέτυχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και φυσικά και ο υπουργός του Νίκος Δένδιας να αποτρέψουν την τρέχουσα και έμπρακτη τουρκική  αμφισβήτηση  κατά ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, εξαναγκάζεται τώρα σε λεόντειες συμφωνίες εγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε γεωπολιτικά πεδία στα οποία η χώρα μας δεν διατηρεί ουδέ καν μακρινό και δευτερεύον ενδιαφέρον. Το να παρακάμπτονται οι συνέπειες των επί της ουσίας ανεμπόδιστων ερευνών τουρκικών πλοίων 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης… Να παραβλέπονται οι επιπτώσεις της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών σε περιοχές θαλάσσιας ζώνης δυνητικών ελληνικών εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων… Να αποκρύπτεται ότι η Ελλάδα απέτυχε παταγωδώς να καταστήσει τις τουρκικές επιθετικές ενέργειες σε βάρος μας υπόθεση άμεσου ενδιαφέροντος της ΕΕ, ώστε να ασκηθεί επί του πραγματικού η αρχή της αμυντικής αλληλεγγύης και να επιβληθούν σοβαρές κυρώσεις κατά της Τουρκίας, ανάλογες με το βάρος του ζητήματος ότι χώρα-μέλος υφίσταται την επιθετική συμπεριφορά χώρας-μη μέλους… Το να θέτουμε τη συζήτηση για την ελληνο-γαλλική συμφωνία αποφεύγοντας να δούμε τα παραπάνω στοιχεία, αυτό είναι αντι-πατριωτικό! Δηλαδή, αντιπατριωτικό είναι ότι για να διασωθεί πολιτικά στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό μια ανάξια να διαφυλάξει τα συμφέροντα της χώρας πρωθυπουργία και διακυβέρνηση, προσποιούμαστε πως δεν ξέρουμε την αιτία του κακού.

(Μια παρατήρηση στο σημείο αυτό: Αντιλαμβάνομαι απολύτως τη λογική ότι ακόμη και αν έβλαψε στα ελληνο-τουρκικά το συμφέρον της Ελλάδας εξ ανεπαρκείας μια κακή κυβέρνηση και ένας χειρότερος πρωθυπουργός, θα οφειλόταν να υπερψηφιστεί η ελληνο-γαλλική συμφωνία για να ανασχεθούν οι συνέπειες της μοιραίας στάσης του νεο-μητσοτακισμού. Σωστά! Αρκεί να τηρείται μια βασική προϋπόθεση: Η ελληνο-γαλλική συμφωνία να αίρει μέρος τουλάχιστον των επιπτώσεων από τις τουρκικές έρευνες 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης, από την τουρκολιβυκή συμφωνία για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών και από την απαράδεκτη «άψογη στάση» και αντικειμενικά φιλοτουρκική συμπεριφορά της ΕΕ σε ό,τι αφορά τις επιθετικές ενέργειες κατά της χώρας μας. Όμως, ΟΥΤΕ ΕΝΑ από τα παραπάνω σημεία δεν θίγει η ελληνο-γαλλική συμφωνία! Αντίθετα, μάλιστα, η εξαίρεση των θαλάσσιων εκμεταλλευτικών ζωνών στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία αμοιβαιότητες στρατιωτικής αλληλεγγύης επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα επιδείνωσης της ελληνικής θέσης στα ελληνοτουρκικά, που δημιούργησε και μας κληροδοτεί ο νεο-μητσοτακισμός, διατηρείται και τείνει να παγιωθεί ως αντιλαμβανόμενο από τη διεθνή κοινότητα συστατικό μέρος των ελληνοτουρκικών διαφορών, καμπτομένου του βασικού αιτίου της διμερούς διένεξής μας με τη γειτονική χώρα, που δεν είναι άλλο από τις άνομες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων, κυριαχικών και εκμεταλλευτικών.

Ας δούμε την πτυχή αυτή, συγκρίνοντάς την με την και πάλι κατόπιν εορτής σύναψη διμερών συμφωνίας της Ελλάδας με την Ελλάδα και την Αίγυπτο για τον καθορισμό ελληνο-ιταλικής και ελληνο-αιγυπτιακής ΑΟΖ. Εκείνες οι συμφωνίες διαφέρουν από την σημερινή ελληνο-γαλλική κατά το ότι αίρουν τις συνέπειες της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για την ΑΟΖ. Και γι’ αυτό το να διαφωνούσε κανένας με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία θα ήταν αντι-πατριωτική στάση. Φυσικά, και στην περίπτωση των δύο αυτών διμερών συμφωνιών της Ελλάδας για την ΑΟΖ εντοπίστηκε ότι για να διασωθεί ό,τι μπορούσε να διασωθεί από τη ανικανότητα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα μας ευρισκόμενη σε δυσμενή θέση αναγκάστηκε να παραχωρήσει τόσο στην Ιταλία όσο και στη Αίγυπτο θαλάσσιες ζώνες και εκμεταλλευτικα δικαιώματα της (π.χ. στην Ιταλία για την αλιεία) μεγαλύτερα της λεγόμενης «ίσης γραμμής». Αναγκαστήκαμε δηλαδή να παραχωρήσουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο νοούμενη δυνητική ελληνική επικράτεια στην Ιταλία και την Αίγυπτο.

Παρά ταύτα, ναι, η υποστήριξη της ελληνο-ιταλικής και της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας ήταν πατριωτική ευθύνη να υποστηριχθούν, διότι συνέβαλαν στην ανάσχεση των συνεπειών σε βάρος της χώρας μας από την τουρκο-λιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ. Αυτή τη βασική αναλογία με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για τις ΑΟΖ δεν εξασφαλίζει η παρούσα ελληνο-γαλλική συμφωνία μια για τον λόγο αυτόν δεν «χωράει» συζήτηση περί πατριωτικού καθήκοντος σχετικά με την τελευταία συμφωνία Αθήνας-Παρισιού. Ελπίζω και εδώ να είμαι σαφής!)

Ας έρθουμε και σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος: Ο καλώς νοούμενος πατριωτισμός εμπεριέχει αυτονόητα τη βασική αρχή της διεθνο-πολιτικής πρακτικής στη διπλωματία, να μη αναμιγνύεται μια χώρα σε υποθέσεις άλλων χωρών, σχετιζόμενων με άλλα πεδία γεωπολιτικής διαφοράς, μη συνδεόμενα με τα δικά της συμφέροντα.

Η αρχή αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι συμβάλλει στην αμοιβαιότητα αναγνώρισης του ότι κάθε χώρα έχει το δικό της πλέγμα συμφερόντων να προαγάγει και οι αποφάσεις κάθε χώρας επ’ αυτού (εφ’ όσον έχουν ληφθεί  ως προϊόν δημοκρατικών αποφάσεων στο εσωτερικό της, δηλαδή εκφράζουν τις διαθέσεις των πολιτών της) θα πρέπει να είναι σεβαστές από τη διεθνή κοινότητα, αρκεί να μη παραβιάζονται δικαιώματα άλλων χωρών προβλεπόμενα από το ισχύον διεθνές δίκαιο.

Ας δούμε τώρα δύο ειδικές περιπτώσεις που σχετίζονται με το ζήτημα που πραγματευόμαστε.

α. Η πρώτη περίπτωση αφορά στον φίλο Δ. Παγαδάκη και άρθρο του στο «Πρώτο Θέμα» εδώ: https://www.protothema.gr/blogs/dimitris-pagadakis/article/1168262/politiki-tis-ododokremas/

Ο Δ. Παγαδάκης στο άρθρο του ασχολείται με την αμορφωσιά του Τσίπρα, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από σχεδιασμένη κίνηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας πολιτικής απαξίωσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και ως εδώ, δεν υπάρχει κανένα ζήτημα που να σχετίζεται με το περιεχόμενο της παρούσας ανάλυσής μου. Αναφορές στα κοινωνικά δίκτυα είναι και ως εκεί. Όμως, ο αρθρογράφος διαπράττει το ολίσθημα να μπαίνει και στα χωράφια απαξίωσης της στάσης Τσίπρα στο πεδίο της γεωπολιτικής, αναφέροντας ότι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως πρωθυπουργός είχε εγκρίνει εκπροσωπώντας την Ελλάδα τις επιχειρήσεις της ΕΕ στο Σαχέλ. Γράφει συγκεκριμένα: «…ο τέως Έλληνας πρωθυπουργός, στην Άτυπη Σύνοδο των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, συμφωνούσε ότι το Σαχέλ αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Όχι μόνο εν γένει για την ΕΕ, αλλά και για κάθε ένα από τα κράτη μέλη της. Άρα και την Ελλάδα. Παρών επίσης στο Στρασβούργο, ενστερνίστηκε τα συμπεράσματα συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την έναρξη στρατιωτικό- αστυνομικής επιχειρησιακής λειτουργίας κοινής δύναμης σε αυτή τη πολύπαθη περιοχή που μαστίζεται από την πείνα και την τρομοκρατία...».

Αυτό που δεν γράφει είναι ότι τότε εμαίνετο ο πόλεμος στη Συρία, το προσφυγικό ήταν μεγάλο ζήτημα για την ΕΕ και φυσικά και την Ελλάδα. Καμιά σχέση δηλαδή δεν έχει η τότε στάση Τσίπρα για τις εξελίξεις στην Αφρική στη ζώνη του Σαχέλ, με τη σημερινή συμμετοχή της Ελλάδας σε επιχειρήσεις που δεν είναι παρεμβάσεις επί τη βάσει αποφάσεων της ΕΕ και για το συγκεκριμένο προσφυγικό ζήτημα, αλλά αφορούν την απόπειρα ανακατανομής ζωνών επιρροής από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, και εν προκειμένω ανακατανομής ζωνών επιρροής μεταξύ χωρών του δυτικού άξονα και σχετικά με την προσπάθεια της Γαλλίας να αντιδράσει στην αμερικανο-βρετανο-αυστραλιανή συμφωνία AUKUS, μέρος της οποίας είναι η ακύρωση παραγγελίας γαλλικών υποβρυχίων από την Αυστραλία. Διερωτώμαι: Δεν αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικώς άτοπο της σύγκρισης που κάνει ο αρθρογράφος; Ή το αντιλαμβάνεται και το αποσιωπά, απλά για να ασκηθεί πίεση στην αντιπολίτευση να υπερψηφίσει μια συμφωνία, την ελληνο-γαλλική, που εμπλέκει την Ελλάδα σε γεωπολιτικά ζητήματα τα οποία καθόλου δεν αφορούν σ’ αυτή; Δεν καταλαβαίνει ο αρθρογράφος, του οποίου τη γενική σοβαρότητα και εγκυρότητα ουδόλως αμφισβητώ, ότι αντιπατριωτικό εδώ είναι να διαστρέφονται δεδομένα συστατικά στοιχεία σε σοβαρά ζητήματα που αφορούν στα μεγάλα συμφέροντα της χώρας και, αντίθετα, απολύτως πατριωτική στάση είναι να εντοπίζεται ότι η Ελλάδα σύρεται σε λεόντεια σε βάρος της συμφωνία άσχετη με τα συμφέροντα της Ελλάδας στο Σαχέλ, που συνήφθη με ελαφρότητα κατά την εκτίμηση ακόμη και φιλικά διακείμενων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη παραγόντων (π.χ. Βενιζέλος), και μόνον επειδή οι επικίνδυνοι χειρισμοί του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του έχουν φέρει την Ελλάδα σε δυσχερή θέση έναντι της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί απεγνωσμένα να εμφανίσει μια επιτυχία για την καταστροφή που έχει προκαλέσει στα συμφέροντα της Ελλάδας; Και το κάνει αυτό ο πρωθυπουργός ακόμη κι αν τα κύρια συστατικά μέρη της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας όχι μόνο δεν ωφελούν τη χώρα μας μας, αλλά ταυτόχρονα καθόλου δεν συμβάλλουν στην ανάσχεση της βλάβης που εχει προκληθεί την τελευταία  διετία σε βάρος μας στα ελληνο-τουρκικά;

Η εξωτερική μας πολιτική και τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα δεν προσφέρονται για τόσο άστοχες και απρόσεκτες αναφορές!

Άλλωστε το άτοπο της αναφοράς του Δ. Παγαδάκη τεκμαίρεται και σ’ ένα άλλο επίπεδο: Δεν μπορεί ο ίδιος να μην έχει πει ούτε λέξη για την αποτυχία Μητσοτάκη-Δένδια να θεωρηθεί η Ελλάδα διάδικο ενδιαφερόμενο μέρος για να συμμετέχει στη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη που οργάνωσε η Γερμανία, αλλά αίφνης το Σαχέλ να είναι ζήτημα που αφορά σε ανάγκες υπηρέτησης του ελληνικού πατριωτισμού.

β. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στον επίσης φίλο Γ. Λακόπουλο, και σε άρθρο του στο «Ανοιχτό παράθυρο» εδώ: https://www.anoixtoparathyro.gr/%ce%b1%ce%bd-%ce%bf-%cf%84%cf%83%ce%af%cf%80%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd/?fbclid=IwAR05H6HWLHLz0Tl_SyLe3WlqM2qws8QY5kHv-vxhAy2nCrwV6fN9x_zkBOg

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρέπει να πει «όχι» στη συμφωνία, υποστηρίζει ο αρθρογράφος. Το στηρίζει (κατά το ουσιαστικό μερος της επιχειρηματολογίας του) στο ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεσμεύεται να στηρίζει τέτοιες συμφωνίες ως μέρος μια οιονεί κρατούσας αντίληψης της πλειοψηφίας των πολιτών για τα οπωσδήποτε εννούμενα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτό που δεν αναφέρει ο αρθρογράφος (που επικαλείται προς επίρρωση των λεγομένων του ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου όντας στην αντιπολίτευση υπερψήφιζε τις αμυντικές δαπάνες στον κρατικό προϋπολογισμό), είναι ότι οι τότε κρατικοί προϋπολογισμοί (όπως και όποιος άλλος μεταγενέστερος) ήταν εσωτερικές αποφάσεις του ελληνικού κράτους και του πολιτικού συστήματος που το αντιπροσώπευε, και όχι διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι τρίτων μερών (συγκεκριμένα της Γαλλίας).

Θα κλείσω με μια πολιτική αναφορά επί του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Θεωρώ ότι η συζήτηση περί πατριωτισμού σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και σε συνάρτηση με τα παραπάνω συγκεκριμένα ζητήματα, και όχι ως γενική ταυτοτική υπόθεση της ελληνικής αριστεράς, δεν προκλήθηκε, ούτε γίνεται τυχαία. Θεωρώ σκόπιμη και προσχεδιασμένη από πολιτικά κέντρα την προσπάθεια διασποράς τεχνηέντως δαιμονίων στο εσωτερικό της προοδευτικής παράταξης, με όχημα τη συζήτηση περί πατριωτισμού.

Φυσικά και υπάρχει «πατριωτικό έλλειμμα» στην αριστερά και ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά αυτό αφορά ένα απολύτως μειοψηφικό μέρος του χώρου και του κόμματος, που δρα με ακτιβιστικού τύπου πρακτικές και δεν αφορά τις επίσημες θέσεις των πολιτικών φορέων και του ευρύτερου χώρου της αριστεράς, που έχουν διαμορφωθεί με ορίζοντα την προοπτική ανάληψης των ευθυνών διακυβέρνησης της χώρας, άρα ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην ανάγκη κριτηρίων πατριωτισμού κατά τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής.

More in Εξωτερική Πολιτική
Comments