Ιστορίες καθημερινής παράνοιας

Ιστορίες καθημερινής παράνοιας

Κάθε πρωί το ίδιο μοτίβο. Ξυπνάς γύρω στις 08:00. Ανοίγεις το μάτι κι αυτόματα κοιτάζεις προς το παράθυρο, ένα παράθυρο που καλύπτει τα δύο τρίτα του τοίχου κι απ΄ το οποίο έχεις την τύχη ν' ατενίζεις ελεύθερα τα άνω τμήματα των απέναντι κτηρίων, το καμπαναριό της κεντρικότερης εκκλησίας της πόλης, την αριστερή πλαγιά του λόφου κι ένα τεράστιο κομμάτι ουρανού. Ακόμα και ξαπλωμένος, ναι.

Και περιστέρια. Αμέτρητα και πάντοτε, αφού αυτή η περιοχή εδώ είναι και το δικό τους σπίτι τα τελευταία χρόνια, από τότε δηλαδή που πήραν την ανεξιχνίαστη εκείνη απόφαση να γκρεμίσουν τον εντυπωσιακό πολυόροφο περιστερώνα στο κέντρο της μεγαλύτερης λιμνούλας του δημοτικού κήπου. Ένας περιστερώνας που βρισκόταν εκεί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έκτοτε, όλα αυτά τα περιστέρια έχουν μετατραπεί σε άστεγους νομάδες που μοιράζονται την περιοχή του κέντρου με τους κατοίκους της πόλης. Όταν μαζεύονται, δε, και αράζουν μιλιούνια πάνω στο κεντρικό καμπαναριό, νιώθεις στο πετσί σου ότι την εικόνα αυτή μπροστά στα μάτια σου την έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Ας φύγουμε όμως απ΄τα περιστέρια κι ας τ'αφήσουμε στην ησυχία τους. Το μάτι λοιπόν έχει ανοίξει απ΄τις 08:00 όμως εσύ, όντας άεργος σε αναστολή για δεύτερη φορά τον τελευταίο χρόνο, αποφασίζεις πως δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να σηκωθείς απ' το κρεβάτι σου, κι έτσι στριφογυρίζεις και χαζοκοιμάσαι για καμιά ώρα ακόμα.

Γύρω στις 21:00 το παίρνεις απόφαση ν' αντιμετωπίσεις μία ακόμα Δεκεμβριανή μέρα του 2020 και ξεγλιστράς απ ' τα παπλώματα. Πρώτη κίνηση : εσπρεσιέρα στο "on". Την παρήγγειλες τελικά την πολυπόθητη εσπρεσιέρα μέσα στην πρώτη εβδομάδα της δεύτερης καραντίνας. Η παλιά σου μηχανή τα 'χε φτύσει λίγο καιρό πριν αλλά αυτό δε σε πολυαπασχολούσε ως τώρα, αφού ίσα που προλάβαινες να ρίξεις έναν ύπνο σπίτι σου με τα ωράρια που είχες το αμέσως προηγούμενο διάστημα, πόσο μάλλον ν'απολαύσεις σπιτικό καφέ. Τώρα όμως, κι ενώ με τους πρόχειρους υπολογισμούς σου κατέληξες πως για την απόσβεση αυτής της αγοράς θα χρειαστούν κάτι λιγότερο από δύο εβδομάδες, ήταν η χρυσή ευκαιρία. Εξ 'άλλου ήσουν βέβαιος πως θα παραμείνεις πολύ περισσότερο χρόνο σ'αυτή την κατάσταση, και δε χρειαζόταν και καμιά ιδιαίτερη συγγένεια με την Πυθία για να καταλήξεις σ΄αυτό το συμπέρασμα.

Δεύτερη κίνηση, laptop στη θέση "on", κι ενώ είσαι ακόμα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου αρχίζεις τη διερεύνηση των τελευταίων εξελίξεων της επικαιρότητας. Διαβάζεις τίτλους άρθρων όπως :

"Κορονοιός : 58 θάνατοι, 534 διασωληνωμένοι, 901 νέα κρούσματα" (φαντάζομαι αυτά τώρα θα ναι μετά την ενοποίηση των στοιχείων από τις δύο διαφορετικές βάσεις καταγραφής, σκέφτεσαι αυτόματα)

"Εγκληματική αδιαφορία και διαχειριστική ανικανότητα της κυβέρνησης στην πανδημία - Συγκλονιστικές καταγγελίες εργαζομένων"

"100 εκατομμύρια λιγότερα στους λογαριασμούς των αγροκτηνοτρόφων. Πού πήγαν τα λεφτά;" ( οέο, συμπληρώνεις εδώ)

"Η δημοσιογραφία του ΣΚΑΙ είναι υπέρκομψη όπως η Μαρέβα (εδώ σου ξεφεύγει ένα γελάκι)

"Παραίτηση της Δήμητρας Κρουστάλλη από το Βήμα. Καταγγέλει πιέσεις απ'το Μαξίμου"

"Το σφράγισμα σπιτιών ως σφράγισμα μυαλών και στομάτων" (εδώ θυμάσαι και 'κείνη τη δήλωση του Γεωργιάδη προς τους μικροεπιχειρηματίες "Αν δε συμμορφωθείτε επαρκώς θα σας κλείσουμε")

Πετυχαίνεις και μια αναφορά στην έκθεση Πισσαρίδη κ όπως τη φέρνεις πάλι στο μυαλό σου, αναρωτιέσαι μήπως στην πραγματικότητα την έχει συντάξει ο Λιούις Κάρολ τελικά την έκθεση αυτή. Ή ο Άντερσεν ίσως; Τόσο εξωφρενική και εκτός τόπου και χρόνου σου φάνηκε, όσο και βολική για την άρχουσα τάξη η αλήθεια είναι. Τα παραμύθια όμως, εδώ που τα λέμε, χαρακτηρίζονται ως επί το πλείστον  από αίσιο τέλος και δικαιοσύνη για τους αδύναμους και τους αδικημένους. Όχι, παντελώς άστοχος παραλληλισμός τώρα που το ξανασκέφτεσαι, τον παίρνεις πίσω.

Διαβάζεις, σκέφτεσαι, επεξεργάζεσαι και τούμπαλιν, μέχρι που νιώθεις το κεφάλι σου σαν καζάνι που βράζει οπότε και αποφασίζεις πως αρκεί η ενημέρωση για την ώρα. Ζεις μόνος, κι έτσι δεν έχεις κάποιου είδους υποχρέωση στην προκειμένη φάση πέρα απ΄τη σκυλίτσα σου, και η βόλτα της μικρής αργεί ακόμα. Προχωράς λοιπόν στο επόμενο, αδιαπραγμάτευτο και καθιερωμένο στάδιο : μουσική ακρόαση. Τις περισσότερες μέρες η μουσική γεμίζει τ'αυτιά, το μυαλό και την ψυχή σου. Οικεία αγαπημένα ακούσματα παρέα με καινούρια κι άγνωστα, έτοιμα για εξερεύνηση. Ένας ολόκληρος κόσμος που τον ένιωθες πάντα "σπίτι σου", ενώ παράλληλα σε φέρνει σε επαφή με ενδιαφέροντες ανθρώπους τριγύρω, ανθρώπους με τους οποίους μοιράζεσαι την ίδια αγάπη και πανομοιότυπη ιδιοσυγκρασία (στην προκειμένη φάση διαδικτυακή επαφή, φυσικά).

Όλα αυτά όμως, τις περισσότερες μέρες. Τις πολύ κακές - σαν τη σημερινή- δε μπορείς καν ν΄αποφασίσεις ποιό κομμάτι θέλεις ν΄ακούσεις. Η ψυχολογία σου είναι τόσο μπερδεμένη και σκοτεινή που νιώθεις πως αδυνατείς να την παντρέψεις με το οποιοδήποτε άκουσμα. Βάζεις εν τέλει κάτι να παίζει, με πιθανότητες 30/70 να καταφέρει ν'απωθήσει αυτή την αχόρταγη μαυρίλα που ήδη απ'τις 08:00 το πρωί έχει άρχισει να σε περικυκλώνει.

Κάπου εκεί αρχίζουν και τα πρώτα τηλέφωνα. Κοντινοί σου άνθρωποι, με αγωνίες που μοιάζουν με τις δικές σου, παίρνουν να δουν πώς είσαι, να σου πουν τα δικά τους, να νιώσουν έστω μια σκιά κοινωνικής συναναστροφής. Τις πολύ κακές μέρες όμως, δεν απαντάς. Νιώθεις πως είναι πάνω απ΄τις δυνάμεις σου. Όχι πως δεν τους αγαπάς και δε θέλεις να τους ακούσεις, απλώς δεν το αντέχεις. Κι εκείνοι το ξέρουν. Αν είναι κάτι σημαντικό θα επιμείνουν. Έως τότε όμως αποφασίζεις πως όχι, σήμερα δε θα το σηκώσεις.

Το τηλέφωνο επιτέλους σταματάει να χτυπά και συ κλείνεις τα μάτια σου για λίγο, να συγκεντρωθείς πάλι στην πραγματικότητά σου. Επόμενη σκέψη : τί θα φας σήμερα; Που αν μπορούσες θα το 'ραβες το ρημάδι το στόμα σου μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία, αφού μ' αυτούς τους ρυθμούς σε φαντάζεσαι σύντομα αρκούδα που μετά βίας θα χωράει να περάσει από την πόρτα. Και κάπου εδώ σκέφτεσαι πως δε σου φτάνουν όλα τα υπόλοιπα άγχη στην παρούσα κατάσταση, έχεις κι αυτό να σε βασανίζει, κι έτσι αντιλαμβάνεσαι επακριβώς τη φράση " εδώ ο κόσμος καίγεται και το.... " (δε θα ολοκληρώσω τη φράση για λόγους ευπρέπειας).

Όλες αυτές οι τραγελαφικές σκέψεις σε κάνουν μ' έναν τρόπο ν' αναρωτηθείς αν τελικά προσμένεις την επιστροφή σου στον πολιτισμό, ή όχι. Εδώ τώρα περνάμε σ' ένα θέμα επαναλαμβανόμενων συζητήσεων και αναλύσεων με τον εαυτό σου (ναι, με τον εαυτό σου. Να υπενθυμίσω ότι ο τίτλος του κειμένου συμπεριλαμβάνει τη λέξη "παράνοια" και η επιλογή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία).

Οι περισσότερες από αυτές τις αναλύσεις λοιπόν, καταλήγουν στη διαπίστωση πως στο βάθος η επανένταξη στον πολιτισμό έχει αρχίσει να σε αγχώνει, και οι λόγοι είναι ποικίλοι. Ενδεικτικά θα μπορούσαμε ν' αναφέρουμε πως το αμέσως προηγούμενο διάστημα έτρεχες ασταμάτητα από το πρωί έως το βράδυ, συμβιβαζόμενος με εργασιακή απασχόληση μακριά από τα θέλω σου για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, με πλήρη απουσία προσωπικού και δημιουργικού χρόνου και με οικονομικές απολαβές για γέλια μέχρι δακρύων, ενώ ήδη οραματιζόσουν τον εαυτό σου σε μια απομακρυσμένη ακρογιαλιά, να ζεις σ ένα vintage τροχόσπιτο παρέα με τους γλάρους και τα ψάρια.

Σε αγχώνει λοιπόν η επιστροφή σε μια πραγματικότητα ακόμα χειρότερη από εκείνη που άφησες πριν το lock down και το κεφάλι σου παίρνει φωτιά, γιατί ξέρεις πως η λύση δεν είναι το vintage τροχόσπιτο και οι γλάροι. Γιατί ξέρεις πως το θέμα είναι τί σκατά μπορείς να κάνεις τελικά ώστε να μη σε τρομάζει η πραγματικότητα στην οποία πρέπει να επιστρέψεις, να μη σε τρομάζει η ίδια σου η ζωή έτσι όπως εξελίσσεται.

Κάπως έτσι, κι ενώ άλλη μια εκπληκτική μέρα πλησιάζει προς το τέλος της, μεταπηδάς επαναλαμβανόμενα από τη θλίψη στην οργή κι απ΄την οργή στην ηρεμία κι αντιστρόφως, με μια συχνότητα εξαντλητική και παρανοική. 'Αλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η λέξη "παράνοια" στον τίτλο δε χρησιμοποιήθηκε τυχαία. Μόνο που τούτη εδώ η κατάσταση δεν είναι χαρακτηριστικό σου έμφυτο, τουλάχιστον όχι σ' αυτόν τον βαθμό. Είναι ένα προσόν-δωράκι επίκτητο ,χάρισμα των όμορφων καιρών μας, και συ προσπαθείς να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου, μπας και καταφέρεις  να μάθεις να το διαχειρίζεσαι και να ζεις μ' αυτό.

More in
Comments
Ιστορίες καθημερινής παράνοιας

Ιστορίες καθημερινής παράνοιας

Κάθε πρωί το ίδιο μοτίβο. Ξυπνάς γύρω στις 08:00. Ανοίγεις το μάτι κι αυτόματα κοιτάζεις προς το παράθυρο, ένα παράθυρο που καλύπτει τα δύο τρίτα του τοίχου κι απ΄ το οποίο έχεις την τύχη ν' ατενίζεις ελεύθερα τα άνω τμήματα των απέναντι κτηρίων, το καμπαναριό της κεντρικότερης εκκλησίας της πόλης, την αριστερή πλαγιά του λόφου κι ένα τεράστιο κομμάτι ουρανού. Ακόμα και ξαπλωμένος, ναι.

Και περιστέρια. Αμέτρητα και πάντοτε, αφού αυτή η περιοχή εδώ είναι και το δικό τους σπίτι τα τελευταία χρόνια, από τότε δηλαδή που πήραν την ανεξιχνίαστη εκείνη απόφαση να γκρεμίσουν τον εντυπωσιακό πολυόροφο περιστερώνα στο κέντρο της μεγαλύτερης λιμνούλας του δημοτικού κήπου. Ένας περιστερώνας που βρισκόταν εκεί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έκτοτε, όλα αυτά τα περιστέρια έχουν μετατραπεί σε άστεγους νομάδες που μοιράζονται την περιοχή του κέντρου με τους κατοίκους της πόλης. Όταν μαζεύονται, δε, και αράζουν μιλιούνια πάνω στο κεντρικό καμπαναριό, νιώθεις στο πετσί σου ότι την εικόνα αυτή μπροστά στα μάτια σου την έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Χίτσκοκ.

Ας φύγουμε όμως απ΄τα περιστέρια κι ας τ'αφήσουμε στην ησυχία τους. Το μάτι λοιπόν έχει ανοίξει απ΄τις 08:00 όμως εσύ, όντας άεργος σε αναστολή για δεύτερη φορά τον τελευταίο χρόνο, αποφασίζεις πως δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να σηκωθείς απ' το κρεβάτι σου, κι έτσι στριφογυρίζεις και χαζοκοιμάσαι για καμιά ώρα ακόμα.

Γύρω στις 21:00 το παίρνεις απόφαση ν' αντιμετωπίσεις μία ακόμα Δεκεμβριανή μέρα του 2020 και ξεγλιστράς απ ' τα παπλώματα. Πρώτη κίνηση : εσπρεσιέρα στο "on". Την παρήγγειλες τελικά την πολυπόθητη εσπρεσιέρα μέσα στην πρώτη εβδομάδα της δεύτερης καραντίνας. Η παλιά σου μηχανή τα 'χε φτύσει λίγο καιρό πριν αλλά αυτό δε σε πολυαπασχολούσε ως τώρα, αφού ίσα που προλάβαινες να ρίξεις έναν ύπνο σπίτι σου με τα ωράρια που είχες το αμέσως προηγούμενο διάστημα, πόσο μάλλον ν'απολαύσεις σπιτικό καφέ. Τώρα όμως, κι ενώ με τους πρόχειρους υπολογισμούς σου κατέληξες πως για την απόσβεση αυτής της αγοράς θα χρειαστούν κάτι λιγότερο από δύο εβδομάδες, ήταν η χρυσή ευκαιρία. Εξ 'άλλου ήσουν βέβαιος πως θα παραμείνεις πολύ περισσότερο χρόνο σ'αυτή την κατάσταση, και δε χρειαζόταν και καμιά ιδιαίτερη συγγένεια με την Πυθία για να καταλήξεις σ΄αυτό το συμπέρασμα.

Δεύτερη κίνηση, laptop στη θέση "on", κι ενώ είσαι ακόμα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου αρχίζεις τη διερεύνηση των τελευταίων εξελίξεων της επικαιρότητας. Διαβάζεις τίτλους άρθρων όπως :

"Κορονοιός : 58 θάνατοι, 534 διασωληνωμένοι, 901 νέα κρούσματα" (φαντάζομαι αυτά τώρα θα ναι μετά την ενοποίηση των στοιχείων από τις δύο διαφορετικές βάσεις καταγραφής, σκέφτεσαι αυτόματα)

"Εγκληματική αδιαφορία και διαχειριστική ανικανότητα της κυβέρνησης στην πανδημία - Συγκλονιστικές καταγγελίες εργαζομένων"

"100 εκατομμύρια λιγότερα στους λογαριασμούς των αγροκτηνοτρόφων. Πού πήγαν τα λεφτά;" ( οέο, συμπληρώνεις εδώ)

"Η δημοσιογραφία του ΣΚΑΙ είναι υπέρκομψη όπως η Μαρέβα (εδώ σου ξεφεύγει ένα γελάκι)

"Παραίτηση της Δήμητρας Κρουστάλλη από το Βήμα. Καταγγέλει πιέσεις απ'το Μαξίμου"

"Το σφράγισμα σπιτιών ως σφράγισμα μυαλών και στομάτων" (εδώ θυμάσαι και 'κείνη τη δήλωση του Γεωργιάδη προς τους μικροεπιχειρηματίες "Αν δε συμμορφωθείτε επαρκώς θα σας κλείσουμε")

Πετυχαίνεις και μια αναφορά στην έκθεση Πισσαρίδη κ όπως τη φέρνεις πάλι στο μυαλό σου, αναρωτιέσαι μήπως στην πραγματικότητα την έχει συντάξει ο Λιούις Κάρολ τελικά την έκθεση αυτή. Ή ο Άντερσεν ίσως; Τόσο εξωφρενική και εκτός τόπου και χρόνου σου φάνηκε, όσο και βολική για την άρχουσα τάξη η αλήθεια είναι. Τα παραμύθια όμως, εδώ που τα λέμε, χαρακτηρίζονται ως επί το πλείστον  από αίσιο τέλος και δικαιοσύνη για τους αδύναμους και τους αδικημένους. Όχι, παντελώς άστοχος παραλληλισμός τώρα που το ξανασκέφτεσαι, τον παίρνεις πίσω.

Διαβάζεις, σκέφτεσαι, επεξεργάζεσαι και τούμπαλιν, μέχρι που νιώθεις το κεφάλι σου σαν καζάνι που βράζει οπότε και αποφασίζεις πως αρκεί η ενημέρωση για την ώρα. Ζεις μόνος, κι έτσι δεν έχεις κάποιου είδους υποχρέωση στην προκειμένη φάση πέρα απ΄τη σκυλίτσα σου, και η βόλτα της μικρής αργεί ακόμα. Προχωράς λοιπόν στο επόμενο, αδιαπραγμάτευτο και καθιερωμένο στάδιο : μουσική ακρόαση. Τις περισσότερες μέρες η μουσική γεμίζει τ'αυτιά, το μυαλό και την ψυχή σου. Οικεία αγαπημένα ακούσματα παρέα με καινούρια κι άγνωστα, έτοιμα για εξερεύνηση. Ένας ολόκληρος κόσμος που τον ένιωθες πάντα "σπίτι σου", ενώ παράλληλα σε φέρνει σε επαφή με ενδιαφέροντες ανθρώπους τριγύρω, ανθρώπους με τους οποίους μοιράζεσαι την ίδια αγάπη και πανομοιότυπη ιδιοσυγκρασία (στην προκειμένη φάση διαδικτυακή επαφή, φυσικά).

Όλα αυτά όμως, τις περισσότερες μέρες. Τις πολύ κακές - σαν τη σημερινή- δε μπορείς καν ν΄αποφασίσεις ποιό κομμάτι θέλεις ν΄ακούσεις. Η ψυχολογία σου είναι τόσο μπερδεμένη και σκοτεινή που νιώθεις πως αδυνατείς να την παντρέψεις με το οποιοδήποτε άκουσμα. Βάζεις εν τέλει κάτι να παίζει, με πιθανότητες 30/70 να καταφέρει ν'απωθήσει αυτή την αχόρταγη μαυρίλα που ήδη απ'τις 08:00 το πρωί έχει άρχισει να σε περικυκλώνει.

Κάπου εκεί αρχίζουν και τα πρώτα τηλέφωνα. Κοντινοί σου άνθρωποι, με αγωνίες που μοιάζουν με τις δικές σου, παίρνουν να δουν πώς είσαι, να σου πουν τα δικά τους, να νιώσουν έστω μια σκιά κοινωνικής συναναστροφής. Τις πολύ κακές μέρες όμως, δεν απαντάς. Νιώθεις πως είναι πάνω απ΄τις δυνάμεις σου. Όχι πως δεν τους αγαπάς και δε θέλεις να τους ακούσεις, απλώς δεν το αντέχεις. Κι εκείνοι το ξέρουν. Αν είναι κάτι σημαντικό θα επιμείνουν. Έως τότε όμως αποφασίζεις πως όχι, σήμερα δε θα το σηκώσεις.

Το τηλέφωνο επιτέλους σταματάει να χτυπά και συ κλείνεις τα μάτια σου για λίγο, να συγκεντρωθείς πάλι στην πραγματικότητά σου. Επόμενη σκέψη : τί θα φας σήμερα; Που αν μπορούσες θα το 'ραβες το ρημάδι το στόμα σου μέχρι να τελειώσει αυτή η ιστορία, αφού μ' αυτούς τους ρυθμούς σε φαντάζεσαι σύντομα αρκούδα που μετά βίας θα χωράει να περάσει από την πόρτα. Και κάπου εδώ σκέφτεσαι πως δε σου φτάνουν όλα τα υπόλοιπα άγχη στην παρούσα κατάσταση, έχεις κι αυτό να σε βασανίζει, κι έτσι αντιλαμβάνεσαι επακριβώς τη φράση " εδώ ο κόσμος καίγεται και το.... " (δε θα ολοκληρώσω τη φράση για λόγους ευπρέπειας).

Όλες αυτές οι τραγελαφικές σκέψεις σε κάνουν μ' έναν τρόπο ν' αναρωτηθείς αν τελικά προσμένεις την επιστροφή σου στον πολιτισμό, ή όχι. Εδώ τώρα περνάμε σ' ένα θέμα επαναλαμβανόμενων συζητήσεων και αναλύσεων με τον εαυτό σου (ναι, με τον εαυτό σου. Να υπενθυμίσω ότι ο τίτλος του κειμένου συμπεριλαμβάνει τη λέξη "παράνοια" και η επιλογή αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία).

Οι περισσότερες από αυτές τις αναλύσεις λοιπόν, καταλήγουν στη διαπίστωση πως στο βάθος η επανένταξη στον πολιτισμό έχει αρχίσει να σε αγχώνει, και οι λόγοι είναι ποικίλοι. Ενδεικτικά θα μπορούσαμε ν' αναφέρουμε πως το αμέσως προηγούμενο διάστημα έτρεχες ασταμάτητα από το πρωί έως το βράδυ, συμβιβαζόμενος με εργασιακή απασχόληση μακριά από τα θέλω σου για καθαρά βιοποριστικούς λόγους, με πλήρη απουσία προσωπικού και δημιουργικού χρόνου και με οικονομικές απολαβές για γέλια μέχρι δακρύων, ενώ ήδη οραματιζόσουν τον εαυτό σου σε μια απομακρυσμένη ακρογιαλιά, να ζεις σ ένα vintage τροχόσπιτο παρέα με τους γλάρους και τα ψάρια.

Σε αγχώνει λοιπόν η επιστροφή σε μια πραγματικότητα ακόμα χειρότερη από εκείνη που άφησες πριν το lock down και το κεφάλι σου παίρνει φωτιά, γιατί ξέρεις πως η λύση δεν είναι το vintage τροχόσπιτο και οι γλάροι. Γιατί ξέρεις πως το θέμα είναι τί σκατά μπορείς να κάνεις τελικά ώστε να μη σε τρομάζει η πραγματικότητα στην οποία πρέπει να επιστρέψεις, να μη σε τρομάζει η ίδια σου η ζωή έτσι όπως εξελίσσεται.

Κάπως έτσι, κι ενώ άλλη μια εκπληκτική μέρα πλησιάζει προς το τέλος της, μεταπηδάς επαναλαμβανόμενα από τη θλίψη στην οργή κι απ΄την οργή στην ηρεμία κι αντιστρόφως, με μια συχνότητα εξαντλητική και παρανοική. 'Αλλωστε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η λέξη "παράνοια" στον τίτλο δε χρησιμοποιήθηκε τυχαία. Μόνο που τούτη εδώ η κατάσταση δεν είναι χαρακτηριστικό σου έμφυτο, τουλάχιστον όχι σ' αυτόν τον βαθμό. Είναι ένα προσόν-δωράκι επίκτητο ,χάρισμα των όμορφων καιρών μας, και συ προσπαθείς να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου, μπας και καταφέρεις  να μάθεις να το διαχειρίζεσαι και να ζεις μ' αυτό.

More in
Comments