(H Επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία): Το πρόσχημα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως μονοπάτι για τη νομιμότητα του δυτικού ιμπεριαλισμού.

(H Επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία): Το πρόσχημα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως μονοπάτι για τη νομιμότητα του δυτικού ιμπεριαλισμού.

Το 1989 μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, η αφήγηση των διεθνών ελίτ στη Δύση και την Ανατολή μίλησε για έναν αναδυόμενο νέο κόσμο, όπου οι πόλεμοι θα ήταν κομμάτι του παρελθόντος και οι άνθρωποι θα έμπαιναν σε έναν νέο ειρηνικό υγιή ανταγωνισμό, κάτι που δεν συνέβη και οδήγησε αυτή τη διαδικασία ειρήνης σε μια διαφορετική κατάληξη.

Μετά τον πόλεμο στο Ιράκ και μια σειρά άλλων αμερικανικών παρεμβάσεων, ήταν η σειρά των Βαλκανίων με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας να αναπτύσσεται μεθοδικά τη δεκαετία του 1990, ενώ ταυτόχρονα ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 θα οδηγήσει στο τέλος του εικοστού αιώνα με μια μεγάλης κλίμακας πόλεμο που είχε σημαντικές συνέπειες για την περιοχή και προκάλεσε περαιτέρω ανακατατάξεις στην ήδη ιστορικά τραυματισμένη Βαλκανική Χερσόνησο.

Σήμερα, η Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πλέον ως ομοσπονδιακή σοσιαλιστική δημοκρατία και έχει αντικατασταθεί από επτά ανεξάρτητα έθνη-κράτη (Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Β.Μακεδονία, Κόσοβο), ορισμένα από αυτά προτεκτοράτα και άλλα μη βιώσιμα, αγωνιζόμενα να σταθούν στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον.

Η άνοδος του εθνικισμού που αναπτύχθηκε στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και ταυτόχρονα η κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού είναι όλοι παράγοντες που οδήγησαν στην αποσταθεροποίηση της Γιουγκοσλαβίας και την ανάγκη εμφάνισης μιας νέας πολιτικής και κρατικής οντότητας υπό την ομπρέλα της Δύσης που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην περιοχή μέσω των θεσμών της, πολιτικών ή στρατιωτικών, (ΝΑΤΟ και ΕΕ).

Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στις 24 Μαρτίου του 1999 ξεκίνησαν έναν οργανωμένο βομβαρδισμό εναντίον πολλαπλών στόχων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να προστατεύσουν τον αλβανικό πληθυσμό του Κοσόβου  που θεωρήθηκε υπό απειλή από τη σερβική κυβέρνηση με βρετανικές, γαλλικές και αμερικανικές δυνάμεις να λαμβάνουν μέρος στην βομβαρδιστική επίθεση.

Έτσι, τα Ηνωμένα Έθνη και το ΝΑΤΟ ισχυρίστηκαν ότι η επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία πραγματοποιήθηκε προκειμένου να προστατευθεί η ζωή και τα δικαιώματα αθώων πολιτών (Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου) και ισχυρίστηκαν ότι η επίθεση βασίστηκε σε παγκόσμιες ανθρώπινες αξίες και όχι σε διεθνή συμφέροντα οποιουδήποτε είδους με οικονομικές ή στρατηγικές προθέσεις.

Το ΝΑΤΟ αναφέρθηκε επίσης στην πολιτική σταθερότητα που θα επέφερε η παρέμβαση, καθώς και σε μια πιο δημοκρατική «πρόσοψη» στην ταραγμένη περιοχή της Γιουγκοσλαβίας.

Από την άλλη πλευρά, πίσω από τη «μυθολογία» της ανθρωπιστικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία, κρύβεται μια οργανωμένη κατάσταση για την σταθεροποίηση του περαιτέρω ενεργού ρόλου του ΝΑΤΟ και της Αμερικής στην περιοχή.

Παραδόξως, πολλοί υπέρμαχοι του θεσμισμού θεώρησαν τους διεθνείς οργανισμούς ως ζωτικό μέρος για την ειρήνη και τη σταθερότητα στον κόσμο και κυρίως μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το διπολικό σύστημα που εξαφανίστηκε, υποστήριξαν ότι οι θεσμοί θα μπορούσαν να προωθήσουν την ειρήνη με μια διεθνή συνεργασία και με βάση την αμοιβαία κατανόηση.

Εάν αντιληφθούμε τους θεσμούς ως κοινό έδαφος κανόνων και ηθών που καθοδηγούν τη δραστηριότητα των κρατών και ταυτόχρονα τιμωρούν εκείνα τα κράτη που συμπεριφέρονται εναντίον αυτών των αρχών, θα ήταν μια μάλλον ιδεαλιστική προσέγγιση για τη φύση των θεσμών συλλογικά ή θα υποδήλωνε ότι αυτή η ιδέα λειτουργεί θεωρητικά και όχι στην πράξη λόγω εμπειρικών αποδεικτικών στοιχείων που θα παρουσιαστούν εκτενώς παρακάτω.

Ως ιδεολογική βάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έθεσαν τις αρχές της θεωρίας του ρεαλισμού και του νεορεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις και βάσει αυτών ενεργούν ως μεγάλοι παίκτες στη διεθνή σκηνή διαχρονικά ενώ το ίδιο ισχύει και για την στάση τους όσον αφορά τους θεσμούς.

Με βάση τον ρεαλισμό, τα κυρίαρχα κράτη είναι βασικοί παράγοντες στις διεθνείς σχέσεις και το κύριο κίνητρο τους είναι η επιδίωξη της εξουσίας και η διαμόρφωση του εθνικού τους συμφέροντος με οποιοδήποτε κόστος, ταυτόχρονα η παγκόσμια αναρχία που υπάρχει πρέπει να αντιμετωπιστεί από μια καθολική δύναμη που θα προσαρμόσει τις διεθνείς σχέσεις, ενώ η φυσική επιθετικότητα που διέπει τα κράτη  μπορεί να οδηγήσει σε συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ αυτών.

Το κλειδί για να κατανοήσουμε τη στάση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ σε αυτό το σημείο είναι η ίδια η έννοια της εξουσίας και το γεγονός ότι αυτή μπορεί να φέρει διαρθρωτικές και ολικές αλλαγές ενάντια στον παίκτη-κράτος που είναι λιγότερο ισχυρός (Γιουγκοσλαβία).

Ταυτόχρονα η θεωρία των power politics καθώς και η μαξιμαλιστική επικράτηση της ιδέας των δυτικών συμφερόντων στην περιοχή οδήγησε σε μια αποφασιστική παρέμβαση του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Συνάμα, κατά τη θεωρία του νεορεαλισμού αναφέρεται ότι κάθε κράτος ενεργεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και αυτό δημιουργεί μια διακρατική απειθαρχία που απορρέει από την θέληση για μεγιστοποίηση αυτών των διακρατικών συμφερόντων κάτι που έχει  ως αποτέλεσμα την εισβολή σε άλλα κράτη να φαίνεται όλο και πιο σαγηνευτική.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος με τη θεωρία του Hobbes σχετικά με την φυσική κατάσταση  και το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε μια εμπόλεμη διαδικασία μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι είναι εναντίον όλων ενώ μόνο με τη συνεργασία οι άνθρωποι μπορούν να ξεφύγουν από αυτή τη προ πολιτισμένη κοινωνία.

Επομένως, εάν εξάγουμε αυτήν την κατάσταση της φύσης σε διεθνές επίπεδο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι τα κράτη ζουν πάντα υπό την απειλή του πολέμου, επειδή πολλές φορές δεν έχουν την πρόθεση να συνεργαστούν ή να συμφωνήσουν λόγω των διαφορετικών συμφερόντων που τα χαρακτηρίζουν.

Επομένως, ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει αυτή τη στιγμή είναι η νομιμότητα της επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία.

Αυτό που δημιουργείται είναι ένα ηθικό χάσμα μεταξύ της ρεαλιστικής σκέψης και του ρεαλιστικού αποτελέσματος όσον αφορά τον παρεμβατισμό και ακολούθως μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι το πλαίσιο για την εξέταση του εθνικού συμφέροντος είναι πολύ συγκεκριμένο ενώ παράλληλα κάτι που αποδείχθηκε με τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, είναι ότι δεν διακυβεύονταν κανένα εθνικό συμφέρον, την ίδια στιγμή το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ παραβίασε το άρθρο 2 των Ηνωμένων Εθνών θα έπρεπε να εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα του διεθνούς δικαίου όταν αυτό αφορά τα ισχυρά κράτη.

Αρχικά, εάν η νομιμότητα των βομβαρδισμών καθώς και η παρέμβαση σε ένα κυρίαρχο κράτος (Γιουγκοσλαβία) εξετάζονται αποκλειστικά βάσει του Διεθνούς Δικαίου σημαίνει ότι η επιχείρηση είναι κατάφωρα εναντίον αυτών των αρχών και ταυτόχρονα κατά των θεμελιωδών άρθρων που τα Ηνωμένα Έθνη έχουν θεσπίσει και θεωρούν παράνομες τις παρεμβάσεις σε τρίτες χώρες χωρίς να υπάρχει προηγούμενη επίθεση. Δεδομένου ότι μιλήσαμε για τη νομιμότητα των παρεμβάσεων βάσει του διεθνούς δικαίου, πρέπει να αναφερθεί ότι σε αυτήν την περίπτωση αναδύεται ένα ακόμα στοιχείο νομιμότητας και αυτό το δίπολο που δημιουργείται αφορά τη νομιμότητα στη συνείδηση των πολιτών που προήλθε από τη μαζική παραπληροφόρηση και προπαγάνδα από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης κάτι που έδωσε μια φαινομενική θεσμική εγκυρότητα στην Νατοϊκή  παρέμβαση και δαιμονοποίησε τη Σερβική πλευρά.

Επιπλέον, ένα κράτος που δεν έχει απειλήσει την κυριαρχία ενός άλλου κράτους μέλους του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να θεωρηθεί εχθρός του, επομένως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε υπό αυτό το πρίσμα η παρέμβαση στη Γιουγκοσλαβία. Επίσης, η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ ως δικαιολογία για την εμπλοκή του θα πρέπει να εξεταστεί αναλογικά με άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες λόγω δικτατοριών ή άλλων κοινωνικών και πολιτικών περιστάσεων, για παράδειγμα σε ορισμένα Αφρικανικά κράτη όπου το ΝΑΤΟ δεν αύξησε το  στρατηγικό ρόλο του αν και θα μπορούσε με βάση την λογική του καθώς έχουν παραβιαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών συθέμελα. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ δεν ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την αντισυνταγματικότητα μιας πιθανής επέμβασης μπορεί να αποκαλύψει ότι το ΝΑΤΟ ενεργεί περισσότερο σαν μια πολεμική υποδομή και όχι σαν ένας μηχανισμός διατήρησης της ειρήνης που μέσω των αρχών του διεθνούς δικαίου προωθεί την ειρήνη και την σταθερότητα σε παγκόσμια κλίμακα.

Η ακύρωση της λογικής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σχετικά με την ηθική εμπλοκή στη Γιουγκοσλαβία κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι ένα κράτος ή ένας οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεστεί φαινομενικούς λόγους κακομεταχείρισης πολιτών ή μιας κατάστασης φρικαλεότητας προκειμένου να εισβάλει σε άλλο κράτος, και αυτό γιατί δημιουργείται μια πολύ προβληματική λογική που ομοιάζει περισσότερο με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία παρά με μια ανθρωπιστική προσέγγιση που πρέπει να υιοθετήσουν οι διεθνείς οργανισμοί σαν βασική αρχή τους.

Σε αυτό το σημείο είναι ζωτικής σημασίας να τεθεί ένα ερώτημα: τι ορίζει έναν πόλεμο ως δίκαιο ή άδικο;

Σύμφωνα με τον Walzer, η τρέχουσα φιλοσοφία του δίκαιου πολέμου έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Αρχικά, η θεωρητική αντιστροφή του ρεαλισμού του Hobbes, δεύτερον η κριτική του απόλυτου ειρηνισμού, και τρίτον η διαμόρφωση ενός σύγχρονου δόγματος του jus ad bellum και του jus in bello. Έτσι ένας πόλεμος χαρακτηρίζεται δίκαιος εάν απωθεί μια απρόκλητη επίθεση (αρχή της αυτοάμυνας). Επιπλέον, απαγορεύονται οι παρεμβάσεις σε μια άλλη χώρα για να αλλάξει το καθεστώς της και μια τέτοια επέμβαση επιτρέπεται μόνο εάν η εσωτερική πολιτική τάξη έχει καταρρεύσει εντελώς και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού απειλείται με εξόντωση, επιτρέπονται επίσης οι προληπτικοί πόλεμοι, και αυτοί που ξεκινούν από ένα κράτος του οποίου ο εχθρός έχει δείξει τώρα την πρόθεση του και την ετοιμότητα του να επιτεθεί αμέσως. Επίσης απαγορεύονται οι προληπτικοί πόλεμοι, όπως αυτοί που ξεκινούν από ένα κράτος για να αποτρέψει την ανάπτυξη πιθανής μελλοντικής απειλής (στην περίπτωση του Ιράκ), παρόλο που η ίδια η τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπιστεί, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύεται η στόχευση αθώων πολιτών κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε πολέμου, καθώς και η χρήση αδιάκριτης και υπερβολικής βίας σε γενικό βαθμό. Ακόμα και το έθνος που διενεργεί έναν δίκαιο πόλεμο, τότε, είναι αυστηρά περιορισμένο στα μέσα που είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσει για να κερδίσει, ακόμα κι αν αυτός ο αυτοπεριορισμό του μπορεί να οδηγήσει σε ήττα, αντιθέτως τα θύματα του άμαχου πληθυσμού κάτι που είναι αναπόφευκτο να μην υπάρξουν δεν δηλώνουν ότι ο πόλεμος είναι άδικος αρκεί να μην τίθενται σαν στρατηγικός στόχος.

Επιπλέον, όσον αφορά το jus post bellum, είναι η υποχρέωση του νικητή να επαναφέρει στις κατακτημένες κοινωνίες τις  κοινωνικές συνθήκες νομικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας του κράτους και οικονομικής ευημερίας.

Η σύλληψη των δίκαιων πολέμων του Walzer είναι επίσης μια παράμετρος που μπορεί να ακυρώσει την αφήγηση που θέλει τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία να είναι ανθρωπιστική παρέμβαση. Αρχικά, οι βομβαρδισμοί που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα στόχευσαν και σκότωσαν αθώους πολίτες και επίσης κατέστρεψαν πολλούς αναμφίβολα μη εχθρικούς στόχους, όπως νοσοκομεία, σχολεία, τρένα και άλλες εγκαταστάσεις πχ την κινεζική πρεσβεία, όπως και πολλά εργοστάσια που οδήγησαν σε περιβαλλοντική ρύπανση. Αυτά τα παραδείγματα παρόλο που (κανείς δεν διαφωνεί ότι είναι πιθανό να υπάρξουν θύματα μεταξύ αθώων ανθρώπων), δείχνουν ότι η στάση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ ήταν εκδικητική, ωμή και παραδειγματική για μελλοντικά γεγονότα δηλαδή ενώ έθετε  την εγκατάσταση του δόγματος της νατοϊκής εξουσίας και την επίδειξη δύναμης σαν αυτοσκοπό της επιχείρησης.

Ταυτόχρονα, η πολιτική παγκοσμιοποίηση που επιταχύνθηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης σχεδόν στα 3/4 του κόσμου χρειάστηκε επιπλέον λόγους για περαιτέρω επέκταση και εκείνοι βρέθηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων.

Αυτή η παγκοσμιοποίηση θα έφερνε ένα ενιαίο δόγμα πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης με σκοπό την εδραίωση της ηγεμονίας των παγκόσμιων μονοπωλίων και την ανάδυση της διεθνής ελίτ στο νέο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας.

Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, η ιμπεριαλιστική δράση του ΝΑΤΟ καλύφθηκε με την πρόφαση της ανθρωπιστικής παρέμβασης με σκοπό τη δημιουργία περαιτέρω αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων στην περιοχή και την εφαρμογή πολιτικών που θα εξασφαλίζαν την εναρμόνιση βαλκανικών κρατών και δυτικών συμφερόντων στην περιοχή με βάση την αρχή της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς. Επίσης, ο ιμπεριαλισμός ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού θέτει την κατάκτηση νέων εδαφών και την οικονομική ηγεμονία-επικράτηση αυτών των μονοπωλίων ως την κύρια οδό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που απαιτεί φυσικά την ολοκλήρωση της εδαφικής αναδιανομής από τα ισχυρότερα έθνη και τη δημιουργία διεθνών μονοπωλιακών συμμαχιών όπως διεθνείς οργανισμούς και σε αυτήν την περίπτωση το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Το νέο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς στην πρώην Γιουγκοσλαβία με όλες τις παραπάνω συνισταμένες  θα μπορούσε να καθιερώσει στη χώρα ένα περίεργο καθεστώς οικονομικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της Δύσης, καθιστώντας τα Βαλκάνια μέρος για φθηνή εργασία και πρώτες ύλες, αλλά εκτός από αυτό, η ήδη επιβεβαιωμένη συνθήκη του βαλκανικού αγωγού ο οποίος εγκρίθηκε το 2001, παρόλο που δεν περνά από όλη την πρώην Γιουγκοσλαβική επικράτεια, υπογράμμισε τη σημασία της ειρήνης στην περιοχή, κάτι που μπορεί να μεταφραστεί ως την απτή επικράτηση των αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων στα Βαλκάνια. Επιπλέον, η περίπτωση της οικονομίας στη Γιουγκοσλαβία θα πρέπει να θεωρηθεί ως ευκαιρία για το δυτικό κεφάλαιο, διότι με μεγάλο μέρος των υποδομών να έχουν καταστραφεί και προηγουμένως υφιστάμενα κρατικές, ένα σχέδιο οικονομικής μεταρρύθμισης δημιουργείται προκειμένου να ξαναγεννηθούν οι χαμένες επιχειρήσεις με βάση τη λογική του καρότου και του μαστίγιου (συνολική καταστροφή λόγω των βομβαρδισμών και μελλοντική αναγέννηση από τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες).

Τέλος, τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την παραπάνω ανάλυση είναι διπλής φύσεως και έχουν σχέση με τον στρατηγικό χαρακτήρα της επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και τα οικονομικά οφέλη μέσω αυτής της επέμβασης.

Πρώτον, για να επικρατήσουν οι παραπάνω συνθήκες έπρεπε ο σοσιαλισμός στην Γιουγκοσλαβία να είναι σε μια παρατεταμένη κρίση καθώς αυτός είχε ήδη γίνει ένα υβρίδιο που δεν άντεξε  τις νέες διεθνείς συνθήκες και αυτό έδωσε την ευκαιρία για συμμετοχή και εμπλοκή του ΝΑΤΟ στην περιοχή με σκοπό ένα νέο μοίρασμα της ημιθανής γιουγκοσλαβικής οικονομίας και αγοράς.

Δεύτερον, το ΝΑΤΟ μέσω της παρέμβασής του σε πρώτο στάδιο επεκτάθηκε καθώς νέες χώρες μέλη προήλθαν από την πρώην Γιουγκοσλαβία, αλλά επίσης και σταθεροποίησε τον ρόλο και την εξουσία του στην περιοχή, εμποδίζοντας τον ρωσικό παράγοντα και δημιουργώντας μια προκαθορισμένη κατάσταση που επηρεάζει καταλυτικά την περιοχή μέχρι σήμερα.

Έτσι, σχηματίστηκαν ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί εντός των οποίων διαρθρώνεται μέχρι και σήμερα  ο ενδοιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός και η αμερικανική ηγεμονία στην βαλκανική χερσόνησο σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο.

Πρόκειται για ολοκληρωμένες πολιτικές και ιδεολογικές στρατηγικές που στοχεύουν στη διασφάλιση του μακροπρόθεσμου ιμπεριαλιστικού ενδιαφέροντος και χρησιμεύουν ως μοχλός για τη συνολική επικράτηση της οικονομικής ελίτ, ενώ στέλνονται σαφή μηνύματα πειθαρχίας σε διεθνές επίπεδο.

Η Γιουγκοσλαβία είναι ένα παράδειγμα αυτής της μεθοδικής διαδικασίας πολιτικής και οικονομικής διεθνοποίησης όπου φάνηκε η αδυναμία κλασικών οργανισμών , όπως τα Ηνωμένα Έθνη, να παράξουν ουσιαστική ειρήνη και να προωθήσουν τον θεσμικό τους ρόλο με την εφαρμογή της νομιμότητας βάσει του διεθνούς δικαίου, ενώ ταυτόχρονα έδειξε ότι η δύναμη των όπλων και η λογική των power politics λόγω φαινομενικών και ιδιοτελών συμφερόντων μπορούν να παραβιάσουν οποιαδήποτε ιδεαλιστική ή θεσμική έννοια μέσα στη διεθνή κοινότητα.

More in Διεθνή
Comments
(H Επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία): Το πρόσχημα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως μονοπάτι για τη νομιμότητα του δυτικού ιμπεριαλισμού.

(H Επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία): Το πρόσχημα της ανθρωπιστικής επέμβασης ως μονοπάτι για τη νομιμότητα του δυτικού ιμπεριαλισμού.

Το 1989 μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του υπαρκτού σοσιαλισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, η αφήγηση των διεθνών ελίτ στη Δύση και την Ανατολή μίλησε για έναν αναδυόμενο νέο κόσμο, όπου οι πόλεμοι θα ήταν κομμάτι του παρελθόντος και οι άνθρωποι θα έμπαιναν σε έναν νέο ειρηνικό υγιή ανταγωνισμό, κάτι που δεν συνέβη και οδήγησε αυτή τη διαδικασία ειρήνης σε μια διαφορετική κατάληξη.

Μετά τον πόλεμο στο Ιράκ και μια σειρά άλλων αμερικανικών παρεμβάσεων, ήταν η σειρά των Βαλκανίων με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας να αναπτύσσεται μεθοδικά τη δεκαετία του 1990, ενώ ταυτόχρονα ο βομβαρδισμός της Σερβίας το 1999 θα οδηγήσει στο τέλος του εικοστού αιώνα με μια μεγάλης κλίμακας πόλεμο που είχε σημαντικές συνέπειες για την περιοχή και προκάλεσε περαιτέρω ανακατατάξεις στην ήδη ιστορικά τραυματισμένη Βαλκανική Χερσόνησο.

Σήμερα, η Γιουγκοσλαβία δεν υπάρχει πλέον ως ομοσπονδιακή σοσιαλιστική δημοκρατία και έχει αντικατασταθεί από επτά ανεξάρτητα έθνη-κράτη (Σερβία, Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Β.Μακεδονία, Κόσοβο), ορισμένα από αυτά προτεκτοράτα και άλλα μη βιώσιμα, αγωνιζόμενα να σταθούν στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον.

Η άνοδος του εθνικισμού που αναπτύχθηκε στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και ταυτόχρονα η κατάρρευση του κρατικού σοσιαλισμού είναι όλοι παράγοντες που οδήγησαν στην αποσταθεροποίηση της Γιουγκοσλαβίας και την ανάγκη εμφάνισης μιας νέας πολιτικής και κρατικής οντότητας υπό την ομπρέλα της Δύσης που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην περιοχή μέσω των θεσμών της, πολιτικών ή στρατιωτικών, (ΝΑΤΟ και ΕΕ).

Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στις 24 Μαρτίου του 1999 ξεκίνησαν έναν οργανωμένο βομβαρδισμό εναντίον πολλαπλών στόχων στην πρώην Γιουγκοσλαβία, προκειμένου να προστατεύσουν τον αλβανικό πληθυσμό του Κοσόβου  που θεωρήθηκε υπό απειλή από τη σερβική κυβέρνηση με βρετανικές, γαλλικές και αμερικανικές δυνάμεις να λαμβάνουν μέρος στην βομβαρδιστική επίθεση.

Έτσι, τα Ηνωμένα Έθνη και το ΝΑΤΟ ισχυρίστηκαν ότι η επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία πραγματοποιήθηκε προκειμένου να προστατευθεί η ζωή και τα δικαιώματα αθώων πολιτών (Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου) και ισχυρίστηκαν ότι η επίθεση βασίστηκε σε παγκόσμιες ανθρώπινες αξίες και όχι σε διεθνή συμφέροντα οποιουδήποτε είδους με οικονομικές ή στρατηγικές προθέσεις.

Το ΝΑΤΟ αναφέρθηκε επίσης στην πολιτική σταθερότητα που θα επέφερε η παρέμβαση, καθώς και σε μια πιο δημοκρατική «πρόσοψη» στην ταραγμένη περιοχή της Γιουγκοσλαβίας.

Από την άλλη πλευρά, πίσω από τη «μυθολογία» της ανθρωπιστικής επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία, κρύβεται μια οργανωμένη κατάσταση για την σταθεροποίηση του περαιτέρω ενεργού ρόλου του ΝΑΤΟ και της Αμερικής στην περιοχή.

Παραδόξως, πολλοί υπέρμαχοι του θεσμισμού θεώρησαν τους διεθνείς οργανισμούς ως ζωτικό μέρος για την ειρήνη και τη σταθερότητα στον κόσμο και κυρίως μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το διπολικό σύστημα που εξαφανίστηκε, υποστήριξαν ότι οι θεσμοί θα μπορούσαν να προωθήσουν την ειρήνη με μια διεθνή συνεργασία και με βάση την αμοιβαία κατανόηση.

Εάν αντιληφθούμε τους θεσμούς ως κοινό έδαφος κανόνων και ηθών που καθοδηγούν τη δραστηριότητα των κρατών και ταυτόχρονα τιμωρούν εκείνα τα κράτη που συμπεριφέρονται εναντίον αυτών των αρχών, θα ήταν μια μάλλον ιδεαλιστική προσέγγιση για τη φύση των θεσμών συλλογικά ή θα υποδήλωνε ότι αυτή η ιδέα λειτουργεί θεωρητικά και όχι στην πράξη λόγω εμπειρικών αποδεικτικών στοιχείων που θα παρουσιαστούν εκτενώς παρακάτω.

Ως ιδεολογική βάση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έθεσαν τις αρχές της θεωρίας του ρεαλισμού και του νεορεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις και βάσει αυτών ενεργούν ως μεγάλοι παίκτες στη διεθνή σκηνή διαχρονικά ενώ το ίδιο ισχύει και για την στάση τους όσον αφορά τους θεσμούς.

Με βάση τον ρεαλισμό, τα κυρίαρχα κράτη είναι βασικοί παράγοντες στις διεθνείς σχέσεις και το κύριο κίνητρο τους είναι η επιδίωξη της εξουσίας και η διαμόρφωση του εθνικού τους συμφέροντος με οποιοδήποτε κόστος, ταυτόχρονα η παγκόσμια αναρχία που υπάρχει πρέπει να αντιμετωπιστεί από μια καθολική δύναμη που θα προσαρμόσει τις διεθνείς σχέσεις, ενώ η φυσική επιθετικότητα που διέπει τα κράτη  μπορεί να οδηγήσει σε συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ αυτών.

Το κλειδί για να κατανοήσουμε τη στάση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ σε αυτό το σημείο είναι η ίδια η έννοια της εξουσίας και το γεγονός ότι αυτή μπορεί να φέρει διαρθρωτικές και ολικές αλλαγές ενάντια στον παίκτη-κράτος που είναι λιγότερο ισχυρός (Γιουγκοσλαβία).

Ταυτόχρονα η θεωρία των power politics καθώς και η μαξιμαλιστική επικράτηση της ιδέας των δυτικών συμφερόντων στην περιοχή οδήγησε σε μια αποφασιστική παρέμβαση του ΝΑΤΟ στην περιοχή.

Συνάμα, κατά τη θεωρία του νεορεαλισμού αναφέρεται ότι κάθε κράτος ενεργεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του και αυτό δημιουργεί μια διακρατική απειθαρχία που απορρέει από την θέληση για μεγιστοποίηση αυτών των διακρατικών συμφερόντων κάτι που έχει  ως αποτέλεσμα την εισβολή σε άλλα κράτη να φαίνεται όλο και πιο σαγηνευτική.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάσταση του διεθνούς περιβάλλοντος με τη θεωρία του Hobbes σχετικά με την φυσική κατάσταση  και το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε μια εμπόλεμη διαδικασία μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι είναι εναντίον όλων ενώ μόνο με τη συνεργασία οι άνθρωποι μπορούν να ξεφύγουν από αυτή τη προ πολιτισμένη κοινωνία.

Επομένως, εάν εξάγουμε αυτήν την κατάσταση της φύσης σε διεθνές επίπεδο, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι τα κράτη ζουν πάντα υπό την απειλή του πολέμου, επειδή πολλές φορές δεν έχουν την πρόθεση να συνεργαστούν ή να συμφωνήσουν λόγω των διαφορετικών συμφερόντων που τα χαρακτηρίζουν.

Επομένως, ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει αυτή τη στιγμή είναι η νομιμότητα της επέμβασης στη Γιουγκοσλαβία.

Αυτό που δημιουργείται είναι ένα ηθικό χάσμα μεταξύ της ρεαλιστικής σκέψης και του ρεαλιστικού αποτελέσματος όσον αφορά τον παρεμβατισμό και ακολούθως μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι το πλαίσιο για την εξέταση του εθνικού συμφέροντος είναι πολύ συγκεκριμένο ενώ παράλληλα κάτι που αποδείχθηκε με τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία, είναι ότι δεν διακυβεύονταν κανένα εθνικό συμφέρον, την ίδια στιγμή το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ παραβίασε το άρθρο 2 των Ηνωμένων Εθνών θα έπρεπε να εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα του διεθνούς δικαίου όταν αυτό αφορά τα ισχυρά κράτη.

Αρχικά, εάν η νομιμότητα των βομβαρδισμών καθώς και η παρέμβαση σε ένα κυρίαρχο κράτος (Γιουγκοσλαβία) εξετάζονται αποκλειστικά βάσει του Διεθνούς Δικαίου σημαίνει ότι η επιχείρηση είναι κατάφωρα εναντίον αυτών των αρχών και ταυτόχρονα κατά των θεμελιωδών άρθρων που τα Ηνωμένα Έθνη έχουν θεσπίσει και θεωρούν παράνομες τις παρεμβάσεις σε τρίτες χώρες χωρίς να υπάρχει προηγούμενη επίθεση. Δεδομένου ότι μιλήσαμε για τη νομιμότητα των παρεμβάσεων βάσει του διεθνούς δικαίου, πρέπει να αναφερθεί ότι σε αυτήν την περίπτωση αναδύεται ένα ακόμα στοιχείο νομιμότητας και αυτό το δίπολο που δημιουργείται αφορά τη νομιμότητα στη συνείδηση των πολιτών που προήλθε από τη μαζική παραπληροφόρηση και προπαγάνδα από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης κάτι που έδωσε μια φαινομενική θεσμική εγκυρότητα στην Νατοϊκή  παρέμβαση και δαιμονοποίησε τη Σερβική πλευρά.

Επιπλέον, ένα κράτος που δεν έχει απειλήσει την κυριαρχία ενός άλλου κράτους μέλους του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να θεωρηθεί εχθρός του, επομένως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε υπό αυτό το πρίσμα η παρέμβαση στη Γιουγκοσλαβία. Επίσης, η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ ως δικαιολογία για την εμπλοκή του θα πρέπει να εξεταστεί αναλογικά με άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες χώρες λόγω δικτατοριών ή άλλων κοινωνικών και πολιτικών περιστάσεων, για παράδειγμα σε ορισμένα Αφρικανικά κράτη όπου το ΝΑΤΟ δεν αύξησε το  στρατηγικό ρόλο του αν και θα μπορούσε με βάση την λογική του καθώς έχουν παραβιαστεί τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών συθέμελα. Επιπλέον, το γεγονός ότι το ΝΑΤΟ δεν ακολούθησε τις κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την αντισυνταγματικότητα μιας πιθανής επέμβασης μπορεί να αποκαλύψει ότι το ΝΑΤΟ ενεργεί περισσότερο σαν μια πολεμική υποδομή και όχι σαν ένας μηχανισμός διατήρησης της ειρήνης που μέσω των αρχών του διεθνούς δικαίου προωθεί την ειρήνη και την σταθερότητα σε παγκόσμια κλίμακα.

Η ακύρωση της λογικής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σχετικά με την ηθική εμπλοκή στη Γιουγκοσλαβία κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι ένα κράτος ή ένας οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεστεί φαινομενικούς λόγους κακομεταχείρισης πολιτών ή μιας κατάστασης φρικαλεότητας προκειμένου να εισβάλει σε άλλο κράτος, και αυτό γιατί δημιουργείται μια πολύ προβληματική λογική που ομοιάζει περισσότερο με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία παρά με μια ανθρωπιστική προσέγγιση που πρέπει να υιοθετήσουν οι διεθνείς οργανισμοί σαν βασική αρχή τους.

Σε αυτό το σημείο είναι ζωτικής σημασίας να τεθεί ένα ερώτημα: τι ορίζει έναν πόλεμο ως δίκαιο ή άδικο;

Σύμφωνα με τον Walzer, η τρέχουσα φιλοσοφία του δίκαιου πολέμου έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Αρχικά, η θεωρητική αντιστροφή του ρεαλισμού του Hobbes, δεύτερον η κριτική του απόλυτου ειρηνισμού, και τρίτον η διαμόρφωση ενός σύγχρονου δόγματος του jus ad bellum και του jus in bello. Έτσι ένας πόλεμος χαρακτηρίζεται δίκαιος εάν απωθεί μια απρόκλητη επίθεση (αρχή της αυτοάμυνας). Επιπλέον, απαγορεύονται οι παρεμβάσεις σε μια άλλη χώρα για να αλλάξει το καθεστώς της και μια τέτοια επέμβαση επιτρέπεται μόνο εάν η εσωτερική πολιτική τάξη έχει καταρρεύσει εντελώς και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού απειλείται με εξόντωση, επιτρέπονται επίσης οι προληπτικοί πόλεμοι, και αυτοί που ξεκινούν από ένα κράτος του οποίου ο εχθρός έχει δείξει τώρα την πρόθεση του και την ετοιμότητα του να επιτεθεί αμέσως. Επίσης απαγορεύονται οι προληπτικοί πόλεμοι, όπως αυτοί που ξεκινούν από ένα κράτος για να αποτρέψει την ανάπτυξη πιθανής μελλοντικής απειλής (στην περίπτωση του Ιράκ), παρόλο που η ίδια η τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπιστεί, ενώ ταυτόχρονα απαγορεύεται η στόχευση αθώων πολιτών κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε πολέμου, καθώς και η χρήση αδιάκριτης και υπερβολικής βίας σε γενικό βαθμό. Ακόμα και το έθνος που διενεργεί έναν δίκαιο πόλεμο, τότε, είναι αυστηρά περιορισμένο στα μέσα που είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσει για να κερδίσει, ακόμα κι αν αυτός ο αυτοπεριορισμό του μπορεί να οδηγήσει σε ήττα, αντιθέτως τα θύματα του άμαχου πληθυσμού κάτι που είναι αναπόφευκτο να μην υπάρξουν δεν δηλώνουν ότι ο πόλεμος είναι άδικος αρκεί να μην τίθενται σαν στρατηγικός στόχος.

Επιπλέον, όσον αφορά το jus post bellum, είναι η υποχρέωση του νικητή να επαναφέρει στις κατακτημένες κοινωνίες τις  κοινωνικές συνθήκες νομικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας του κράτους και οικονομικής ευημερίας.

Η σύλληψη των δίκαιων πολέμων του Walzer είναι επίσης μια παράμετρος που μπορεί να ακυρώσει την αφήγηση που θέλει τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία να είναι ανθρωπιστική παρέμβαση. Αρχικά, οι βομβαρδισμοί που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα στόχευσαν και σκότωσαν αθώους πολίτες και επίσης κατέστρεψαν πολλούς αναμφίβολα μη εχθρικούς στόχους, όπως νοσοκομεία, σχολεία, τρένα και άλλες εγκαταστάσεις πχ την κινεζική πρεσβεία, όπως και πολλά εργοστάσια που οδήγησαν σε περιβαλλοντική ρύπανση. Αυτά τα παραδείγματα παρόλο που (κανείς δεν διαφωνεί ότι είναι πιθανό να υπάρξουν θύματα μεταξύ αθώων ανθρώπων), δείχνουν ότι η στάση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ ήταν εκδικητική, ωμή και παραδειγματική για μελλοντικά γεγονότα δηλαδή ενώ έθετε  την εγκατάσταση του δόγματος της νατοϊκής εξουσίας και την επίδειξη δύναμης σαν αυτοσκοπό της επιχείρησης.

Ταυτόχρονα, η πολιτική παγκοσμιοποίηση που επιταχύνθηκε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης σχεδόν στα 3/4 του κόσμου χρειάστηκε επιπλέον λόγους για περαιτέρω επέκταση και εκείνοι βρέθηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων.

Αυτή η παγκοσμιοποίηση θα έφερνε ένα ενιαίο δόγμα πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης με σκοπό την εδραίωση της ηγεμονίας των παγκόσμιων μονοπωλίων και την ανάδυση της διεθνής ελίτ στο νέο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας.

Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, η ιμπεριαλιστική δράση του ΝΑΤΟ καλύφθηκε με την πρόφαση της ανθρωπιστικής παρέμβασης με σκοπό τη δημιουργία περαιτέρω αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων στην περιοχή και την εφαρμογή πολιτικών που θα εξασφαλίζαν την εναρμόνιση βαλκανικών κρατών και δυτικών συμφερόντων στην περιοχή με βάση την αρχή της σταθερότητας της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς. Επίσης, ο ιμπεριαλισμός ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού θέτει την κατάκτηση νέων εδαφών και την οικονομική ηγεμονία-επικράτηση αυτών των μονοπωλίων ως την κύρια οδό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που απαιτεί φυσικά την ολοκλήρωση της εδαφικής αναδιανομής από τα ισχυρότερα έθνη και τη δημιουργία διεθνών μονοπωλιακών συμμαχιών όπως διεθνείς οργανισμούς και σε αυτήν την περίπτωση το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Το νέο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς στην πρώην Γιουγκοσλαβία με όλες τις παραπάνω συνισταμένες  θα μπορούσε να καθιερώσει στη χώρα ένα περίεργο καθεστώς οικονομικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της Δύσης, καθιστώντας τα Βαλκάνια μέρος για φθηνή εργασία και πρώτες ύλες, αλλά εκτός από αυτό, η ήδη επιβεβαιωμένη συνθήκη του βαλκανικού αγωγού ο οποίος εγκρίθηκε το 2001, παρόλο που δεν περνά από όλη την πρώην Γιουγκοσλαβική επικράτεια, υπογράμμισε τη σημασία της ειρήνης στην περιοχή, κάτι που μπορεί να μεταφραστεί ως την απτή επικράτηση των αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων στα Βαλκάνια. Επιπλέον, η περίπτωση της οικονομίας στη Γιουγκοσλαβία θα πρέπει να θεωρηθεί ως ευκαιρία για το δυτικό κεφάλαιο, διότι με μεγάλο μέρος των υποδομών να έχουν καταστραφεί και προηγουμένως υφιστάμενα κρατικές, ένα σχέδιο οικονομικής μεταρρύθμισης δημιουργείται προκειμένου να ξαναγεννηθούν οι χαμένες επιχειρήσεις με βάση τη λογική του καρότου και του μαστίγιου (συνολική καταστροφή λόγω των βομβαρδισμών και μελλοντική αναγέννηση από τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες).

Τέλος, τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την παραπάνω ανάλυση είναι διπλής φύσεως και έχουν σχέση με τον στρατηγικό χαρακτήρα της επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και τα οικονομικά οφέλη μέσω αυτής της επέμβασης.

Πρώτον, για να επικρατήσουν οι παραπάνω συνθήκες έπρεπε ο σοσιαλισμός στην Γιουγκοσλαβία να είναι σε μια παρατεταμένη κρίση καθώς αυτός είχε ήδη γίνει ένα υβρίδιο που δεν άντεξε  τις νέες διεθνείς συνθήκες και αυτό έδωσε την ευκαιρία για συμμετοχή και εμπλοκή του ΝΑΤΟ στην περιοχή με σκοπό ένα νέο μοίρασμα της ημιθανής γιουγκοσλαβικής οικονομίας και αγοράς.

Δεύτερον, το ΝΑΤΟ μέσω της παρέμβασής του σε πρώτο στάδιο επεκτάθηκε καθώς νέες χώρες μέλη προήλθαν από την πρώην Γιουγκοσλαβία, αλλά επίσης και σταθεροποίησε τον ρόλο και την εξουσία του στην περιοχή, εμποδίζοντας τον ρωσικό παράγοντα και δημιουργώντας μια προκαθορισμένη κατάσταση που επηρεάζει καταλυτικά την περιοχή μέχρι σήμερα.

Έτσι, σχηματίστηκαν ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί εντός των οποίων διαρθρώνεται μέχρι και σήμερα  ο ενδοιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός και η αμερικανική ηγεμονία στην βαλκανική χερσόνησο σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο.

Πρόκειται για ολοκληρωμένες πολιτικές και ιδεολογικές στρατηγικές που στοχεύουν στη διασφάλιση του μακροπρόθεσμου ιμπεριαλιστικού ενδιαφέροντος και χρησιμεύουν ως μοχλός για τη συνολική επικράτηση της οικονομικής ελίτ, ενώ στέλνονται σαφή μηνύματα πειθαρχίας σε διεθνές επίπεδο.

Η Γιουγκοσλαβία είναι ένα παράδειγμα αυτής της μεθοδικής διαδικασίας πολιτικής και οικονομικής διεθνοποίησης όπου φάνηκε η αδυναμία κλασικών οργανισμών , όπως τα Ηνωμένα Έθνη, να παράξουν ουσιαστική ειρήνη και να προωθήσουν τον θεσμικό τους ρόλο με την εφαρμογή της νομιμότητας βάσει του διεθνούς δικαίου, ενώ ταυτόχρονα έδειξε ότι η δύναμη των όπλων και η λογική των power politics λόγω φαινομενικών και ιδιοτελών συμφερόντων μπορούν να παραβιάσουν οποιαδήποτε ιδεαλιστική ή θεσμική έννοια μέσα στη διεθνή κοινότητα.

More in Διεθνή
Comments