Μετα-πανδημία

Μετα-πανδημία

(Η παρούσα ανάλυση είναι αφιερωμένη στον σύντροφο Κώστα Καραγιαννάκη, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, που εγκατέλειψε πρόωρα πριν λίγες μέρες τα εγκόσμια. To ήθος, η ανιδιοτέλεια και η σεμνότητά του θα μας τον θυμίζουν για πάντα)

Ολόκληρο το εγχείρημα εξ αρχής και εκ θεμελίων για το ξανάνοιγμα των οικονομιών σε συνθήκες ανάληψης υγειονομικού ρίσκου για τις κοινωνίες αναλαμβάνεται υπό το βάρος ενός άκαμπτου πολιτικού και οικονομικού περιορισμού: Του στοιχήματος των σημερινών πολιτικών ηγεσιών να μας επιστρέψουν στην «προτεραία κατάσταση»!

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πολιτική λαθροχειρία της δεκαετίας, ανάλογης επικινδυνότητας με την πολιτική διαχείρισης της κρίσης που δέσποσε την περασμένη περίοδο και -δυστυχώς- με αντίστοιχες δυνητικά καταστροφικές συνέπειες, εάν τυχόν αυτή η πολιτική επικρατήσει. Διότι, φυσικά, η υπόσχεση που μας δίνεται είναι να επιστρέψουμε σε μια οικονομική πραγματικότητα, που ολοένα και συχνότερα (ανα)παραγάγει κρίσεις και μάλιστα ολοένα και βαθύτερες καθε φορά, με ακόμη περισσότερη φτώχεια, ανεργία και αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και με επιπτώσεις στο πεδίο των πολιτικών διακυβευμάτων, που ήδη έχουν καταλήξει σε ενδυνάμωση ακροδεξιών, νεοναζιστικών και νεοφασιστικών πολιτικών μορφωμάτων σ’ ολόκληρη την καπιταλιστική δύση. Και κάθε φορά με ολοένα και βαρύτερες συνέπειες για τα ασθενέστερα στρώματα, που καλούνται σε κάθε νέο ετάπ της κρίσης να καταβάλλουν το μεγαλύτερο κόστος, για να μη θιγούν τα κέρδη και ο πλούτος των ισχυρότερων και της άρχουσας τάξης.

«Επιστροφή στην προτεραία κατάσταση»! Αυτή είναι η υπόσχεση!

Δηλαδή, μ’ άλλα λόγια, οι αντικειμενικά ευθυνόμενοι για την παρατεταμένη κρίση που έχει προηγηθεί και τις αλλεπάλληλες πριν αυτή, μας ζητούν να τους ξαναδώσουμε την πολιτική νομιμοποίηση να μας ...ξανακαταστρέψουν! Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν ακραία τραγικό ως αφήγηση του μέλλοντος των δυτικών κοινωνιών του 21ου αιώνα.

Πέραν αυτού, όμως, είναι κρίσιμο να κατανοηθεί ότι πρόκειται για μια υπόσχεση διατήρησης του πήχη όσο το δυνατόν χαμηλότερα, σε μια εγκληματική υποτίμηση και προσχεδιασμένη υποβάθμιση της ζωής των επόμενων γενεών. Εγκληματική ιδίως επειδή η υπόσχεση δίνεται με ανακλαστικά ακραίας υποκρισίας στο όνομα ακριβώς των επόμενων γενεών! Μια υπόσχεση ελάσσονος προσδοκίας, που απευθύνεται απροσχημάτιστα στα ανακλαστικά ανασφάλειας των καταταλαιπωρημένων επί 20 χρόνια τώρα μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων και της νέας γενιάς. Που, περισσότερο πια, οι συστημικές δυνάμεις-φορείς της «προτεραίας» υποσχεσιολογίας δείχνουν να υπολογίζουν τις δυνάμεις αυτές και τους σημερινούς νέους ως μονίμως κακοπληρωμένες, δύσθυμες και απαξιωμένες εφεδρείες εργασιακού δυναμικού για άλεσμα στον μύλο της εκμετάλλευσης, παρ’ ό,τι οι γενιές αυτές είναι συντριπτικά καλύτερα μορφωμένες και ασυγκρίτως καλύτερα τεχνολογικά καταρτισμένες, απ’ ό,τι οι γενιές που απέρχονται και αφήνοντας πισω τους την καταστροφή που προκάλεσαν, δίνουν τον έσχατο αγώνα να παραμείνουν οι ίδιες στην πολιτική ηγεσία και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, φυσικά προς όφελος των ιδίων καθώς και των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών ελίτ που εκπροσωπούν και αντιπροσωπεύουν.

Υπάρχει όμως και θετική συνθήκη μέσα σ’ αυτή τη μαυρίλα: Όσα μίντια και όσο πλουσιοπάροχα κι αν ταΐζουν οι απανταχού «λίστες Πέτσα» με σκοπό τον μαζικό ενημερωτικό εξανδραποδισμό των πολιτών του σήμερα και την επιδίωξη συλλογικής αποβλάκωσης της τηλεοπτικής «δημοκρατίας», ο σπόρος του κοινωνικού και συνάγωγα πολιτικού ριζοσπαστισμού με όρους μαζικής ενεργοποίησης κοινωνικών δυνάμεων έχει ήδη βλαστήσει και απομένει από τις εξελίξεις (καθώς και από την παρέμβαση των πολιτικών  υποκειμένων που αθροίζονται στις προοδευτικές πολιτικές παρατάξεις) να διαφανεί εάν η ανατροπή προς ένα καλύτερο μέλλον για όλους θα καρπίσει κομίζοντας την αναγκαία επανάσταση του 21ου αιώνα.

Όπως εξ ίσου θετικό είναι ότι η καταστροφή που προκάλεσαν όλοι αυτοί και που πλέον είναι τόσο εκτεταμένη και τόσο πολυεπίπεδη ώστε να μη μπορεί πια να κρυφτεί «κάτω απ’ τα χαλάκια» των εξουσιών, να έχει ενεργοποιήσει και γνήσιες δυνάμεις του καπιταλιστικού στρατοπέδου, που ήδη αντιλαμβάνονται ότι «δεν πάει άλλο» κι αν τυχόν το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα επιμείνει στην αναπαραγωγή των ίδιων αδιεξόδων τότε το τέλος του θα είναι αναπόφευκτο και θα επέλθει ηχηρότατα και με δραματικές συνέπειες για την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή πρέπει να εντοπιστεί και να υπογραμμιστεί η παταγώδης αποτυχία (ίσως και ως τελική εγγενής δυνατότητά τους) των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων και της διεθνούς αριστεράς παγκοσμίως να αρθρώσουν στοιχειώδη αφηγηματική αντι-πρόταση και την αναλογούσα τεκμηρίωση για μια πολιτική και για μια οικονομία προς τις επόμενες γενιές, ως πρόταση εναλλακτική της «προτεραίας κατάστασης». Η φτώχεια και το πολιτικό και οραματικό έλλειμμα των προοδευτικών είναι τόσο βαθειά, ώστε η απογοήτευση και η διάθεση κινηματικής αποστρατείας ευρύτατων καταπιεζόμενων στρωμάτων να διευρύνεται αντί να αποδυναμώνεται ως κοινωνικό φαινόμενο. Έτσι, οι προοπτικές για τα κινήματα πολιτικών ανατροπών στον 21ο αιώνα προδιαγράφονται ζοφερές. Ταυτόχρονα, έτσι μεγάλες κοινωνικές συνιστώσες με αξιόλογη δυναμική ανατροπής παθητικοποιούνται -αν δεν «βολεύονται» κι αυτές στα αποφάγια που τους προσφέρει η «προτεραία κατάσταση».

Δεν είναι σαφές αν και κατά πόσο αυτή η προγραμματική και επί πολιτικού ρεαλισμού ανεπάρκεια της προοδευτικής πολιτικής παράταξης και της αριστεράς ορίζει και τα παρεμβατικά όρια της διεθνούς σοσιαλιστικής πρότασης, μιλώντας περίπου για το τέλος του διακυβεύματος κοινωνικής αλλαγής, που δέσποσε στον αιώνα που απήλθε, ή εάν πρόκειται απλά για ανεπάρκειες των σημερινών ηγεσιών του προοδευτικού πολιτικού χώρου. Όπως αδιευκρίνιστο παραμένει εάν άρκεσε η μικρή και «με το σταγονόμετρο» πρόσβαση του σοσιαλιστικού κινήματος στη διαχείριση της εξουσίας (κυρίως στην Ευρώπη και από τη δεκαετία του 1980 και μετά, αλλά και εσχάτως ξανά στην Ευρώπη αλλά και αναφορές πια και στις ΗΠΑ), για να μεταβληθεί δραματικά το κινηματικό πολιτικό DNA του σοσιαλιστικού κινήματος και υπό τον μανδύα της «σοσιαλδημοκρατίας» να καταστεί σκληρός μηχανισμός υπεράσπισης και αναπαραγωγής του (καπιταλιστικού) συστήματος, που ως τότε διατεινόταν ότι θέλει να αλλάξει.

Όμως, όποια και να ‘ναι η εξήγηση για την ολοφάνερη συντηρητική στροφή του χώρου, στοιχείο που σαφώς διατηρεί αιτιώδη συνάφεια με τη σημερινή αδυναμία κατάρτισης συνεκτικής  σοσιαλιστικής πρότασης για το μέλλον των κοινωνιών, το σκηνικό καθορίζεται πρωτίστως από δυσοίωνες ενδείξεις. Κι αυτό έχει σημασία!

Μια σύντομη ματιά στην εμπειρία της Ελλάδας από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19, έχει κρίσιμη αξία, για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την ταχεία μετατροπή κομμάτων με προοδευτικό και αριστερό πρόσημο και σαφή διάθεση πολιτικής ανατροπής ως προγραμματικό στοιχείο της ταυτότητάς τους και της γενικότερης στρατηγικής τους, σε παρατάξεις αδύναμες να εκφέρουν εναλλακτικό λόγο απέναντι στην υπόσχεση της εγχώριας συντηρητικής παράταξης για επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση».

Σε συζήτηση μεταξύ φίλων προ ημερών έθετα στην ομήγυρη το ερώτημα ποια είναι η αντιπρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική επαγγελία για επιστροφή στη προπανδημική δυστοπία. (Ήδη η κυβερνητική εκπρόσωπος μιλάει για «επιστροφή στην κανονικότητα»). Αν, όμως, οι επόμενες εκλογές (οποτεδήποτε διεξαχθούν) έχουν ως βασικό θέμα τη «μεταπανδημία», όπως και θα συμβεί κατά πάσα βεβαιότητα, και η Νέα Δημοκρατία υπόσχεται «επιστροφή στην κανονικότητα», ο ΣΥΡΙΖΑ τί αντι-προτείνει; (Και η διαπίστωση αυτή είναι ανεξάρτητη από τις καθ’ όλα αξιέπαινες προσπάθειες ωρίμασης του προγραμματικού αντιπολιτευτικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ, που αναλαμβάνονται την τελευταία περίοδο. Εδώ για ζητούμενα στρατηγικά αφηγήματα περί μέλλοντος της χώρας και ευρύτερα ο λόγος, και όχι για πολιτικές καλύτερης ή χειρότερης διαχείρισης του καταστροφικού συστήματος, που απειλεί με επάνοδο υπό το εφεύρημα της «προτεραίας κατάστασης»).

Μέσα σ’ όλ’ αυτά και δεδομένης της ένδειας παραγωγής σοβαρού σοσιαλιστικού στρατηγήματος για το μέλλον, παρατηρείται το φαινόμενο προοδευτικοί άνθρωποι να καλύπτονται πλέον πολιτικά από πολιτικές που εισηγούνται μητροπόλεις του καπιταλισμού διά των πολιτικών ηγεσιών τους. Πολλοί ομνύοντες στις αξίες του σοσιαλιστικού σκοπού τελευταία δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις αναφορές του αρχιερέα του καπιταλιστικού κέντρου, νέου προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν. Είτε με την πρότασή του για άρση του καθεστώτος της παντέντας των εμβολίων, είτε με τις προτάσεις για ορισμό ελάχιστου ορίου στο ποσοστό φορολογίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων στο 15% παγκοσμίως, είτε με γενναία προγράμματα δανεισμού του κράτους για να υποστηριχτεί το σύστημα δημόσιας Υγείας, ο νέος αμερικανός πρόεδρος μοιάζει να ανελίσσεται σε γνήσιο εκφραστή των ελπίδων αξιόλογης μερίδας προοδευτικών ανθρώπων, που επιθυμούν πολιτική ανατροπή και μετάβαση σε μια προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Και τούτο είναι αδιάψευστο σύμπτωμα της ένδειας γνήσιου πολιτικού λόγου της προοδευτικής παράταξης και της αριστεράς.

Την ίδια ώρα, θεσμοί του παγκόσμιου καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ και η ενημερωτική ναυαρχίδα του καπιταλισμού, οι Financial Times, εισηγούνται ρηξικέλευθες πολιτικές όπως για παράδειγμα την αύξηση φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, προκαλώντας ρίγη ενθουσιασμού σε πολίτες που δηλώνουν υποστηρικτές του σοσιαλιστικού εγχειρήματος.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, στο σημείο αυτό να διευκρινιστεί ότι οι αναφορές αυτές που χαιρετίζονται ως «σοσιαλιστικές», δεν είναι άλλο από αναφορές εκφραστών του καπιταλιστικού στρατοπέδου, που ήδη αντιλαμβάνονται ότι το σύστημα αυτό «δεν πάει άλλο» κι αν τυχόν οι κυρίαρχες και επικρατούσες οικονομικές διαδικασίες επιμείνουν στην αναπαραγωγή των ίδιων αδιεξόδων της τελευταίας κρίσης, τότε το τέλος του καπιταλισμού θα είναι αναπόφευκτο και θα επέλθει ηχηρότατα και με δραματικές ίσως  συνέπειες για την ανθρωπότητα, που θα είναι απροετοίμαστη να διαχειριστεί αυτήν την κατάρρευση. Ας είμαστε λοιπόν καθαροί: Τέτοιες προτάσεις δεν (μπορούν να) είναι μέρος μιας συνολικής πρότασης προοδευτικών και αριστερών πολιτικών για ανατροπή, και αλλαγή προς μια άλλη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Τί είναι, λοιπόν, πολιτικά οι προτάσεις του Μπάιντεν και σε τί αντίκεινται με το αφήγημα επιστροφής στην «προτεραία κατάσταση», ώστε να γίνονται αντιληπτές ως «άλλη πρόταση» και δη και προοδευτική; Έχω την εντύπωση πως ως προτάσεις εμπεριέχουν ένα μέρος αυτοκριτικού λόγου για την εκτροπή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού των τελευταίων 30 ετών, που οδήγησε στον πλήρη εκτροχιασμό της καπιταλιστικής οικονομίας (απογείωση χρέους, απαξίωση του δημόσιου τομέα μέχρι του σημείου να αδυνατεί να επιτελέσει ικανοποιητικά τις στοιχειώδεις λειτουργίες του κ.λπ.). Εμπεριέχουν, επίσης, και αυτές μια υπόσχεση επιστροφής σε «προτεραία κατάσταση», μόνον που την τοποθετούν παλιότερα, στην εποχή του παχέων αγελάδων του μεταπολεμικού καπιταλισμού, όταν με όπλο τον πούρο κεϊνσιανισμό και μακριά από τους νεοφιλελεύθερους οππορτουνισμούς το οικονομικό σύστημα που σήμερα κλονίζεται μεγαλούργησε, αυξάνοντας δραστικά τον πλούτο και την ποιότητα ζωής των μεσαίων στρωμάτων.

Πρέπει να επισημάνω ότι οι διακρίσεις που έκανα αμέσως προηγουμένως δεν είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού στην Ελλάδα.

Για δύο λόγους:

α. επειδή το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι εμμονικά προσδεδεμένο (και με το αζημίωτο για τους συμπαραστάτες του, τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπεί) στο άρμα του εγχώριου ιδιότυπου νεοφιλευθερισμού, στο πλαίσιο του οποίου σχεδόν στο σύνολό της εντάσσεται η ελληνική άρχουσα τάξη.

β. επειδή η Ελλάδα είναι μέρος της ευρωζώνης, η οποία δυστυχώς έχει καταστεί πλέον η έσχατη οπισθοφυλακή του διεθνούς καπιταλισμού-νεοφιλελευθερισμού, αντιμαχόμενη ζωντανές και δημιουργικές καπιταλιστικές δυνάμεις, που έχουν αντιληφθεί το αδιέξοδο όπου έχουμε οδηγηθεί και πιέζουν για γενναίες τροποποιήσεις στο διεθνές χρηματο-οικονομικό σύστημα, ώστε αυτό να ανανεωθεί, να ανακτήσει αξιοπιστία και να παρατείνει την επικυριαχία του στο διηνεκές (και μέχρι την επόμενη μεγάλη κρίση, μία ακόμη από εκείνες που κυκλικά φύσει παράγει ο καπιταλισμός).

Κάπως έτσι βλέπω τα πράγματα! Και σ’ αυτό το πλαίσιο αναζητώ τη συνολικότερη εναλλακτική πολιτική πρόταση του σοσιαλιστικού χώρου, που στην Ελλάδα μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αρθρώσει και ως σήμερα έχει αποτύχει να πράξει.

More in Οικονομία
Comments
Μετα-πανδημία

Μετα-πανδημία

(Η παρούσα ανάλυση είναι αφιερωμένη στον σύντροφο Κώστα Καραγιαννάκη, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, που εγκατέλειψε πρόωρα πριν λίγες μέρες τα εγκόσμια. To ήθος, η ανιδιοτέλεια και η σεμνότητά του θα μας τον θυμίζουν για πάντα)

Ολόκληρο το εγχείρημα εξ αρχής και εκ θεμελίων για το ξανάνοιγμα των οικονομιών σε συνθήκες ανάληψης υγειονομικού ρίσκου για τις κοινωνίες αναλαμβάνεται υπό το βάρος ενός άκαμπτου πολιτικού και οικονομικού περιορισμού: Του στοιχήματος των σημερινών πολιτικών ηγεσιών να μας επιστρέψουν στην «προτεραία κατάσταση»!

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πολιτική λαθροχειρία της δεκαετίας, ανάλογης επικινδυνότητας με την πολιτική διαχείρισης της κρίσης που δέσποσε την περασμένη περίοδο και -δυστυχώς- με αντίστοιχες δυνητικά καταστροφικές συνέπειες, εάν τυχόν αυτή η πολιτική επικρατήσει. Διότι, φυσικά, η υπόσχεση που μας δίνεται είναι να επιστρέψουμε σε μια οικονομική πραγματικότητα, που ολοένα και συχνότερα (ανα)παραγάγει κρίσεις και μάλιστα ολοένα και βαθύτερες καθε φορά, με ακόμη περισσότερη φτώχεια, ανεργία και αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και με επιπτώσεις στο πεδίο των πολιτικών διακυβευμάτων, που ήδη έχουν καταλήξει σε ενδυνάμωση ακροδεξιών, νεοναζιστικών και νεοφασιστικών πολιτικών μορφωμάτων σ’ ολόκληρη την καπιταλιστική δύση. Και κάθε φορά με ολοένα και βαρύτερες συνέπειες για τα ασθενέστερα στρώματα, που καλούνται σε κάθε νέο ετάπ της κρίσης να καταβάλλουν το μεγαλύτερο κόστος, για να μη θιγούν τα κέρδη και ο πλούτος των ισχυρότερων και της άρχουσας τάξης.

«Επιστροφή στην προτεραία κατάσταση»! Αυτή είναι η υπόσχεση!

Δηλαδή, μ’ άλλα λόγια, οι αντικειμενικά ευθυνόμενοι για την παρατεταμένη κρίση που έχει προηγηθεί και τις αλλεπάλληλες πριν αυτή, μας ζητούν να τους ξαναδώσουμε την πολιτική νομιμοποίηση να μας ...ξανακαταστρέψουν! Θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν ακραία τραγικό ως αφήγηση του μέλλοντος των δυτικών κοινωνιών του 21ου αιώνα.

Πέραν αυτού, όμως, είναι κρίσιμο να κατανοηθεί ότι πρόκειται για μια υπόσχεση διατήρησης του πήχη όσο το δυνατόν χαμηλότερα, σε μια εγκληματική υποτίμηση και προσχεδιασμένη υποβάθμιση της ζωής των επόμενων γενεών. Εγκληματική ιδίως επειδή η υπόσχεση δίνεται με ανακλαστικά ακραίας υποκρισίας στο όνομα ακριβώς των επόμενων γενεών! Μια υπόσχεση ελάσσονος προσδοκίας, που απευθύνεται απροσχημάτιστα στα ανακλαστικά ανασφάλειας των καταταλαιπωρημένων επί 20 χρόνια τώρα μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων και της νέας γενιάς. Που, περισσότερο πια, οι συστημικές δυνάμεις-φορείς της «προτεραίας» υποσχεσιολογίας δείχνουν να υπολογίζουν τις δυνάμεις αυτές και τους σημερινούς νέους ως μονίμως κακοπληρωμένες, δύσθυμες και απαξιωμένες εφεδρείες εργασιακού δυναμικού για άλεσμα στον μύλο της εκμετάλλευσης, παρ’ ό,τι οι γενιές αυτές είναι συντριπτικά καλύτερα μορφωμένες και ασυγκρίτως καλύτερα τεχνολογικά καταρτισμένες, απ’ ό,τι οι γενιές που απέρχονται και αφήνοντας πισω τους την καταστροφή που προκάλεσαν, δίνουν τον έσχατο αγώνα να παραμείνουν οι ίδιες στην πολιτική ηγεσία και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, φυσικά προς όφελος των ιδίων καθώς και των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών ελίτ που εκπροσωπούν και αντιπροσωπεύουν.

Υπάρχει όμως και θετική συνθήκη μέσα σ’ αυτή τη μαυρίλα: Όσα μίντια και όσο πλουσιοπάροχα κι αν ταΐζουν οι απανταχού «λίστες Πέτσα» με σκοπό τον μαζικό ενημερωτικό εξανδραποδισμό των πολιτών του σήμερα και την επιδίωξη συλλογικής αποβλάκωσης της τηλεοπτικής «δημοκρατίας», ο σπόρος του κοινωνικού και συνάγωγα πολιτικού ριζοσπαστισμού με όρους μαζικής ενεργοποίησης κοινωνικών δυνάμεων έχει ήδη βλαστήσει και απομένει από τις εξελίξεις (καθώς και από την παρέμβαση των πολιτικών  υποκειμένων που αθροίζονται στις προοδευτικές πολιτικές παρατάξεις) να διαφανεί εάν η ανατροπή προς ένα καλύτερο μέλλον για όλους θα καρπίσει κομίζοντας την αναγκαία επανάσταση του 21ου αιώνα.

Όπως εξ ίσου θετικό είναι ότι η καταστροφή που προκάλεσαν όλοι αυτοί και που πλέον είναι τόσο εκτεταμένη και τόσο πολυεπίπεδη ώστε να μη μπορεί πια να κρυφτεί «κάτω απ’ τα χαλάκια» των εξουσιών, να έχει ενεργοποιήσει και γνήσιες δυνάμεις του καπιταλιστικού στρατοπέδου, που ήδη αντιλαμβάνονται ότι «δεν πάει άλλο» κι αν τυχόν το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα επιμείνει στην αναπαραγωγή των ίδιων αδιεξόδων τότε το τέλος του θα είναι αναπόφευκτο και θα επέλθει ηχηρότατα και με δραματικές συνέπειες για την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή πρέπει να εντοπιστεί και να υπογραμμιστεί η παταγώδης αποτυχία (ίσως και ως τελική εγγενής δυνατότητά τους) των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων και της διεθνούς αριστεράς παγκοσμίως να αρθρώσουν στοιχειώδη αφηγηματική αντι-πρόταση και την αναλογούσα τεκμηρίωση για μια πολιτική και για μια οικονομία προς τις επόμενες γενιές, ως πρόταση εναλλακτική της «προτεραίας κατάστασης». Η φτώχεια και το πολιτικό και οραματικό έλλειμμα των προοδευτικών είναι τόσο βαθειά, ώστε η απογοήτευση και η διάθεση κινηματικής αποστρατείας ευρύτατων καταπιεζόμενων στρωμάτων να διευρύνεται αντί να αποδυναμώνεται ως κοινωνικό φαινόμενο. Έτσι, οι προοπτικές για τα κινήματα πολιτικών ανατροπών στον 21ο αιώνα προδιαγράφονται ζοφερές. Ταυτόχρονα, έτσι μεγάλες κοινωνικές συνιστώσες με αξιόλογη δυναμική ανατροπής παθητικοποιούνται -αν δεν «βολεύονται» κι αυτές στα αποφάγια που τους προσφέρει η «προτεραία κατάσταση».

Δεν είναι σαφές αν και κατά πόσο αυτή η προγραμματική και επί πολιτικού ρεαλισμού ανεπάρκεια της προοδευτικής πολιτικής παράταξης και της αριστεράς ορίζει και τα παρεμβατικά όρια της διεθνούς σοσιαλιστικής πρότασης, μιλώντας περίπου για το τέλος του διακυβεύματος κοινωνικής αλλαγής, που δέσποσε στον αιώνα που απήλθε, ή εάν πρόκειται απλά για ανεπάρκειες των σημερινών ηγεσιών του προοδευτικού πολιτικού χώρου. Όπως αδιευκρίνιστο παραμένει εάν άρκεσε η μικρή και «με το σταγονόμετρο» πρόσβαση του σοσιαλιστικού κινήματος στη διαχείριση της εξουσίας (κυρίως στην Ευρώπη και από τη δεκαετία του 1980 και μετά, αλλά και εσχάτως ξανά στην Ευρώπη αλλά και αναφορές πια και στις ΗΠΑ), για να μεταβληθεί δραματικά το κινηματικό πολιτικό DNA του σοσιαλιστικού κινήματος και υπό τον μανδύα της «σοσιαλδημοκρατίας» να καταστεί σκληρός μηχανισμός υπεράσπισης και αναπαραγωγής του (καπιταλιστικού) συστήματος, που ως τότε διατεινόταν ότι θέλει να αλλάξει.

Όμως, όποια και να ‘ναι η εξήγηση για την ολοφάνερη συντηρητική στροφή του χώρου, στοιχείο που σαφώς διατηρεί αιτιώδη συνάφεια με τη σημερινή αδυναμία κατάρτισης συνεκτικής  σοσιαλιστικής πρότασης για το μέλλον των κοινωνιών, το σκηνικό καθορίζεται πρωτίστως από δυσοίωνες ενδείξεις. Κι αυτό έχει σημασία!

Μια σύντομη ματιά στην εμπειρία της Ελλάδας από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19, έχει κρίσιμη αξία, για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την ταχεία μετατροπή κομμάτων με προοδευτικό και αριστερό πρόσημο και σαφή διάθεση πολιτικής ανατροπής ως προγραμματικό στοιχείο της ταυτότητάς τους και της γενικότερης στρατηγικής τους, σε παρατάξεις αδύναμες να εκφέρουν εναλλακτικό λόγο απέναντι στην υπόσχεση της εγχώριας συντηρητικής παράταξης για επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση».

Σε συζήτηση μεταξύ φίλων προ ημερών έθετα στην ομήγυρη το ερώτημα ποια είναι η αντιπρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική επαγγελία για επιστροφή στη προπανδημική δυστοπία. (Ήδη η κυβερνητική εκπρόσωπος μιλάει για «επιστροφή στην κανονικότητα»). Αν, όμως, οι επόμενες εκλογές (οποτεδήποτε διεξαχθούν) έχουν ως βασικό θέμα τη «μεταπανδημία», όπως και θα συμβεί κατά πάσα βεβαιότητα, και η Νέα Δημοκρατία υπόσχεται «επιστροφή στην κανονικότητα», ο ΣΥΡΙΖΑ τί αντι-προτείνει; (Και η διαπίστωση αυτή είναι ανεξάρτητη από τις καθ’ όλα αξιέπαινες προσπάθειες ωρίμασης του προγραμματικού αντιπολιτευτικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ, που αναλαμβάνονται την τελευταία περίοδο. Εδώ για ζητούμενα στρατηγικά αφηγήματα περί μέλλοντος της χώρας και ευρύτερα ο λόγος, και όχι για πολιτικές καλύτερης ή χειρότερης διαχείρισης του καταστροφικού συστήματος, που απειλεί με επάνοδο υπό το εφεύρημα της «προτεραίας κατάστασης»).

Μέσα σ’ όλ’ αυτά και δεδομένης της ένδειας παραγωγής σοβαρού σοσιαλιστικού στρατηγήματος για το μέλλον, παρατηρείται το φαινόμενο προοδευτικοί άνθρωποι να καλύπτονται πλέον πολιτικά από πολιτικές που εισηγούνται μητροπόλεις του καπιταλισμού διά των πολιτικών ηγεσιών τους. Πολλοί ομνύοντες στις αξίες του σοσιαλιστικού σκοπού τελευταία δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις αναφορές του αρχιερέα του καπιταλιστικού κέντρου, νέου προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν. Είτε με την πρότασή του για άρση του καθεστώτος της παντέντας των εμβολίων, είτε με τις προτάσεις για ορισμό ελάχιστου ορίου στο ποσοστό φορολογίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων στο 15% παγκοσμίως, είτε με γενναία προγράμματα δανεισμού του κράτους για να υποστηριχτεί το σύστημα δημόσιας Υγείας, ο νέος αμερικανός πρόεδρος μοιάζει να ανελίσσεται σε γνήσιο εκφραστή των ελπίδων αξιόλογης μερίδας προοδευτικών ανθρώπων, που επιθυμούν πολιτική ανατροπή και μετάβαση σε μια προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Και τούτο είναι αδιάψευστο σύμπτωμα της ένδειας γνήσιου πολιτικού λόγου της προοδευτικής παράταξης και της αριστεράς.

Την ίδια ώρα, θεσμοί του παγκόσμιου καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ και η ενημερωτική ναυαρχίδα του καπιταλισμού, οι Financial Times, εισηγούνται ρηξικέλευθες πολιτικές όπως για παράδειγμα την αύξηση φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, προκαλώντας ρίγη ενθουσιασμού σε πολίτες που δηλώνουν υποστηρικτές του σοσιαλιστικού εγχειρήματος.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, στο σημείο αυτό να διευκρινιστεί ότι οι αναφορές αυτές που χαιρετίζονται ως «σοσιαλιστικές», δεν είναι άλλο από αναφορές εκφραστών του καπιταλιστικού στρατοπέδου, που ήδη αντιλαμβάνονται ότι το σύστημα αυτό «δεν πάει άλλο» κι αν τυχόν οι κυρίαρχες και επικρατούσες οικονομικές διαδικασίες επιμείνουν στην αναπαραγωγή των ίδιων αδιεξόδων της τελευταίας κρίσης, τότε το τέλος του καπιταλισμού θα είναι αναπόφευκτο και θα επέλθει ηχηρότατα και με δραματικές ίσως  συνέπειες για την ανθρωπότητα, που θα είναι απροετοίμαστη να διαχειριστεί αυτήν την κατάρρευση. Ας είμαστε λοιπόν καθαροί: Τέτοιες προτάσεις δεν (μπορούν να) είναι μέρος μιας συνολικής πρότασης προοδευτικών και αριστερών πολιτικών για ανατροπή, και αλλαγή προς μια άλλη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Τί είναι, λοιπόν, πολιτικά οι προτάσεις του Μπάιντεν και σε τί αντίκεινται με το αφήγημα επιστροφής στην «προτεραία κατάσταση», ώστε να γίνονται αντιληπτές ως «άλλη πρόταση» και δη και προοδευτική; Έχω την εντύπωση πως ως προτάσεις εμπεριέχουν ένα μέρος αυτοκριτικού λόγου για την εκτροπή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού των τελευταίων 30 ετών, που οδήγησε στον πλήρη εκτροχιασμό της καπιταλιστικής οικονομίας (απογείωση χρέους, απαξίωση του δημόσιου τομέα μέχρι του σημείου να αδυνατεί να επιτελέσει ικανοποιητικά τις στοιχειώδεις λειτουργίες του κ.λπ.). Εμπεριέχουν, επίσης, και αυτές μια υπόσχεση επιστροφής σε «προτεραία κατάσταση», μόνον που την τοποθετούν παλιότερα, στην εποχή του παχέων αγελάδων του μεταπολεμικού καπιταλισμού, όταν με όπλο τον πούρο κεϊνσιανισμό και μακριά από τους νεοφιλελεύθερους οππορτουνισμούς το οικονομικό σύστημα που σήμερα κλονίζεται μεγαλούργησε, αυξάνοντας δραστικά τον πλούτο και την ποιότητα ζωής των μεσαίων στρωμάτων.

Πρέπει να επισημάνω ότι οι διακρίσεις που έκανα αμέσως προηγουμένως δεν είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού στην Ελλάδα.

Για δύο λόγους:

α. επειδή το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι εμμονικά προσδεδεμένο (και με το αζημίωτο για τους συμπαραστάτες του, τα συμφέροντα των οποίων εκπροσωπεί) στο άρμα του εγχώριου ιδιότυπου νεοφιλευθερισμού, στο πλαίσιο του οποίου σχεδόν στο σύνολό της εντάσσεται η ελληνική άρχουσα τάξη.

β. επειδή η Ελλάδα είναι μέρος της ευρωζώνης, η οποία δυστυχώς έχει καταστεί πλέον η έσχατη οπισθοφυλακή του διεθνούς καπιταλισμού-νεοφιλελευθερισμού, αντιμαχόμενη ζωντανές και δημιουργικές καπιταλιστικές δυνάμεις, που έχουν αντιληφθεί το αδιέξοδο όπου έχουμε οδηγηθεί και πιέζουν για γενναίες τροποποιήσεις στο διεθνές χρηματο-οικονομικό σύστημα, ώστε αυτό να ανανεωθεί, να ανακτήσει αξιοπιστία και να παρατείνει την επικυριαχία του στο διηνεκές (και μέχρι την επόμενη μεγάλη κρίση, μία ακόμη από εκείνες που κυκλικά φύσει παράγει ο καπιταλισμός).

Κάπως έτσι βλέπω τα πράγματα! Και σ’ αυτό το πλαίσιο αναζητώ τη συνολικότερη εναλλακτική πολιτική πρόταση του σοσιαλιστικού χώρου, που στην Ελλάδα μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αρθρώσει και ως σήμερα έχει αποτύχει να πράξει.

More in Οικονομία
Comments