Κυβερνητική βουλιμία, Αριστερά της ψέκας κι ένα ποτήρι νερό

Κυβερνητική βουλιμία, Αριστερά της ψέκας κι ένα ποτήρι νερό

Ας το ξεκαθαρίσουμε για να μην υπάρχει παρεξήγηση: Η αντιδημοκρατική βουλιμία των κυβερνήσεων –δεν είναι μοναδική η ελληνική περίπτωση- που εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού προσπαθούν να ξεγράψουν μια σειρά από δημοκρατικές κατακτήσεις και εργασιακά δικαιώματα είναι απολύτως υπαρκτή και επικίνδυνη εξέλιξη.

Δεν οφείλεται ασφαλώς στον ιό, τέτοιες τάσεις προϋπήρχαν (η περίπτωση Ινδαρέ είναι εμβληματική) αλλά η πανδημία έδρασε ως καταλύτης και επιταχυντής των εξελίξεων, ακριβώς γιατί επιτρέπει στους κυβερνώντες να κρύψουν τις απόλυτα ταξικές επιλογές τους πίσω από την υγειονομική κρίση και το κράτος έκτακτης ανάγκης. Γεγονός επίσης αδιαμφισβήτητο είναι πως η εξουσία αρέσκεται σε μια λαθροχειρία, ταυτίζοντας όσους αποδέχονται τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία αλλά θέτουν ερωτήματα για το είδος και το ύφος των περιοριστικών μέτρων με τον κόσμο του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας, όσους δηλαδή συνηθίσαμε να αποκαλούμε «ψεκασμένους».

Θα ήταν παράλογο λοιπόν κανείς, ειδικά όποιος προσδιορίζεται ως προοδευτικός, αριστερός, ριζοσπάστης, σοσιαλιστής ή κομμουνιστής να μην προβληματίζεται και να μην αντιδρά κατά αυτού του πλαισίου που επιχειρεί να διαμορφώσει η εκτελεστική εξουσία. Το πώς είναι μια μεγάλη συζήτηση και θεωρώ –όντας ανοικτός σε όποια μορφή πάλης συμπεριλαμβάνει την έγνοια για την δημόσια υγεία- πως ο συνδυασμός συμβολικών παρεμβάσεων, αλληλεγγύης προς τους αδύναμους και ενημέρωσης (δια ζώσης και διαδικτυακά) των μαζών για την βαθιά πολιτική πτυχή της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης που την ακολουθεί είναι απαραίτητα στοιχεία του μίγματος.

Δεν θα πρέπει να εκφύγει επίσης της προσοχής και ανάλυσής μας η στενή σχέση κράτους και φαρμακευτικού κεφαλαίου, συνέπεια της οποίας θα είναι το επόμενο διάστημα να έρθουν στην επιφάνεια τα αναμενόμενα σκάνδαλα υπερκοστολόγησης, με τον λογαριασμό να βαραίνει τις πλάτες των υποτελών τάξεων.

Από τα παραπάνω όμως μέχρι την διαρκώς κερδίζουσα στους κόλπους της Αριστεράς αντίληψη ότι η παραγωγή και διανομή εμβολίων από πολυεθνικές εταιρίες ή το κράτος πρέπει να μας δημιουργεί δεύτερες σκέψεις για τον μαζικό εμβολιασμό per se υπάρχει μεγάλη απόσταση. Οι ρίζες μιας τέτοιας επικίνδυνης οπτικής έγκειται στην δημοφιλή τις τελευταίες δεκαετίες συλλογιστική που θέλει τον λαό –αυτό το αόριστο μόρφωμα- οδοδείκτη κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας και προσαρμόζει τις αρχές και τις αξίες της στα καπρίτσια των δημοσκοπικών ευρημάτων.

Αυτή η αφήγηση αντιμετωπίζει στην καλύτερη περίπτωση (αυτή που συναινεί στον εμβολιασμό αλλά θέλει να χαϊδέψει αυτιά) το κοινωνικό σώμα ως άβουλο πλήθος, πλήθος που άγεται και φέρεται από το ποιος θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και η Αριστερά οφείλει να καλύψει το κενό, να ακούσει «τους προβληματισμούς του κόσμου». Διαβλέπει έτσι λανθασμένα στην υγειονομική κρίση μια ευκαιρία να «πιάσει πελατεία». Στην χειρότερη (αυτή που υποτιμά τον ιό και ρέπει σε μια άνευ όρων αλλεργία προς πάσης φύσεως μέτρα προστασίας) ανάγει το ίδιο πλήθος σε αλάνθαστο κοινωνικό υποκείμενο με το οποίο έχουμε χρέος να ταυτιστούμε. Η δεύτερη παράδοση βλέπει κάθε επιστημονική ανακάλυψη με καχυποψία και για αυτήν οι φαρμακευτικές εταιρίες είναι μόνον απρόσωπες μονάδες, ενώ το επιστημονικό προσωπικό που συμμετέχει στις τεχνικές διαδικασίες είναι μίσθαρνα των ΔΣ των εταιριών τους.

Μας γίνεται αντιληπτή επίσης η μεγάλη αντίφαση όσων υποστηρίζουν τα παραπάνω. Από τη μια ο λαός είναι παραπλανημένος ή δημοκρατικά ανήσυχος, από την άλλη όμως όσοι συμμετέχουν στην αλυσίδα παραγωγής φαρμάκων είναι απαρεγκλίτως αφελείς ή τσιράκια των πολυεθνικών. Τι κι αν στο παρελθόν σκάνδαλα που αφορούσαν την λειτουργία φαρμακευτικών και τραπεζικών κολοσσών και ήρθαν στην επιφάνεια από μέλη της επιστημονικής κοινότητας διαψεύδουν αυτό το αφήγημα, τι κι αν εκατομμύρια παιδιά και ηλικιωμένοι κάνουν εμβόλια σωτήρια για την ζωή τους κάθε χρόνο. Προφανώς δεν γίνεται καμία κουβέντα για το ότι μια σειρά από καθημερινές μας λειτουργίες αφορούν υπηρεσίες που παρέχουν πολυεθνικές, με την κριτική να γίνεται όμως στο πως αυτές παρέχονται (σε επίπεδο κοστολόγησης, ασφάλειας των χρηστών, επιπέδου εξυπηρέτησης) γιατί το ενδιαφέρον της είναι υποκριτικό και επιλεκτικό, και το επόμενο βήμα της είναι με μαθηματική ακρίβεια να ασπαστεί την πασίγνωστη συνωμοσιολογική αρλούμπα περί εμβολίων και αυτισμού. Ούτε ασφαλώς θίγεται το ότι τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά, γιατί τα μόνο αποτελέσματα που χρησιμοποιούνται από τους αντιεμβολιαστές της Αριστεράς είναι εκείνα που βολεύουν (το ίδιο ισχύει και για τις μάσκες προσώπου).

Θα μπορούσε ασφαλώς κανείς να επιχειρηματολογήσει και με βάση του παραπάνω ότι η πολιτική ήττα και αποστράτευση έχει κάνει μερικούς να υιοθετούν κάθε απίθανο σενάριο προς άγρα οπαδών και ψηφοφόρων. Θα μπορούσε να ισχυριστεί πως είναι υγιές που αμφισβητούνται οι κυρίαρχες αφηγήσεις της εξουσίας έστω και με λάθος τρόπο. Και θα ήταν απολύτως συντροφικό και δίκαιο να ανοίξει κουβέντα, να γίνει ο ίδιος αντικείμενο κριτικής, να εμπλακεί στην συζήτηση δίχως την σοφία του παντογνώστη και με ζωντανή την υπενθύμιση πως μια κυβέρνηση Αδώνιδων και Κούληδων αδιαφορεί να λύσει το πρόβλημα και πως μια ρεφορμιστική εναλλακτική είναι αντιμέτωπη με τα όρια που θέτουν τα συμφέροντα των κλινικαρχών και οι προτεραιότητες του αστικού κράτους.

Αλλά βασική συνθήκη αποτελεί η γόνιμη απόρριψη της αντιεμβολιαστικής φρενίτιδας σε έναν χώρο συνυφασμένο με την επιστημονική πρόοδο, κομμάτι της οποίας είναι και το σύγχρονο ιατρικό θαύμα, σκέλος του οποίου είναι και οι μαζικοί εμβολιασμοί που αν ευθύνονται για κάτι είναι για την επιμήκυνση τους προσδόκιμου ζωής. Όσοι δείχνουν απρόθυμοι να συμβαδίσουν με τον τελευταίο όρο θα καταρρεύσουν μέσα στη χλεύη φίλων και αντιπάλων. Ελπίζουμε να είναι αρκετά υγιείς ώστε με το τέλος της οδυνηρής περιπέτειας να κατακεραυνώνουν στον κλειστό τους κύκλο γραπτά και πάλι την «υπεύθυνη» αρτηριοσκληρωτική Αριστερά, έχοντας οι ίδιοι προ πολλού εθισμένοι στην νηπιακή ασθένεια του κινηματισμού τον οποίο και προκρίνουν ως υπέρτερο της θεωρητικής πολιτικής ανάλυσης. Προς το παρόν τους προτείνουμε ένα κρύο ποτήρι νερό.

Του Βαγγέλη Μαρινάκη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Rosa.gr

More in
Comments
Κυβερνητική βουλιμία, Αριστερά της ψέκας κι ένα ποτήρι νερό

Κυβερνητική βουλιμία, Αριστερά της ψέκας κι ένα ποτήρι νερό

Ας το ξεκαθαρίσουμε για να μην υπάρχει παρεξήγηση: Η αντιδημοκρατική βουλιμία των κυβερνήσεων –δεν είναι μοναδική η ελληνική περίπτωση- που εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού προσπαθούν να ξεγράψουν μια σειρά από δημοκρατικές κατακτήσεις και εργασιακά δικαιώματα είναι απολύτως υπαρκτή και επικίνδυνη εξέλιξη.

Δεν οφείλεται ασφαλώς στον ιό, τέτοιες τάσεις προϋπήρχαν (η περίπτωση Ινδαρέ είναι εμβληματική) αλλά η πανδημία έδρασε ως καταλύτης και επιταχυντής των εξελίξεων, ακριβώς γιατί επιτρέπει στους κυβερνώντες να κρύψουν τις απόλυτα ταξικές επιλογές τους πίσω από την υγειονομική κρίση και το κράτος έκτακτης ανάγκης. Γεγονός επίσης αδιαμφισβήτητο είναι πως η εξουσία αρέσκεται σε μια λαθροχειρία, ταυτίζοντας όσους αποδέχονται τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία αλλά θέτουν ερωτήματα για το είδος και το ύφος των περιοριστικών μέτρων με τον κόσμο του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας, όσους δηλαδή συνηθίσαμε να αποκαλούμε «ψεκασμένους».

Θα ήταν παράλογο λοιπόν κανείς, ειδικά όποιος προσδιορίζεται ως προοδευτικός, αριστερός, ριζοσπάστης, σοσιαλιστής ή κομμουνιστής να μην προβληματίζεται και να μην αντιδρά κατά αυτού του πλαισίου που επιχειρεί να διαμορφώσει η εκτελεστική εξουσία. Το πώς είναι μια μεγάλη συζήτηση και θεωρώ –όντας ανοικτός σε όποια μορφή πάλης συμπεριλαμβάνει την έγνοια για την δημόσια υγεία- πως ο συνδυασμός συμβολικών παρεμβάσεων, αλληλεγγύης προς τους αδύναμους και ενημέρωσης (δια ζώσης και διαδικτυακά) των μαζών για την βαθιά πολιτική πτυχή της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης που την ακολουθεί είναι απαραίτητα στοιχεία του μίγματος.

Δεν θα πρέπει να εκφύγει επίσης της προσοχής και ανάλυσής μας η στενή σχέση κράτους και φαρμακευτικού κεφαλαίου, συνέπεια της οποίας θα είναι το επόμενο διάστημα να έρθουν στην επιφάνεια τα αναμενόμενα σκάνδαλα υπερκοστολόγησης, με τον λογαριασμό να βαραίνει τις πλάτες των υποτελών τάξεων.

Από τα παραπάνω όμως μέχρι την διαρκώς κερδίζουσα στους κόλπους της Αριστεράς αντίληψη ότι η παραγωγή και διανομή εμβολίων από πολυεθνικές εταιρίες ή το κράτος πρέπει να μας δημιουργεί δεύτερες σκέψεις για τον μαζικό εμβολιασμό per se υπάρχει μεγάλη απόσταση. Οι ρίζες μιας τέτοιας επικίνδυνης οπτικής έγκειται στην δημοφιλή τις τελευταίες δεκαετίες συλλογιστική που θέλει τον λαό –αυτό το αόριστο μόρφωμα- οδοδείκτη κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας και προσαρμόζει τις αρχές και τις αξίες της στα καπρίτσια των δημοσκοπικών ευρημάτων.

Αυτή η αφήγηση αντιμετωπίζει στην καλύτερη περίπτωση (αυτή που συναινεί στον εμβολιασμό αλλά θέλει να χαϊδέψει αυτιά) το κοινωνικό σώμα ως άβουλο πλήθος, πλήθος που άγεται και φέρεται από το ποιος θα υπερασπιστεί τα δικαιώματά του και η Αριστερά οφείλει να καλύψει το κενό, να ακούσει «τους προβληματισμούς του κόσμου». Διαβλέπει έτσι λανθασμένα στην υγειονομική κρίση μια ευκαιρία να «πιάσει πελατεία». Στην χειρότερη (αυτή που υποτιμά τον ιό και ρέπει σε μια άνευ όρων αλλεργία προς πάσης φύσεως μέτρα προστασίας) ανάγει το ίδιο πλήθος σε αλάνθαστο κοινωνικό υποκείμενο με το οποίο έχουμε χρέος να ταυτιστούμε. Η δεύτερη παράδοση βλέπει κάθε επιστημονική ανακάλυψη με καχυποψία και για αυτήν οι φαρμακευτικές εταιρίες είναι μόνον απρόσωπες μονάδες, ενώ το επιστημονικό προσωπικό που συμμετέχει στις τεχνικές διαδικασίες είναι μίσθαρνα των ΔΣ των εταιριών τους.

Μας γίνεται αντιληπτή επίσης η μεγάλη αντίφαση όσων υποστηρίζουν τα παραπάνω. Από τη μια ο λαός είναι παραπλανημένος ή δημοκρατικά ανήσυχος, από την άλλη όμως όσοι συμμετέχουν στην αλυσίδα παραγωγής φαρμάκων είναι απαρεγκλίτως αφελείς ή τσιράκια των πολυεθνικών. Τι κι αν στο παρελθόν σκάνδαλα που αφορούσαν την λειτουργία φαρμακευτικών και τραπεζικών κολοσσών και ήρθαν στην επιφάνεια από μέλη της επιστημονικής κοινότητας διαψεύδουν αυτό το αφήγημα, τι κι αν εκατομμύρια παιδιά και ηλικιωμένοι κάνουν εμβόλια σωτήρια για την ζωή τους κάθε χρόνο. Προφανώς δεν γίνεται καμία κουβέντα για το ότι μια σειρά από καθημερινές μας λειτουργίες αφορούν υπηρεσίες που παρέχουν πολυεθνικές, με την κριτική να γίνεται όμως στο πως αυτές παρέχονται (σε επίπεδο κοστολόγησης, ασφάλειας των χρηστών, επιπέδου εξυπηρέτησης) γιατί το ενδιαφέρον της είναι υποκριτικό και επιλεκτικό, και το επόμενο βήμα της είναι με μαθηματική ακρίβεια να ασπαστεί την πασίγνωστη συνωμοσιολογική αρλούμπα περί εμβολίων και αυτισμού. Ούτε ασφαλώς θίγεται το ότι τα ερευνητικά αποτελέσματα δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά, γιατί τα μόνο αποτελέσματα που χρησιμοποιούνται από τους αντιεμβολιαστές της Αριστεράς είναι εκείνα που βολεύουν (το ίδιο ισχύει και για τις μάσκες προσώπου).

Θα μπορούσε ασφαλώς κανείς να επιχειρηματολογήσει και με βάση του παραπάνω ότι η πολιτική ήττα και αποστράτευση έχει κάνει μερικούς να υιοθετούν κάθε απίθανο σενάριο προς άγρα οπαδών και ψηφοφόρων. Θα μπορούσε να ισχυριστεί πως είναι υγιές που αμφισβητούνται οι κυρίαρχες αφηγήσεις της εξουσίας έστω και με λάθος τρόπο. Και θα ήταν απολύτως συντροφικό και δίκαιο να ανοίξει κουβέντα, να γίνει ο ίδιος αντικείμενο κριτικής, να εμπλακεί στην συζήτηση δίχως την σοφία του παντογνώστη και με ζωντανή την υπενθύμιση πως μια κυβέρνηση Αδώνιδων και Κούληδων αδιαφορεί να λύσει το πρόβλημα και πως μια ρεφορμιστική εναλλακτική είναι αντιμέτωπη με τα όρια που θέτουν τα συμφέροντα των κλινικαρχών και οι προτεραιότητες του αστικού κράτους.

Αλλά βασική συνθήκη αποτελεί η γόνιμη απόρριψη της αντιεμβολιαστικής φρενίτιδας σε έναν χώρο συνυφασμένο με την επιστημονική πρόοδο, κομμάτι της οποίας είναι και το σύγχρονο ιατρικό θαύμα, σκέλος του οποίου είναι και οι μαζικοί εμβολιασμοί που αν ευθύνονται για κάτι είναι για την επιμήκυνση τους προσδόκιμου ζωής. Όσοι δείχνουν απρόθυμοι να συμβαδίσουν με τον τελευταίο όρο θα καταρρεύσουν μέσα στη χλεύη φίλων και αντιπάλων. Ελπίζουμε να είναι αρκετά υγιείς ώστε με το τέλος της οδυνηρής περιπέτειας να κατακεραυνώνουν στον κλειστό τους κύκλο γραπτά και πάλι την «υπεύθυνη» αρτηριοσκληρωτική Αριστερά, έχοντας οι ίδιοι προ πολλού εθισμένοι στην νηπιακή ασθένεια του κινηματισμού τον οποίο και προκρίνουν ως υπέρτερο της θεωρητικής πολιτικής ανάλυσης. Προς το παρόν τους προτείνουμε ένα κρύο ποτήρι νερό.

Του Βαγγέλη Μαρινάκη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Rosa.gr

More in
Comments