Ο Δεξιός λαϊκισμός και η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Ο Δεξιός λαϊκισμός και η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Ο λαϊκισμός είναι ένα από τα κύρια ζητήματα που αφορούν τις σύγχρονες δημοκρατίες. Άν και το φαινόμενο του λαϊκισμού τις περισσότερες φορές θεωρείται ως ένα σημαντικό εργαλείο για τα πολιτικά κόμματα και την πολυπόθητη ένταξη και περεταίρω συσπείρωση του εκλογικού τους ακροατηρίου, τις τελευταίες δεκαετίες αυτός τείνει να γίνει μια κατάσταση που αναδιαμορφώνει τις δημοκρατίες βίαια και αποκαθιστά πολιτικά φαινόμενα που ανήκανε στο παρελθόν.

Ο φασισμός, ο νεοναζισμός και γενικά η άνοδος των νέο-συντηρητικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη είναι προϊόντα του λαϊκισμού και εμφανίστηκαν μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να δώσουν λύσεις σε σύγχρονα προβλήματα και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ζητήματα που απασχολούσαν τις πλατιές μάζες.

Οι πολίτες πολλές φορές νιώθουν ότι βρίσκονται σε μια φάση αποξένωσης από το mainstream πολιτικό σύστημα και ο λαϊκισμός είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν να νιώσουν οικείοι με τα ζητήματα που τους αφορούν.

Ένα πιθανό ερώτημα που μπορεί να προκύψει από αυτήν τη διαδικασία εξέτασης του δεξιού λαϊκισμού είναι εάν όλοι οι λαϊκιστές αποτελούν απειλή.

Αν πάρουμε τον λαϊκισμό ως φαινόμενο και θέσουμε τη δημοκρατία σαν μια περιοχή κατά την οποία αναπτύσσεται, πρέπει να κάνουμε μια διαίρεση μεταξύ των λαϊκιστών ηγετών που μέσω της ρητορικής τους δίνουν πολιτικό και κοινωνικό χώρο σε αντιδημοκρατικά φαινόμενα, πολιτικούς που μέσω του λαϊκισμού θέλουν να επαναπροσδιορίσουν δομικά και αναχρονιστικά το πολιτικό σύστημα και την δημοκρατία συλλήβδην και τα πολιτικά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως μέθοδο πολιτικής ολοκλήρωσης και περαιτέρω μαζικής συμμετοχής και ενσωμάτωσης.

Βέβαια μια ανάλυση και των τριών χαρακτηριστικών που μπορεί να πάρει ο λαϊκισμός θα ήταν εξαιρετικά μακροσκελής και ίσως ανώφελη καθώς στο παρόν δοκίμιο θα εξεταστεί το κατα ποσό η λαϊκίστικη ρητορική ενός κόμματος και στην προκειμένη περίπτωση της ΝΔ μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση, την καθιέρωση και την ανάπτυξη αντιδημοκρατικών φαινομένων στην κοινωνία.

Σε αυτό το άρθρο θα αναλύσω γιατί ο δεξιός λαϊκισμός στην Ελλάδα καλλιέργησε την άνοδο της Ακροδεξιάς στη χώρα, μια βίαιη και δολοφονική Ακροδεξιά που εισήχθη στο μυαλό των ψηφοφόρων ως ηθική και καθαρή λύση για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που  ταλάνιζαν την ελληνική κοινωνία.

Ο λαϊκισμός της δεξιάς στην Ελλάδα οδήγησε την Ακροδεξιά σε μια ιδιότυπη πολιτική και εκλογική νομιμότητα μέσω της κοινοβουλευτικής συμμετοχής της και άλλων δραστηριοτήτων που θα αναλυθούν περαιτέρω σε λίγο.

Αρχικά ο λαϊκισμός πρέπει να λαμβάνει μια προοπτική χρόνου και χώρου, ο λαϊκισμός για παράδειγμα μπορεί να εναλλάσσεται από καιρό σε καιρό, αλλά πάντα προσαρμόζεται στα τρέχοντα ζητήματα που θεωρούνται σημαντικά για ένα ποσοστό πολιτών η για μια πολιτική δύναμη.

Ο λαϊκισμός δεν έχει μια μόνο εξήγηση και αυτό οφείλεται στην πολυπλοκότητα και την προσαρμοστικότητα του στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνίες και τις κοινωνικοπολιτικές τάσεις που αναπτύσονται εντός αυτών.

Οι Ακροδεξιές αφηγήσεις που κάνουν την εμφάνιση τους ανάλογα την λαϊκίστικη ζήτηση και η ρητορική που χρησιμοποιεί ο λαϊκισμός είναι προϊόντα αυτής της διαίρεσης του χώρου και του χρόνου.

Για παράδειγμα, η ρητορική κατά της μετανάστευσης που χρησιμοποιεί η Ακροδεξιά σήμερα στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο πριν από 40 χρόνια, ούτε θα είχε την ίδια απήχηση.

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός δεν είναι μια τυχαία παθογένεια των σύγχρονων δημοκρατιών μας, αλλά ένα φυσικό αποτέλεσμα εξαιτίας συγκεκριμένων συνθηκών που δημιουργούνται εντός των δημοκρατιών και με βάση αυτές τις συνθήκες, ο λαϊκισμός ευδοκιμεί.

Σύμφωνα με τον Μούλλερ o λαϊκισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως η καθαρή έκφραση του λαού έναντι των ελίτ ή οποιουδήποτε άλλου εχθρού που τίθεται από τους λαϊκιστές, βάσει αυτής της προοπτικής του χρόνου και του χώρου, είναι η πολιτική ένταξη των γνήσιων ανθρώπων κάτω από ένα κόμμα έναντι των ανθρώπων που συχνά χαρακτηρίζονται ως εχθροί του έθνους ή εχθροί της κοινωνίας και ανήκουν σε διαφορετικό κόμμα ή πολιτικό think tank.

Με άλλα λόγια ο λαϊκισμός είναι ο κύριος εκπρόσωπος του διλήμματος «εμείς και αυτοί» .

Ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν ο λαϊκισμός είναι ένα ιδεολογικό φαινόμενο ή μια διέξοδος για την επίτευξη ορισμένων πολιτικών στόχων.

Είναι ένας τρόπος άσκησης της εξουσίας και διατήρησης της ή ένας «τρόπος κυριαρχίας» για τα μελλοντικά κόμματα εξουσίας που χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως μέσο πολιτικής ολοκλήρωσης;

Είναι ο λαϊκισμός ένα δείγμα πολιτικού πολιτισμού, μια πολιτική συνήθεια ή ένα σποραδικό φαινόμενο ;

Θα αναλύσω τώρα το ερώτημα που τίθεται: Γιατί ο λαϊκισμός της δεξιάς, ήταν ο δρόμος για την κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Αρχικά, το δεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν πάντα ο κύριος πολιτικός εκπρόσωπος των παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 και την πτώση της Χούντας.

Μετά από μια σειρά πολιτικών γεγονότων και την οικονομική και πολιτική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το 2009 έως το 2015, τα πολιτικά κόμματα υιοθέτησαν μια νέα φόρμουλα πολιτικής κοινωνικοποίησης, η οποία συμπεριέλαβε τον λαϊκισμό ως τον κύριο δρόμο τους για την αποκατάσταση των σχέσεων τους με μια κοινωνία τραυματισμένη, παραμελημένη, στο χείλος της απελπισίας και της αποπολιτικοποίησης.

Για να εξετάσουμε πώς το κόμμα της ΝΔ χρησιμοποίησε τον λαϊκισμό ως τρόπο πολιτικής ενσωμάτωσης, πρέπει πρώτα να δούμε τον ηγέτη του κόμματος κατά τη διάρκεια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης.

Ο αρχηγός του κόμματος που προέκυψε μετά την ήττα της ΝΔ το 2009 στις εθνικές εκλογές ήταν ο Αντώνης Σαμαράς πολιτικός με εθνικιστικό παρελθόν κυρίως κατά το καυτό θέμα της ΠΓΔΜ και την ονοματολογική της διαμάχη με την Ελλάδα.

Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν γνωστός στα πεδία του λεγόμενου δεξιού πατριωτικού χώρου και για αυτόν τον λόγο συγκέντρωσε πολλές ψήφους ακόμη και ακροδεξιών ψηφοφόρων ενώ παίζοντας με τον λαϊκισμό ειδικότερα κατά το πρώτο μνημόνιο έδωσε μια αντισυστημική εμφάνιση στο κόμμα του για ορισμένο χρονικό διάστημα συγκεντρώνοντας γύρω του και την μαζική ψήφο κατά του μνημονίου.

Αυτό άλλαξε το 2011 όταν η κυβέρνηση συνασπισμού των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ ψήφισε νέο μνημόνιο και επέλεξε έναν πρώην τεχνοκράτη τον Λουκά Παπαδήμο ως νέο πρωθυπουργό που θα οδηγούσε την χώρα σε νέες εκλογές και θα εφάρμοζε όλες τις δανειακές δεσμεύσεις.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ακροδεξιό κόμμα του ΛΑΟΣ βρισκόταν ξαφνικά μέσα σε μια κυβερνητική δομή και το κόμμα που κάποτε θεωρούνταν ακραίο για το ελληνικό πολιτικό περιβάλλον, σχημάτιζε μια κυβέρνηση με δύο μεγάλους mainstream πολιτικούς παράγοντες.

Αρχικά, το ΛΑΟΣ, είχε ακραίες θέσεις λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική για την μετανάστευση, ξενοφοβικές και νεοσυντηρητικές απόψεις και ήταν αντίθετο με το δόγμα της παγκόσμιας τάξης όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η πολιτική του ατζέντα βασίστηκε σε θεωρίες συνωμοσίας και τη συνέχιση της ελληνικής χριστιανικής παράδοσης, επίσης η επίσημη ιδεολογία του κόμματος ήταν ο εθνικισμός με αναφορές στην ίδρυση της Χούντας, ενώ ο σκεπτικισμός για το ευρώ ήταν επίσης ένα κύριο πολιτικό χαρακτηριστικό του κόμματος.

Επιπλέον, ο αντισημιτισμός και ο αντι-αμερικανισμός ήταν βασικές πολιτικές θέσεις σε συγχρονισμό με μια φίλο-ρωσική στάση.


Ως αποτέλεσμα του δεύτερου μνημονίου και της κυβέρνησης συνασπισμού, το ΛΑΟΣ έγινε ένα κανονικό συστημικό κόμμα και με αυτήν τη νέα πολιτική ομαλότητα, το πρόσωπο της Ακροδεξιάς έλαβε την μορφή της νομιμότητας που αποζητούσε, έτσι Ακροδεξιά επιχειρήματα και αντι-μεταναστευτικές θεωρίες ήταν τώρα μέσα στο mainstream πολιτικό διάλογο και άρα ανάμεσα στην κοινωνική σκέψη.

Επιπλέον, πρώην βουλευτές του ΛΑΟΣ που πήγαν ενάντια στη γραμμή του κόμματος αργότερα εντάχθηκαν στο κόμμα της ΝΔ, ενώ μετά την ήττα του ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2012 ακολούθησαν περισσότερα μέλη.

Έτσι, αυτό που ήταν απόλυτα εμφανές ήταν η ιδεολογική ομοιότητα μεταξύ του κόμματος της ΝΔ και του ΛΑΟΣ κάτι που έδωσε μια νόμιμη κάλυψη στις ακροδεξιές ιδέες και προώθησε την πρόσκληση  σε οποιονδήποτε ψηφοφόρο του ΛΑΟΣ ήθελε να συμμετάσχει  εκλογικά  στο κόμμα της ΝΔ.

Μετά την ψήφιση του δεύτερου μνημονίου και τις εκλογές του Ιουνίου 2012 το ΛΑΟΣ κατέρρευσε και οι ψηφοφόροι του χωρίστηκαν μεταξύ του κόμματος της ΝΔ και της Χρυσής Αυγής που εισήλθε στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά.

Πριν από αυτό το κόμμα της ΧΑ ήταν ορατό μόνο στους δρόμους ως ομάδα πολιτοφυλακών με ελάχιστα μέλη που κατα κύριο λόγο ασπάζονταν τον νεοναζισμό και τον εθνικισμό.

Αν και η Χρυσή Αυγή έχει ένα νεοναζιστικό παρελθόν και η ιδεολογία του κόμματος είναι πανομοιότυπη με όλα τα άλλα κόμματα των νεοναζί ανά τον κόσμο, η ηγεσία αρνήθηκε τον ναζισμό ως επίσημη αρχή του κόμματος και έθεσε τον εθνικισμό ως καθολική ιδεολογία.

Μετά τη νίκη στις εκλογές του 2012, ο Α. Σαμαράς είδε τη Χρυσή Αυγή να μπαίνει στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά και να κάθεται στα δεξιά του κόμματος του με γνώμονα πάντα τον πολιτικό χάρτη.

Η Χρυσή Αυγή αγκάλιασε όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε ένα Ακροδεξιό εκλογικό ακροατήριο, όπως η απέλαση των παράνομων μεταναστών και η ασφάλεια στους δρόμους της Αθήνας, η επιστροφή της Ελλάδας στους Έλληνες και η τιμωρία των πολιτικών ενόχων για την κρίση που λάμβανε χώρα.

Μετά την εφαρμογή του δεύτερου μνημονίου και τις κακές επιδόσεις στην οικονομία, η κυβέρνηση της ΝΔ έπρεπε να βρει μια εναλλακτική λύση για να ενεργοποιήσει εκ νέου την κοινή γνώμη και να αλλάξει την πολιτική ατζέντα, κάτι που επιτεύχθηκε μέσω του ακραίου λαϊκισμού στο φάσμα της μετανάστευσης.

Το ήδη καυτό θέμα της μετανάστευσης στην Ελλάδα αφορούσε μια μεγάλη μερίδα πολιτών κυρίως εκείνων που ζούσαν στην Αθήνα και ένιωθαν ότι η πόλη τους χάνεται από τις μεταναστευτικές ροές.

Η Χρυσή Αυγή άσκησε πολιτική πίεση στη ΝΔ και για αυτόν τον λόγο η πολιτική της κυβέρνησης πήρε ακόμα πιο συντηρητική ροπή, υιοθετώντας Ακροδεξιά επιχειρήματα όσον αφορά το πρόβλημα της μετανάστευσης ο πρωθυπουργός Σαμαράς ίδρυσε τον Ξένιο Δία ως μέτρο για την καταπολέμηση της στο κέντρο της Αθήνας.

Ταυτόχρονα οι δεσμοί μεταξύ της Χρυσής Αυγής και των αστυνομικών δυνάμεων οδήγησε σε κοινές επιχειρήσεις εναντίον των μεταναστών.

Έτσι, αυτή η άτυπη σχέση μεταξύ του κράτους και των μελών της ΧΑ δημιούργησε μια διασυνδεδεμένη συμμαχία μεταξύ της δεξιάς πολιτικής ταυτότητας και των ακροδεξιών πρακτικών της Χρυσής Αυγής στους δρόμους της Αθήνας.

Ως αποτέλεσμα, ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς εργαλειοποίησε το αυξανόμενο αντι-μεταναστευτικό συναίσθημα του ακροδεξιού εκλογικού ακροατήριου του εφαρμόζοντας τον Ξένιο Δία ενώ διατηρώντας μια ξεκάθαρα λαϊκιστική ρητορική προσπάθησε να επηρεάσει τα εκλογικά αποτελέσματα της Χρυσής Αυγής και να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους από αυτή, ταυτόχρονα ήταν και μια επίσημη επαναπροσέγγιση με ένα ακροατήριο που είχε χάσει η ΝΔ στα χρόνια της κρίσης.

Το δόγμα του νόμου και της τάξης που ακολούθησε η δεξιά κυβέρνηση της ΝΔ έδωσε ξαφνικά στη Χρυσή Αυγή έναν νόμιμο ρόλο στο πολίτικο σκηνικό παρά την ακραία και νεοναζιστική της ρητορική.

Συνοπτικά, το κράτος και το κόμμα των νεοναζί λειτουργούσαν μαζί εκφράζοντας τις ίδιες πολιτικές και κοινωνικές απόψεις, έτσι η ΧΑ έβγαλε το μανδύα του νεοναζισμού και υιοθέτησε μια πιο συντηρητική εθνοκεντρική ατζέντα με αναφορές στον εθνικισμό και την καταπολέμηση της μετανάστευσης ως πρωταρχικό πολιτικό στόχο.

Οι βίαιες δραστηριότητες του κόμματος κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ξένιος Δίας όχι μόνο έδωσαν στο κόμμα τα επίσημα αντι-μεταναστευτικά δικαιώματα, αλλά κατάφεραν και να εδραιώσουν στο μυαλό των πολιτών ότι η Χρυσή Αυγή έκανε τη δουλειά καλύτερα από την κυβέρνηση της ΝΔ εκείνη την εποχή.

Σε συγχρονισμό με το ήδη  έφορο πεδίο της ξενοφοβίας, η ΧΑ έλαβε επίσης μεγάλη φήμη μέσω των media, καθώς η αρνητική δημοσιότητα που πήρε κατά την περίοδο του 2012 είχε πράγματι δώσει στο κόμμα την τέλεια αντι-συστημική εμφάνιση.

Βέβαια η αρνητική δημοσιότητα είχε πρωτίστως συνοδευτεί από ένα διθύραμβο για τον βιτζιλαντισμό της ΧΑ σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, τα ρεπορτάζ όπου μέλη της  παρείχανε βοήθεια σε ηλικιωμένους, αφιερώματα για την ζωή βασικών στελεχών της και η θετική προβολή του κόμματος το πρώτο διάστημα κατάφεραν να το εισάγουν στα σπίτια όλων των Ελλήνων πολιτών.

Τα μέσα ενημέρωσης αφού πρώτα προώθησαν το κόμμα της ΧΑ έπειτα κατάφεραν μέσω της μιντιακής περιθωριοποίησης του να το αναγάγουν σε αντισυστημικό γίγαντα.

Ταυτόχρονα, δεν ήταν μόνο οι μυστικοί σύνδεσμοι της αστυνομίας με τη ΧΑ κατα την συνεργασία τους ενάντια στους μετανάστες που δίναν στην ΧΑ την πολιτική εγκυρότητα που αποζητούσε αλλά και διάφορες φράσεις από αξιωματούχους όπως ο υπουργός Δημόσιας Τάξης τότε που δήλωνε : Πρέπει να πάρουμε πίσω τις πόλεις μας ή φράσεις όπως εισβολή και λαθρομετανάστες αποτέλεσαν ένα κοινό πολιτικό λεξιλόγιο μεταξύ του κυβερνητικού κόμματος της ΝΔ και του Ακροδεξιού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.

Λαμβάνοντας υπόψη όλους αυτούς τους παράγοντες και τα παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να εξάγουμε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τη σχέση του δεξιού λαϊκισμού και της Ακροδεξιάς πολιτικής νομιμότητας που προκύπτει από αυτόν στην ελληνική κοινωνία.

Αρχικά, ο δρόμος προς τη νομιμότητα της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα άνοιξε από την κυβέρνηση συνασπισμού του 2011, όταν το ΛΑΟΣ ένα ακροδεξιό κόμμα τότε μετατράπηκε σε μια πολιτικά υπεύθυνη δύναμη εφαρμόζοντας όλα τα κυβερνητικά δόγματα που μερικά χρόνια πριν κριτίκαρε.

Ξαφνικά η αντι-μετανάστευτική ρητορική και οι Ακροδεξιές ιδέες έγιναν φυσιολογικές για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων καθώς οι εκπρόσωποι τους βρίσκονταν πλέον σε ένα κυβερνητικό σχήμα.

Δεύτερον, μετά τα ανεπιτυχή αποτελέσματα στην οικονομία και την κρίση που επέμενε, το κυβερνητικό σχήμα της ΝΔ προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αποδιοπομπαίο τράγο προκειμένου να αναδιαμορφώνει την πολιτική ατζέντα εκείνη την εποχή.

Η ρητορική κατά της μετανάστευσης που μετατράπηκε αργότερα σε ένα ακραίο κυνήγι μαγισσών για τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας, άνοιξε το δρόμο για πιο ακραίες ενέργειες από το κόμμα της Χρυσής Αυγής που πλέον με το μανδύα της νομιμότητας και της ειδικής ανάγκης δρούσε ανεξέλεγκτα.

Η ΧΑ εκμεταλλεύτηκε αυτό το γόνιμο έδαφος για να διαδώσει περισσότερα ξενοφοβικά και αντι-μεταναστευτικά μηνύματα και κατά συνέπεια ο διάλογος για τη μετανάστευση μπόρεσε να κατηγοριοποιηθεί σε μια αλυσίδα προσφοράς - ζήτησης.

Η ζήτηση δόθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ, με κυβερνητικούς αξιωματούχους να μιλούν με υποτιμητικά λόγια για τους μετανάστες, στοχοποιώντας τους και καθιστώντας τους τα εξιλαστήρια θύματα για την ελληνική οικονομική και κοινωνική κρίση.

Αυτή η ιδιόμορφη τρομοκρατία από μεριάς κυβέρνησης πέρασε σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών οι οποίοι στα πρόσωπα των μεταναστών βλέπανε τον κύριο εχθρό και συν-υπαίτιο για την βαθιά κρίση που μάστιζε την χώρα.

Αυτός ο κοινωνικός αυτοματισμός δημιούργησε την εντύπωση πως ακόμα και αν δεν υπήρχε η Χρυσή Αυγή,  έπρεπε να δημιουργηθεί.

Όσον αφορά την προσφορά, το κόμμα του ΧΑ εφοδίασε την κοινωνία με μίσος για τους μετανάστες, αυτό το είδος εθνικιστικής ριζοσπαστικής επαγρύπνησης ήταν τώρα αποδεκτό και το κόμμα της ΧΑ  ακολουθούσε την κυβερνητική φόρμουλα βήμα προς βήμα.

Ήταν μια ανεπίσημη συναίνεση μεταξύ του δεξιού λαϊκισμού και των Ακροδεξιών  νεοναζιστικών πρακτικών.

Ομοίως, πολλές φορές οι ψηφοφόροι δεν ενεργούν πρωτίστως ως αυτόνομα όντα, αλλά είναι προϊόντα πίεσης και πολιτικού εξαναγκασμού μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία επομένως επηρεάζονται στο βαθμό που η κοινωνία στρέφει ορισμένα ερεθίσματα προς αυτούς, ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα αποτελούν μέσα για την πολιτική εκμετάλλευση των ψηφοφόρων.

Συνδέοντας τη θεωρία μου με τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εάν οι άνθρωποι είναι μέρος μιας οργανωμένης κοινωνίας και αν αυτή η κοινωνία οργανώνεται από μια πολιτική εξουσία (κυβέρνηση) τότε οι πολίτες λαμβάνουν το εκάστοτε πολιτικό ερέθισμα - μήνυμα που αργότερα λειτουργεί ως κίνητρο για την εκλογική τους συμπεριφορά, έτσι η κοινή γνώμη χειραγωγείται.

Η περίπτωση της Ακροδεξιάς ανόδου στην Ελλάδα είναι ένα περίπλοκο θέμα που περιστρέφεται γύρω από τον λαϊκισμό και τις κύριες πολιτικές αφηγήσεις που κυριάρχησαν στην ελληνική πολιτική σφαίρα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Η άνοδος της ΧΑ βασίστηκε κυρίως σε ένα πολιτικό και κοινωνικό κλίμα που η οικονομική κρίση μαζί με τη λαϊκιστική φόρμουλα που ακολούθησε το κόμμα της ΝΔ δημιούργησαν εκείνες τις συνθήκες όπου η Ακροδεξιά ιδεολογία άκμασε και απέκτησε δύναμη.

Η νομιμότητα της Ακροδεξιάς σε πρωταρχικό στάδιο ήρθε με την ομαλοποίηση και την ένταξη ενός μετριοπαθούς Ακροδεξιού κόμματος (ΛΑΟΣ) σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό και αργότερα με την κανονικοποίηση της ΧΑ μέσα από το κοινοβούλιο και τις δράσεις της οι οποίες για μεγάλο διάστημα δεν εμποδίζονταν και δρούσαν ταυτόχρονα με τον κρατικό μηχανισμό.

Ο σύγχρονος ακροδεξιός λαϊκισμός στην Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα του πολιτικού αδιεξόδου της δεξιάς παράταξης την περίοδο της οικονομικής κρίσης και οι θεσμικοί φορείς του αποτελούν τα γνήσια τέκνα της πρώτης μπαναλοποίησης της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα που έλαβε χώρα με το κυβερνητικό σχήμα ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΛΑΟΣ.

Αυτό το είδος λαϊκισμού δεν πρέπει να εξεταστεί ως μονοδιάστατο ζήτημα, αλλά ως φαινόμενο που συνεχώς εναλλάσσεται και υιοθετεί νέα πολιτικά χαρακτηριστικά και σημεία αναφοράς.

Η σύγχρονη μορφή του δεξιού λαϊκισμού που εκφράζεται εκ νέου από το κόμμα της ΝΔ δείχνει πως το φαινόμενο έχει εδραιωθεί για τα καλά στις τάξεις της παράταξης ενώ οι πολιτικοί πομποί του είτε παραμένουν οι ίδιοι με το 2012 είτε μέσα σε αυτούς προστίθενται συνεχώς καινούργιοι οι οποίοι δίνουν την αίσθηση μιας νέας νέο συντηρητικής νομενκλατούρας εντός του κόμματος που αντικαθιστά το ισοπεδωμένο εκλογικά κόμμα της Χρυσής Αυγής καταλαμβάνοντας έτσι μεγάλο πολιτικό χώρο στο εκλογικό Ακροδεξιό φάσμα.

Εν τελεί, καθώς οι ιδεολογικές αφηγήσεις της Ακροδεξιάς γίνονται ολοένα και πιο αποδέκτες στις σύγχρονες κοινωνίες και η αυτή έχει δεσμούς με τον κρατικό μηχανισμό, ο εκφασισμός της κοινωνίας θα αποτελεί πάντα απειλή για τη δημοκρατία.

More in Κοινωνία
Comments
Ο Δεξιός λαϊκισμός και η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Ο Δεξιός λαϊκισμός και η κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Ο λαϊκισμός είναι ένα από τα κύρια ζητήματα που αφορούν τις σύγχρονες δημοκρατίες. Άν και το φαινόμενο του λαϊκισμού τις περισσότερες φορές θεωρείται ως ένα σημαντικό εργαλείο για τα πολιτικά κόμματα και την πολυπόθητη ένταξη και περεταίρω συσπείρωση του εκλογικού τους ακροατηρίου, τις τελευταίες δεκαετίες αυτός τείνει να γίνει μια κατάσταση που αναδιαμορφώνει τις δημοκρατίες βίαια και αποκαθιστά πολιτικά φαινόμενα που ανήκανε στο παρελθόν.

Ο φασισμός, ο νεοναζισμός και γενικά η άνοδος των νέο-συντηρητικών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη είναι προϊόντα του λαϊκισμού και εμφανίστηκαν μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων να δώσουν λύσεις σε σύγχρονα προβλήματα και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά ζητήματα που απασχολούσαν τις πλατιές μάζες.

Οι πολίτες πολλές φορές νιώθουν ότι βρίσκονται σε μια φάση αποξένωσης από το mainstream πολιτικό σύστημα και ο λαϊκισμός είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν να νιώσουν οικείοι με τα ζητήματα που τους αφορούν.

Ένα πιθανό ερώτημα που μπορεί να προκύψει από αυτήν τη διαδικασία εξέτασης του δεξιού λαϊκισμού είναι εάν όλοι οι λαϊκιστές αποτελούν απειλή.

Αν πάρουμε τον λαϊκισμό ως φαινόμενο και θέσουμε τη δημοκρατία σαν μια περιοχή κατά την οποία αναπτύσσεται, πρέπει να κάνουμε μια διαίρεση μεταξύ των λαϊκιστών ηγετών που μέσω της ρητορικής τους δίνουν πολιτικό και κοινωνικό χώρο σε αντιδημοκρατικά φαινόμενα, πολιτικούς που μέσω του λαϊκισμού θέλουν να επαναπροσδιορίσουν δομικά και αναχρονιστικά το πολιτικό σύστημα και την δημοκρατία συλλήβδην και τα πολιτικά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως μέθοδο πολιτικής ολοκλήρωσης και περαιτέρω μαζικής συμμετοχής και ενσωμάτωσης.

Βέβαια μια ανάλυση και των τριών χαρακτηριστικών που μπορεί να πάρει ο λαϊκισμός θα ήταν εξαιρετικά μακροσκελής και ίσως ανώφελη καθώς στο παρόν δοκίμιο θα εξεταστεί το κατα ποσό η λαϊκίστικη ρητορική ενός κόμματος και στην προκειμένη περίπτωση της ΝΔ μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση, την καθιέρωση και την ανάπτυξη αντιδημοκρατικών φαινομένων στην κοινωνία.

Σε αυτό το άρθρο θα αναλύσω γιατί ο δεξιός λαϊκισμός στην Ελλάδα καλλιέργησε την άνοδο της Ακροδεξιάς στη χώρα, μια βίαιη και δολοφονική Ακροδεξιά που εισήχθη στο μυαλό των ψηφοφόρων ως ηθική και καθαρή λύση για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που  ταλάνιζαν την ελληνική κοινωνία.

Ο λαϊκισμός της δεξιάς στην Ελλάδα οδήγησε την Ακροδεξιά σε μια ιδιότυπη πολιτική και εκλογική νομιμότητα μέσω της κοινοβουλευτικής συμμετοχής της και άλλων δραστηριοτήτων που θα αναλυθούν περαιτέρω σε λίγο.

Αρχικά ο λαϊκισμός πρέπει να λαμβάνει μια προοπτική χρόνου και χώρου, ο λαϊκισμός για παράδειγμα μπορεί να εναλλάσσεται από καιρό σε καιρό, αλλά πάντα προσαρμόζεται στα τρέχοντα ζητήματα που θεωρούνται σημαντικά για ένα ποσοστό πολιτών η για μια πολιτική δύναμη.

Ο λαϊκισμός δεν έχει μια μόνο εξήγηση και αυτό οφείλεται στην πολυπλοκότητα και την προσαρμοστικότητα του στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνίες και τις κοινωνικοπολιτικές τάσεις που αναπτύσονται εντός αυτών.

Οι Ακροδεξιές αφηγήσεις που κάνουν την εμφάνιση τους ανάλογα την λαϊκίστικη ζήτηση και η ρητορική που χρησιμοποιεί ο λαϊκισμός είναι προϊόντα αυτής της διαίρεσης του χώρου και του χρόνου.

Για παράδειγμα, η ρητορική κατά της μετανάστευσης που χρησιμοποιεί η Ακροδεξιά σήμερα στην Ευρώπη δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο πριν από 40 χρόνια, ούτε θα είχε την ίδια απήχηση.

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός δεν είναι μια τυχαία παθογένεια των σύγχρονων δημοκρατιών μας, αλλά ένα φυσικό αποτέλεσμα εξαιτίας συγκεκριμένων συνθηκών που δημιουργούνται εντός των δημοκρατιών και με βάση αυτές τις συνθήκες, ο λαϊκισμός ευδοκιμεί.

Σύμφωνα με τον Μούλλερ o λαϊκισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως η καθαρή έκφραση του λαού έναντι των ελίτ ή οποιουδήποτε άλλου εχθρού που τίθεται από τους λαϊκιστές, βάσει αυτής της προοπτικής του χρόνου και του χώρου, είναι η πολιτική ένταξη των γνήσιων ανθρώπων κάτω από ένα κόμμα έναντι των ανθρώπων που συχνά χαρακτηρίζονται ως εχθροί του έθνους ή εχθροί της κοινωνίας και ανήκουν σε διαφορετικό κόμμα ή πολιτικό think tank.

Με άλλα λόγια ο λαϊκισμός είναι ο κύριος εκπρόσωπος του διλήμματος «εμείς και αυτοί» .

Ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι εάν ο λαϊκισμός είναι ένα ιδεολογικό φαινόμενο ή μια διέξοδος για την επίτευξη ορισμένων πολιτικών στόχων.

Είναι ένας τρόπος άσκησης της εξουσίας και διατήρησης της ή ένας «τρόπος κυριαρχίας» για τα μελλοντικά κόμματα εξουσίας που χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως μέσο πολιτικής ολοκλήρωσης;

Είναι ο λαϊκισμός ένα δείγμα πολιτικού πολιτισμού, μια πολιτική συνήθεια ή ένα σποραδικό φαινόμενο ;

Θα αναλύσω τώρα το ερώτημα που τίθεται: Γιατί ο λαϊκισμός της δεξιάς, ήταν ο δρόμος για την κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα.

Αρχικά, το δεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν πάντα ο κύριος πολιτικός εκπρόσωπος των παραδοσιακών δεξιών ψηφοφόρων μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 και την πτώση της Χούντας.

Μετά από μια σειρά πολιτικών γεγονότων και την οικονομική και πολιτική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το 2009 έως το 2015, τα πολιτικά κόμματα υιοθέτησαν μια νέα φόρμουλα πολιτικής κοινωνικοποίησης, η οποία συμπεριέλαβε τον λαϊκισμό ως τον κύριο δρόμο τους για την αποκατάσταση των σχέσεων τους με μια κοινωνία τραυματισμένη, παραμελημένη, στο χείλος της απελπισίας και της αποπολιτικοποίησης.

Για να εξετάσουμε πώς το κόμμα της ΝΔ χρησιμοποίησε τον λαϊκισμό ως τρόπο πολιτικής ενσωμάτωσης, πρέπει πρώτα να δούμε τον ηγέτη του κόμματος κατά τη διάρκεια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης.

Ο αρχηγός του κόμματος που προέκυψε μετά την ήττα της ΝΔ το 2009 στις εθνικές εκλογές ήταν ο Αντώνης Σαμαράς πολιτικός με εθνικιστικό παρελθόν κυρίως κατά το καυτό θέμα της ΠΓΔΜ και την ονοματολογική της διαμάχη με την Ελλάδα.

Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν γνωστός στα πεδία του λεγόμενου δεξιού πατριωτικού χώρου και για αυτόν τον λόγο συγκέντρωσε πολλές ψήφους ακόμη και ακροδεξιών ψηφοφόρων ενώ παίζοντας με τον λαϊκισμό ειδικότερα κατά το πρώτο μνημόνιο έδωσε μια αντισυστημική εμφάνιση στο κόμμα του για ορισμένο χρονικό διάστημα συγκεντρώνοντας γύρω του και την μαζική ψήφο κατά του μνημονίου.

Αυτό άλλαξε το 2011 όταν η κυβέρνηση συνασπισμού των ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ ψήφισε νέο μνημόνιο και επέλεξε έναν πρώην τεχνοκράτη τον Λουκά Παπαδήμο ως νέο πρωθυπουργό που θα οδηγούσε την χώρα σε νέες εκλογές και θα εφάρμοζε όλες τις δανειακές δεσμεύσεις.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ακροδεξιό κόμμα του ΛΑΟΣ βρισκόταν ξαφνικά μέσα σε μια κυβερνητική δομή και το κόμμα που κάποτε θεωρούνταν ακραίο για το ελληνικό πολιτικό περιβάλλον, σχημάτιζε μια κυβέρνηση με δύο μεγάλους mainstream πολιτικούς παράγοντες.

Αρχικά, το ΛΑΟΣ, είχε ακραίες θέσεις λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική για την μετανάστευση, ξενοφοβικές και νεοσυντηρητικές απόψεις και ήταν αντίθετο με το δόγμα της παγκόσμιας τάξης όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η πολιτική του ατζέντα βασίστηκε σε θεωρίες συνωμοσίας και τη συνέχιση της ελληνικής χριστιανικής παράδοσης, επίσης η επίσημη ιδεολογία του κόμματος ήταν ο εθνικισμός με αναφορές στην ίδρυση της Χούντας, ενώ ο σκεπτικισμός για το ευρώ ήταν επίσης ένα κύριο πολιτικό χαρακτηριστικό του κόμματος.

Επιπλέον, ο αντισημιτισμός και ο αντι-αμερικανισμός ήταν βασικές πολιτικές θέσεις σε συγχρονισμό με μια φίλο-ρωσική στάση.


Ως αποτέλεσμα του δεύτερου μνημονίου και της κυβέρνησης συνασπισμού, το ΛΑΟΣ έγινε ένα κανονικό συστημικό κόμμα και με αυτήν τη νέα πολιτική ομαλότητα, το πρόσωπο της Ακροδεξιάς έλαβε την μορφή της νομιμότητας που αποζητούσε, έτσι Ακροδεξιά επιχειρήματα και αντι-μεταναστευτικές θεωρίες ήταν τώρα μέσα στο mainstream πολιτικό διάλογο και άρα ανάμεσα στην κοινωνική σκέψη.

Επιπλέον, πρώην βουλευτές του ΛΑΟΣ που πήγαν ενάντια στη γραμμή του κόμματος αργότερα εντάχθηκαν στο κόμμα της ΝΔ, ενώ μετά την ήττα του ΛΑΟΣ στις εκλογές του 2012 ακολούθησαν περισσότερα μέλη.

Έτσι, αυτό που ήταν απόλυτα εμφανές ήταν η ιδεολογική ομοιότητα μεταξύ του κόμματος της ΝΔ και του ΛΑΟΣ κάτι που έδωσε μια νόμιμη κάλυψη στις ακροδεξιές ιδέες και προώθησε την πρόσκληση  σε οποιονδήποτε ψηφοφόρο του ΛΑΟΣ ήθελε να συμμετάσχει  εκλογικά  στο κόμμα της ΝΔ.

Μετά την ψήφιση του δεύτερου μνημονίου και τις εκλογές του Ιουνίου 2012 το ΛΑΟΣ κατέρρευσε και οι ψηφοφόροι του χωρίστηκαν μεταξύ του κόμματος της ΝΔ και της Χρυσής Αυγής που εισήλθε στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά.

Πριν από αυτό το κόμμα της ΧΑ ήταν ορατό μόνο στους δρόμους ως ομάδα πολιτοφυλακών με ελάχιστα μέλη που κατα κύριο λόγο ασπάζονταν τον νεοναζισμό και τον εθνικισμό.

Αν και η Χρυσή Αυγή έχει ένα νεοναζιστικό παρελθόν και η ιδεολογία του κόμματος είναι πανομοιότυπη με όλα τα άλλα κόμματα των νεοναζί ανά τον κόσμο, η ηγεσία αρνήθηκε τον ναζισμό ως επίσημη αρχή του κόμματος και έθεσε τον εθνικισμό ως καθολική ιδεολογία.

Μετά τη νίκη στις εκλογές του 2012, ο Α. Σαμαράς είδε τη Χρυσή Αυγή να μπαίνει στο κοινοβούλιο για πρώτη φορά και να κάθεται στα δεξιά του κόμματος του με γνώμονα πάντα τον πολιτικό χάρτη.

Η Χρυσή Αυγή αγκάλιασε όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε ένα Ακροδεξιό εκλογικό ακροατήριο, όπως η απέλαση των παράνομων μεταναστών και η ασφάλεια στους δρόμους της Αθήνας, η επιστροφή της Ελλάδας στους Έλληνες και η τιμωρία των πολιτικών ενόχων για την κρίση που λάμβανε χώρα.

Μετά την εφαρμογή του δεύτερου μνημονίου και τις κακές επιδόσεις στην οικονομία, η κυβέρνηση της ΝΔ έπρεπε να βρει μια εναλλακτική λύση για να ενεργοποιήσει εκ νέου την κοινή γνώμη και να αλλάξει την πολιτική ατζέντα, κάτι που επιτεύχθηκε μέσω του ακραίου λαϊκισμού στο φάσμα της μετανάστευσης.

Το ήδη καυτό θέμα της μετανάστευσης στην Ελλάδα αφορούσε μια μεγάλη μερίδα πολιτών κυρίως εκείνων που ζούσαν στην Αθήνα και ένιωθαν ότι η πόλη τους χάνεται από τις μεταναστευτικές ροές.

Η Χρυσή Αυγή άσκησε πολιτική πίεση στη ΝΔ και για αυτόν τον λόγο η πολιτική της κυβέρνησης πήρε ακόμα πιο συντηρητική ροπή, υιοθετώντας Ακροδεξιά επιχειρήματα όσον αφορά το πρόβλημα της μετανάστευσης ο πρωθυπουργός Σαμαράς ίδρυσε τον Ξένιο Δία ως μέτρο για την καταπολέμηση της στο κέντρο της Αθήνας.

Ταυτόχρονα οι δεσμοί μεταξύ της Χρυσής Αυγής και των αστυνομικών δυνάμεων οδήγησε σε κοινές επιχειρήσεις εναντίον των μεταναστών.

Έτσι, αυτή η άτυπη σχέση μεταξύ του κράτους και των μελών της ΧΑ δημιούργησε μια διασυνδεδεμένη συμμαχία μεταξύ της δεξιάς πολιτικής ταυτότητας και των ακροδεξιών πρακτικών της Χρυσής Αυγής στους δρόμους της Αθήνας.

Ως αποτέλεσμα, ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς εργαλειοποίησε το αυξανόμενο αντι-μεταναστευτικό συναίσθημα του ακροδεξιού εκλογικού ακροατήριου του εφαρμόζοντας τον Ξένιο Δία ενώ διατηρώντας μια ξεκάθαρα λαϊκιστική ρητορική προσπάθησε να επηρεάσει τα εκλογικά αποτελέσματα της Χρυσής Αυγής και να πάρει όσο το δυνατόν περισσότερους ψηφοφόρους από αυτή, ταυτόχρονα ήταν και μια επίσημη επαναπροσέγγιση με ένα ακροατήριο που είχε χάσει η ΝΔ στα χρόνια της κρίσης.

Το δόγμα του νόμου και της τάξης που ακολούθησε η δεξιά κυβέρνηση της ΝΔ έδωσε ξαφνικά στη Χρυσή Αυγή έναν νόμιμο ρόλο στο πολίτικο σκηνικό παρά την ακραία και νεοναζιστική της ρητορική.

Συνοπτικά, το κράτος και το κόμμα των νεοναζί λειτουργούσαν μαζί εκφράζοντας τις ίδιες πολιτικές και κοινωνικές απόψεις, έτσι η ΧΑ έβγαλε το μανδύα του νεοναζισμού και υιοθέτησε μια πιο συντηρητική εθνοκεντρική ατζέντα με αναφορές στον εθνικισμό και την καταπολέμηση της μετανάστευσης ως πρωταρχικό πολιτικό στόχο.

Οι βίαιες δραστηριότητες του κόμματος κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ξένιος Δίας όχι μόνο έδωσαν στο κόμμα τα επίσημα αντι-μεταναστευτικά δικαιώματα, αλλά κατάφεραν και να εδραιώσουν στο μυαλό των πολιτών ότι η Χρυσή Αυγή έκανε τη δουλειά καλύτερα από την κυβέρνηση της ΝΔ εκείνη την εποχή.

Σε συγχρονισμό με το ήδη  έφορο πεδίο της ξενοφοβίας, η ΧΑ έλαβε επίσης μεγάλη φήμη μέσω των media, καθώς η αρνητική δημοσιότητα που πήρε κατά την περίοδο του 2012 είχε πράγματι δώσει στο κόμμα την τέλεια αντι-συστημική εμφάνιση.

Βέβαια η αρνητική δημοσιότητα είχε πρωτίστως συνοδευτεί από ένα διθύραμβο για τον βιτζιλαντισμό της ΧΑ σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, τα ρεπορτάζ όπου μέλη της  παρείχανε βοήθεια σε ηλικιωμένους, αφιερώματα για την ζωή βασικών στελεχών της και η θετική προβολή του κόμματος το πρώτο διάστημα κατάφεραν να το εισάγουν στα σπίτια όλων των Ελλήνων πολιτών.

Τα μέσα ενημέρωσης αφού πρώτα προώθησαν το κόμμα της ΧΑ έπειτα κατάφεραν μέσω της μιντιακής περιθωριοποίησης του να το αναγάγουν σε αντισυστημικό γίγαντα.

Ταυτόχρονα, δεν ήταν μόνο οι μυστικοί σύνδεσμοι της αστυνομίας με τη ΧΑ κατα την συνεργασία τους ενάντια στους μετανάστες που δίναν στην ΧΑ την πολιτική εγκυρότητα που αποζητούσε αλλά και διάφορες φράσεις από αξιωματούχους όπως ο υπουργός Δημόσιας Τάξης τότε που δήλωνε : Πρέπει να πάρουμε πίσω τις πόλεις μας ή φράσεις όπως εισβολή και λαθρομετανάστες αποτέλεσαν ένα κοινό πολιτικό λεξιλόγιο μεταξύ του κυβερνητικού κόμματος της ΝΔ και του Ακροδεξιού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.

Λαμβάνοντας υπόψη όλους αυτούς τους παράγοντες και τα παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να εξάγουμε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τη σχέση του δεξιού λαϊκισμού και της Ακροδεξιάς πολιτικής νομιμότητας που προκύπτει από αυτόν στην ελληνική κοινωνία.

Αρχικά, ο δρόμος προς τη νομιμότητα της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα άνοιξε από την κυβέρνηση συνασπισμού του 2011, όταν το ΛΑΟΣ ένα ακροδεξιό κόμμα τότε μετατράπηκε σε μια πολιτικά υπεύθυνη δύναμη εφαρμόζοντας όλα τα κυβερνητικά δόγματα που μερικά χρόνια πριν κριτίκαρε.

Ξαφνικά η αντι-μετανάστευτική ρητορική και οι Ακροδεξιές ιδέες έγιναν φυσιολογικές για μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων καθώς οι εκπρόσωποι τους βρίσκονταν πλέον σε ένα κυβερνητικό σχήμα.

Δεύτερον, μετά τα ανεπιτυχή αποτελέσματα στην οικονομία και την κρίση που επέμενε, το κυβερνητικό σχήμα της ΝΔ προσπάθησε να δημιουργήσει έναν αποδιοπομπαίο τράγο προκειμένου να αναδιαμορφώνει την πολιτική ατζέντα εκείνη την εποχή.

Η ρητορική κατά της μετανάστευσης που μετατράπηκε αργότερα σε ένα ακραίο κυνήγι μαγισσών για τους μετανάστες στο κέντρο της Αθήνας, άνοιξε το δρόμο για πιο ακραίες ενέργειες από το κόμμα της Χρυσής Αυγής που πλέον με το μανδύα της νομιμότητας και της ειδικής ανάγκης δρούσε ανεξέλεγκτα.

Η ΧΑ εκμεταλλεύτηκε αυτό το γόνιμο έδαφος για να διαδώσει περισσότερα ξενοφοβικά και αντι-μεταναστευτικά μηνύματα και κατά συνέπεια ο διάλογος για τη μετανάστευση μπόρεσε να κατηγοριοποιηθεί σε μια αλυσίδα προσφοράς - ζήτησης.

Η ζήτηση δόθηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ, με κυβερνητικούς αξιωματούχους να μιλούν με υποτιμητικά λόγια για τους μετανάστες, στοχοποιώντας τους και καθιστώντας τους τα εξιλαστήρια θύματα για την ελληνική οικονομική και κοινωνική κρίση.

Αυτή η ιδιόμορφη τρομοκρατία από μεριάς κυβέρνησης πέρασε σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών οι οποίοι στα πρόσωπα των μεταναστών βλέπανε τον κύριο εχθρό και συν-υπαίτιο για την βαθιά κρίση που μάστιζε την χώρα.

Αυτός ο κοινωνικός αυτοματισμός δημιούργησε την εντύπωση πως ακόμα και αν δεν υπήρχε η Χρυσή Αυγή,  έπρεπε να δημιουργηθεί.

Όσον αφορά την προσφορά, το κόμμα του ΧΑ εφοδίασε την κοινωνία με μίσος για τους μετανάστες, αυτό το είδος εθνικιστικής ριζοσπαστικής επαγρύπνησης ήταν τώρα αποδεκτό και το κόμμα της ΧΑ  ακολουθούσε την κυβερνητική φόρμουλα βήμα προς βήμα.

Ήταν μια ανεπίσημη συναίνεση μεταξύ του δεξιού λαϊκισμού και των Ακροδεξιών  νεοναζιστικών πρακτικών.

Ομοίως, πολλές φορές οι ψηφοφόροι δεν ενεργούν πρωτίστως ως αυτόνομα όντα, αλλά είναι προϊόντα πίεσης και πολιτικού εξαναγκασμού μέσα σε μια οργανωμένη κοινωνία επομένως επηρεάζονται στο βαθμό που η κοινωνία στρέφει ορισμένα ερεθίσματα προς αυτούς, ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα αποτελούν μέσα για την πολιτική εκμετάλλευση των ψηφοφόρων.

Συνδέοντας τη θεωρία μου με τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εάν οι άνθρωποι είναι μέρος μιας οργανωμένης κοινωνίας και αν αυτή η κοινωνία οργανώνεται από μια πολιτική εξουσία (κυβέρνηση) τότε οι πολίτες λαμβάνουν το εκάστοτε πολιτικό ερέθισμα - μήνυμα που αργότερα λειτουργεί ως κίνητρο για την εκλογική τους συμπεριφορά, έτσι η κοινή γνώμη χειραγωγείται.

Η περίπτωση της Ακροδεξιάς ανόδου στην Ελλάδα είναι ένα περίπλοκο θέμα που περιστρέφεται γύρω από τον λαϊκισμό και τις κύριες πολιτικές αφηγήσεις που κυριάρχησαν στην ελληνική πολιτική σφαίρα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Η άνοδος της ΧΑ βασίστηκε κυρίως σε ένα πολιτικό και κοινωνικό κλίμα που η οικονομική κρίση μαζί με τη λαϊκιστική φόρμουλα που ακολούθησε το κόμμα της ΝΔ δημιούργησαν εκείνες τις συνθήκες όπου η Ακροδεξιά ιδεολογία άκμασε και απέκτησε δύναμη.

Η νομιμότητα της Ακροδεξιάς σε πρωταρχικό στάδιο ήρθε με την ομαλοποίηση και την ένταξη ενός μετριοπαθούς Ακροδεξιού κόμματος (ΛΑΟΣ) σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό και αργότερα με την κανονικοποίηση της ΧΑ μέσα από το κοινοβούλιο και τις δράσεις της οι οποίες για μεγάλο διάστημα δεν εμποδίζονταν και δρούσαν ταυτόχρονα με τον κρατικό μηχανισμό.

Ο σύγχρονος ακροδεξιός λαϊκισμός στην Ελλάδα είναι το αποτέλεσμα του πολιτικού αδιεξόδου της δεξιάς παράταξης την περίοδο της οικονομικής κρίσης και οι θεσμικοί φορείς του αποτελούν τα γνήσια τέκνα της πρώτης μπαναλοποίησης της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα που έλαβε χώρα με το κυβερνητικό σχήμα ΠΑΣΟΚ - ΝΔ - ΛΑΟΣ.

Αυτό το είδος λαϊκισμού δεν πρέπει να εξεταστεί ως μονοδιάστατο ζήτημα, αλλά ως φαινόμενο που συνεχώς εναλλάσσεται και υιοθετεί νέα πολιτικά χαρακτηριστικά και σημεία αναφοράς.

Η σύγχρονη μορφή του δεξιού λαϊκισμού που εκφράζεται εκ νέου από το κόμμα της ΝΔ δείχνει πως το φαινόμενο έχει εδραιωθεί για τα καλά στις τάξεις της παράταξης ενώ οι πολιτικοί πομποί του είτε παραμένουν οι ίδιοι με το 2012 είτε μέσα σε αυτούς προστίθενται συνεχώς καινούργιοι οι οποίοι δίνουν την αίσθηση μιας νέας νέο συντηρητικής νομενκλατούρας εντός του κόμματος που αντικαθιστά το ισοπεδωμένο εκλογικά κόμμα της Χρυσής Αυγής καταλαμβάνοντας έτσι μεγάλο πολιτικό χώρο στο εκλογικό Ακροδεξιό φάσμα.

Εν τελεί, καθώς οι ιδεολογικές αφηγήσεις της Ακροδεξιάς γίνονται ολοένα και πιο αποδέκτες στις σύγχρονες κοινωνίες και η αυτή έχει δεσμούς με τον κρατικό μηχανισμό, ο εκφασισμός της κοινωνίας θα αποτελεί πάντα απειλή για τη δημοκρατία.

More in Κοινωνία
Comments