Ε.Ε.: Στα τραπέζι σενάρια απομείωσης του χρέους των χωρών-μελών

Ε.Ε.: Στα τραπέζι σενάρια απομείωσης του χρέους των χωρών-μελών

Η πολιτική συζήτηση δεν έχει καν ξεκινήσει στην ΕΕ και την ίδια ώρα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τις Βρυξέλλες να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος. Όμως, στα τραπεζικά επιτελεία, στη Φρανκφούρτη αλλά και σ’ όλες τις κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών, το θέμα έχει τεθεί και οι πρώτες προτάσεις πέφτουν στο τραπέζι, προκαλώντας μάλιστα και σοβαρές αντιδράσεις.

Ο λόγος για την αναζήτηση λύσεων στη μεγάλη κλιμάκωση του χρέους της ευρωζώνης, που με τις άμεσες και βαθιές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία φαίνεται να ενεργοποιεί την πρώτη σοβαρή αντίδραση για την ανάσχεση του κύματος διεύρυνσης του χρέους του δημόσιου τομέα, πρόβλημα που εδώ και καμιά 20ετία υπνώττει στα νομισματοπιστωτικά συστήματα της καπιταλιστικής δύσης και σήμερα πλήττει σφοδρά την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η μεγάλη διαφορά της ευρωζώνης σε σύγκριση με το επίσης μεγάλο πρόβλημα εξωτερικού χρέους στις ΗΠΑ, είναι η νομισματική αυτονομία της Fed σε σχέση με την ΕΚΤ. Η έκδοση πληθωριστικού δολαρίου, ως βασικού μέσου αντιμετώπισης της κρίσης που ξέσπασε το 2008 με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, συνέβαλε ουσιαστικά στην καλύτερη αντίδραση της αμερικανικής οικονομίας σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία-αποδείξεις της διαφοράς στη διαχείριση της κρίσης του 2008 είναι ότι στις ΗΠΑ οι συνέπειές της έγιναν πρωτογενώς αισθητές ως πρόβλημα ιδιωτικού χρέους. Στην ευρωζώνη, αντιθέτως, με την πρωτοκαθεδρία στην προσπάθεια «να σπρωχτεί κάτω απ’ το χαλί» το πιστωτικό αδιέξοδο των γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών τραπεζών (αλλά και των βρετανικών, παρ’ όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο τυπικά δεν είχε εξάρτηση από την ΕΚΤ), το ζήτημα ταχύτατα μετετράπη σε υπόθεση δημόσιου χρέους και πέρασε ταχύτερα απ’ ό,τι στις ΗΠΑ στην πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, την περασμένη δεκαετία με την ευρωζώνη αυτο-παγιδευμένη στη «δίδυμη ασφυξία» (που για καπιταλιστική οικονομία είναι στη κυριολεξία θανατηφόρα) αποφυγής έκδοσης νομίσματος και ταυτόχρονα πανάκριβου ευρώ στις διεθνείς ισοτιμίες, όλοι οι πόροι διαχείρισης της κρίσης προήλθαν από ιδιωτικό δανεισμό προς τον δημόσιο τομέα, που οδήγησε στον καταναγκασμό σκληρής εξισορροπητικής δημοσιονομικής λιτότητας, σκοτώνοντας τη ζήτηση, δηλαδή το αναπτυξιακό οξυγόνο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Κενό, το οποίο φυσικά οι γερμανικές εξαγωγές που ενισχύθηκαν δεν πέτυχαν επαρκώς να ανασχέσουν. Φυσικά, σήμερα εμείς εκ των υστέρων έχοντας πλήρη εικόνα του πού βρισκόμαστε, φαίνεται εύκολο να κάνουμε τέτοιες διαπιστώσεις. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η οικονομική βασιμότητα των ισχυρισμών του αντι-μνημονιακού ρεύματος κατά της δημοσιονομικής λιτότητας, από την αρχή έθιγε την ασυμβατότητα της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε με τις θεωρητικές αναφορές του κεϋνσιανισμού σχετικά με τα μέσα χειρισμού κρίσεων σαν εκείνης του 2008, όπως εκδηλώθηκε στην Ευρώπη. Δηλαδή, δεν τα λέμε σήμερα (όσοι τα λέμε) αυτά. Τα λέγαμε από την αρχή!

Από την άλλη μεριά, η συνειδητή και πλουσιοπάροχα αμειφθείσα προσπάθεια της «ομάδας Σόιμπλε» μέσω των μέσων ενημέρωσης και σε πανευρωπαϊκή κλίμακα να εμφανίσουν τις απόψεις του αντι-μνημονιακού ρεύματος ως απόρροια κυρίως ενός κοινωνίστικου κινήματος υπό τον χύδην απαξιωτικό χαρακτηρισμό ως «λαϊκισμού», δηλαδή δήθεν μιας άποψης χωρίς αιτιολογικό έρμα για τη διαφωνία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, μπορεί  να στήριξε πολιτικά τον τότε υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, δεν απέτρεψε όμως τις βαθύτερες συνέπειες εκείνων των επιλογών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οικονομία, που σήμερα με την πανδημία στην ακμή της αντιλαμβάνεται με τραγικό τρόπο πόσο εσφαλμένη και ίσως μοιραία υπήρξε η οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας. Το τελευταίο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε μετά πολλών βασάνων το περασμένο καλοκαίρι, χαρακτηρίζεται από τη σχιζοφρενή και ενοχική επιλογή έμμεσης έκδοσης πληθωριστικού ευρώ, με τις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας να μην αποσύρονται αλλά απλά να αναστέλλονται προσωρινά, απειλώντας να επανέλθουν δριμύτερες στο μέλλον. Είναι απορίας άξιο: Δεν μπορούν ή δεν είναι στις προσλαμβάνουσες των ευρωπαίων οικονομικών αξιωματούχων να κατανοήσουν ότι το πρόσφατο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας ένεκα της πανδημίας είναι ένα σχέδιο αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους επιλογών;

Έτσι, σήμερα, όλα δείχνουν πως γίνεται ευρύτερα κατανοητό ότι με την οικονομική πολιτική Σόιμπλε 2010-2019 η Γερμανία μπορεί να κέρδισε χρόνο (και να ενισχύθηκε η επιρροή της στο εσωτερικό της ΕΕ), αλλά η Ευρώπη συνολικά έχασε πολύ χρήμα!

Σήμερα αυτά είναι γνωστά και ομολογούνται άλλωστε από τα πλέον έγκυρα χείλη. Τελευταία ηχηρά παραδείγματα ομολογίας της βλάβης που προξένησαν τα μνημόνια η αναφορά του Μπάρακ Ομπάμα στο βιβλίο του και η δήλωση Στουρνάρα (μεταξύ πολλών άλλων αντίστοιχων διαπιστώσεών του) ότι «…Από δε την πλευρά των πιστωτών, κυριάρχησαν συχνά οι εσφαλμένες εκτιμήσεις, οι εμμονές και η καχυποψία και υπήρχε έντονη η διάθεση μικροδιαχείρισης των προαπαιτούμενων δράσεων» και ότι «…Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ότι είχε αρχικά προβλεφθεί από τους διεθνείς οργανισμούς, επιδεινώνοντας την ύφεση».

Μα καλά, ο κ. Στουρνάρας δεν ήταν τότε υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Τα έβλεπε και δεν μίλαγε; Αν ναι, γιατί δεν έκανε το καθήκον του απέναντι την ελληνική οικονομία; Αν δεν τα έβλεπε, δηλαδή, συνήργησε εξ ανεπάρκειας στη μεγάλη «αστοχία», δεν οφείλει σήμερα εξηγήσεις στους Έλληνες πολίτες, αντί των κυνικών ετεροχρονισμένων διαπιστώσεων του σφάλματος; Και πως μπορεί και σήμερα να παραμένει διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδας; Είναι δυνατό να επιχειρείται από «θαυμαστές» του κ. Στουρνάρα, ακόμη και σήμερα και μετά απ’ αυτές τις παραδοχές, ο αδιανόητος συμψηφισμός ότι μεγαλύτερο κακό έκανε ο …Βαρουφάκης στην ελληνική οικονομία, απ’ όσο έκανε ο κ. Στουρνάρας; Πλήρης απώλεια λογικής ή χυδαιότατος κυνισμός;

Με τα σημερινά δεδομένα και τις συνθήκες, για να έχουμε γόνιμο διάλογο σχετικά με την καλύτερη μέθοδο χειρισμού της οικονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας (δηλαδή, κάτι σαν το «δεύτερο κύμα» της κρίσης 2010-2019 στην ευρωζώνη) οφείλουμε να αναθεωρήσουμε βασικά στοιχεία των ως σήμερα παραδοχών που απέτυχαν να ανασχέσουν το «πρώτο κύμα» του προβλήματος. Πόσο λίγη σωφροσύνη μπορεί να ανιχνεύεται σε όποιον επιμένει στις λάθος λύσεις στα ίδια προβλήματα;

Σήμερα, με συμβολικό χρονικό ορόσημο την είσοδο στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το χρέος, ως στοιχείο αξιολόγησης μιας οικονομίας, έχει πάψει να εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με την εκτιμώμενη αξιοπιστία «αντικρισιμότητάς» του στις διεθνείς αγορές χρήματος. Συνεπώς και η χρονική διάρκεια παραχώρησης του κεφαλαίου δανεισμού (με αύξηση των επιτοκίων όσο περισσότερος είναι ο χρόνος παραχώρησής του) δεν είναι πια είναι κρίσιμο στοιχείο, όσο ήταν. Μ’ άλλα λόγια, στο πλαίσιο γενικών αποτιμήσεων των οικονομιών, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, λιγότερο «μετράει» η λεγόμενη στην Ελλάδα «βιωσιμότητα» (αν και πιο δόκιμος θα ήταν ο όρος «εξυπηρετησιμότητα») του χρέους μιας χώρας. Η σημερινή εικόνα μοιάζει σαν μια παραποιημένη εκδοχή  της υπό συνθήκες «perpetuity» διάστασης των κρατικών ομολόγων, τα οποία τόση οργή είχαν προκαλέσει στους Έλληνες οικονομικούς αναλυτές των «προγόνων της λίστας Πέτσα εγχώριων μέσων ενημέρωσης, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης έριξε στο τραπέζι τα perpetual bonds ως λύσης για το εκτιμώμενο ως «μη βιώσιμο» τότε ελληνικό χρέος.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα σήμερα! Παρ’ ό,τι το ελληνικό χρέος σήμερα είναι μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ απ’ όσο πριν μερικά χρόνια επί μνημονίων, τότε ο εξωτερικός δανεισμός ήταν για τη χώρα μας απαγορευμένος, ενώ σήμερα δανειζόμαστε στις «μικρές σειρές» των εξαμηνιαίων ή ετήσιων ομολόγων μας ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο! Μερικοί αναλυτές το εξηγούν με το ότι το ελληνικό εξωτερικό χρέος είναι κατά μεγάλο μέρος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες! Αλλά αυτό υπήρχε από την εποχή ήδη του πρώτου μνημονίου και παρ’ όλ’ αυτά έπρεπε να περάσουν 8 χρόνια για να μπορέσει η Ελλάδα να «βγει στις αγορές». Και χρειάστηκε απολύτως και η ρύθμιση του χρέους που συμφωνήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για να ανοίξει ο δρόμος. Εκείνο λοιπόν που άλλαξε είναι οι πολιτικές αποφάσεις για το θέμα του χρέους στην ΕΕ. Από το πρώτο μνημόνιο ως το 2019 έπρεπε να τιμωρηθεί η Ελλάδα για να παραδειγματιστούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο του αδιανόητου και δημοκρατικά απολύτως ανομιμοποίητου γερμανικού οικονομικού πατερναλισμού στην ευρωζώνη. Σήμερα, που το βάθος της κρίσης ένεκα πανδημίας επιτάσσει αλλαγή της ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής (επί ποινή καταστροφής -αν τυχόν ο ευρωπαϊκός βορράς επέμενε στο σφάλμα 2010-2019) όλα επιτρέπονται: Ακόμη και η Ελλάδα να δανείζεται με πολύ φθηνά επιτόκια!

Άλλωστε, ποιό ελληνικό εξωτερικό χρέος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες; Και παλιότερα -όπως είπαμε- υπήρχε αυτό, και τα μνημόνια 2 και 3 απέδειξαν ότι δεν ήταν εκείνο που έπεισε τις αγορές (το αντίθετο μάλιστα, κάποια στιγμή το χρέος προς δημόσιους φορείς με βάση τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα μάλλον επιβάρυνε τις αναπτυξιακές προσδοκίες της χώρας, παρά τις ενίσχυσε). Η πολιτική απόφαση να σταματήσει η εικόνα εξάρτησης της Ελλάδας (ως δουλοπαροικίας χρέους, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό) από τους δανειστές και εταίρους της ήταν που έλειπε και μόλις αυτό επετεύχθη με την επιτυχή ολοκλήρωση του  3ου μνημονίου, η εικόνα άλλαξε!

Η επίκληση της Ελλάδας εδώ ως παραδείγματος προς αποφυγή, δεν γίνεται για να εκτονώσουμε τον θυμό μας για όσα μας επιβάρυναν ένεκα των σήμερα ομολογούμενων με τον πιο κυνικό τρόπο ως σφαλμάτων της μνημονιακής επιλογής. Η Ελλάδα εδώ πρέπει να επιστρατεύεται, απλά γιατί τώρα που το πρόβλημα γίνεται  πανευρωπαϊκό, η προτίμηση στην τελείως αντίθετη με την ελληνική περίπτωση μέθοδο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, αντί της δημοσιονομικής περιστολής, υπογραμμίζει διπλά την αστοχία 2010-2019, με επίλεκτο θύμα την Ελλάδα!

Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, θα επικαλεστώ την αθροιστική ύφεση γύρω στο 25% των μνημονιακών ετών, στην οποία τώρα έρχεται να προστεθεί η επί πλέον φετινή ύφεση το λιγότερο άλλου 10% λόγω της πανδημίας. Στα σοβαρά, τώρα, είναι οι ίδιοι οίκοι αξιολόγησης που έκριναν επί μία δεκαετία την Ελλάδα ως μη αξιόπιστο προορισμό δανεισμού, με ύφεση τότε σε μέση ετήσια βάση της τάξης του 2,5-3%, και σήμερα την αναβαθμίζουν με ύφεση 10% σε ένα έτος; Ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για ανάπτυξη 5% το 2021 η Ελλάδα θα έπρεπε να πετυχαίνει ίδια ανάπτυξη της τάξης του 5% τα επόμενα 7 χρόνια στη σειρά, για να επανέλθει το ΑΕΠ της στα επίπεδα προ του 2008. Πρόκειται για γελοιότητες! Η ζημιά που έγινε στην ελληνική οικονομία και προηγήθηκε του δεύτερου κύματος της κρίσης στην οικονομία λόγω της πανδημίας, είναι ανήκεστη και η περίπτωση θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως η κορυφαία αστοχία οικονομικής πολιτικής σε περίοδο ειρήνης.

Άλλωστε, τα ομόλογα μεγάλου χρόνου (ακόμη και 100ετή) που έχουν αρχίσει να εκδίδουν ευρωπαϊκές χώρες απομυθοποιούν πλέον απολύτως το ζήτημα του χρέους, ως σημαντικό μέρος της δυνάμει αναπτυξιακής ταυτότητας της οικονομίας μιας χώρας για τις προσεχείς δεκαετίες του 21ου αιώνα. Και είναι επίσης ανάγκη να τελειώνει κάπου εδώ και ο μύθος περί της δήθεν αναπτυξιακής συμβολής των λεγόμενων «μεταρρυθμίσεων» στον σημερινό αγώνα ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που επίκειται, όταν με το καλό θα ελέγξουμε ουσιαστικά την πανδημία με ξεκάθαρους υγειονομικούς όρους και εγκαταλείποντας την επικίνδυνη πρακτική εμβολιασμού των οικονομιών (και όχι του πληθυσμού)  με πρόωρα ανοίγματα, που αποδεικνύεται πως παράγουν τα επόμενα κύματα της πανδημικής έξαρσης. Φυσικά και χρειάζονται μεταρρυθμίσεις! Αυτές, όμως, θα πρέπει να αφορούν σε επανεξέταση του μοντέλου κατανομής του πλούτου καθώς και της παραγωγικής δομής του κοινωνικού κράτους, μαζί με τον ενεργότερο ρόλο του δημόσιου τομέα στην εποπτεία του καταναλωτικού προτύπου και των επενδυτικών προτεραιοτήτων μιας χώρας και σε συνδυασμό με την επιστράτευση της τεχνολογίας για την καλύτερη κοινωνική οργάνωση των οικονομιών. Δεν μπορούν πια να λογίζονται ως «μεταρρυθμίσεις» το να λιγουρεύονται κάποιοι ιδιώτες να βάλουν στο χέρι κλάδους που τελούν υπό αναγκαίο δημόσιο έλεγχο. Το μοντέλο αυτό δοκιμάστηκε κατά κόρον εδώ και 30 χρόνια, και απέτυχε παταγωδώς. Έχει αποδειχτεί ότι το αθροιστικό του κόστος είναι μεγάλο και κατά κανόνα καταλήγει σε ακριβότερες και χειρότερες υπηρεσίες για τους πολίτες.

Είναι γελοιότητα να μας μοστράρεται σήμερα, σαν καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, το σχέδιο Πισσαρίδη  ως δήθεν μεγάλη τομή και στο περιεχόμενό του να μην υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον αναπτυξιακό ρόλο του δημόσιου τομέα και στην ανάγκη δραματικής αναπροσαρμογής του συστήματος κατανομής του πλούτου που παράγει μια οικονομία. Δεν μπορεί να αισιοδοξούμε ότι θα τα πάμε καλά στο μέλλον, με τα νεοφιλελεύθερα ξεπερασμένα όπλα των παιδιών του Σικάγο!

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που συζητείται στην ΕΚΤ είναι οι τρόποι απομείωσης του χρέους στην Ευρώπη. Και εξετάζονται δύο βασικές λύσεις-εναλλακτικά σενάρια:

- Το πρώτο είναι η διαγραφή χρέους, τουλάχιστον για τις πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν από τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας (πρόταση που διακινεί ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε). Η πρόταση αυτή στηρίζεται στη φιλοσοφικής αφετηρίας άποψη ότι το δημόσιο χρέος που θα διαγραφεί, δεν είναι άλλο από συμβολή του ιδιωτικού τομέα στον κοινό αγώνα υγειονομικής θωράκισης των πολιτών και των κοινωνικών δραστηριοτήτων τους κατά του κορονοϊού.

- Το δεύτερο είναι η παραπομπή του σημερινού δημόσιου χρέους βαθιά σε μελλοντικό χρόνο, με ανοιχτό το ενδεχόμενο οιονεί επανεξέτασής του κάποια στιγμή στο μέλλον και σε καλύτερες συνθήκες.

Και τα δύο σενάρια αποσκοπούν σε μηδενισμό των αρνητικών συνεπειών της παραμέτρου «χρέος» για τις οικονομίες, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως σύγχρονη μέθοδος προτεκτορατοποίησης των αδύναμων χωρών από τις ισχυρότερες χώρες. Ποιά χρεία άλλων αποδείξεων έχουμε άλλωστε ανάγκη, όταν σε πολύ πρόσφατη έρευνα καταγράφτηκε καθαρά ότι η επιφύλαξη των λεγόμενων «φειδωλών χωρών» της ΕΕ για περισσότερες επιδοτήσεις,  αντί για διακρατικό δανεισμό, στο πλαίσιο του τελευταίου σχεδίου στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν οφειλόταν στις οικονομικές ανησυχίες τους, αλλά στον φόβο ότι με περισσότερες επιδοτήσεις θα κατέγραφαν μεγαλύτερες απώλειες σε επιρροή κατά τη διαδικασία λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων!

Βεβαίως, δεν μπορώ να προβλέψω το θα συμβεί. Γνωρίζω, όμως, ότι η συζήτηση άνοιξε, μετά από μια χαμένη γενιά νεοφιλελεύθερων επιλογών, που έχουν οδηγήσει την καπιταλιστική οικονομία (φυσικά βοηθούσης και της πανδημίας) στο χείλος του γκρεμού. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στον δρόμο…

More in Οικονομία
Comments
Ε.Ε.: Στα τραπέζι σενάρια απομείωσης του χρέους των χωρών-μελών

Ε.Ε.: Στα τραπέζι σενάρια απομείωσης του χρέους των χωρών-μελών

Η πολιτική συζήτηση δεν έχει καν ξεκινήσει στην ΕΕ και την ίδια ώρα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τις Βρυξέλλες να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος. Όμως, στα τραπεζικά επιτελεία, στη Φρανκφούρτη αλλά και σ’ όλες τις κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών, το θέμα έχει τεθεί και οι πρώτες προτάσεις πέφτουν στο τραπέζι, προκαλώντας μάλιστα και σοβαρές αντιδράσεις.

Ο λόγος για την αναζήτηση λύσεων στη μεγάλη κλιμάκωση του χρέους της ευρωζώνης, που με τις άμεσες και βαθιές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία φαίνεται να ενεργοποιεί την πρώτη σοβαρή αντίδραση για την ανάσχεση του κύματος διεύρυνσης του χρέους του δημόσιου τομέα, πρόβλημα που εδώ και καμιά 20ετία υπνώττει στα νομισματοπιστωτικά συστήματα της καπιταλιστικής δύσης και σήμερα πλήττει σφοδρά την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η μεγάλη διαφορά της ευρωζώνης σε σύγκριση με το επίσης μεγάλο πρόβλημα εξωτερικού χρέους στις ΗΠΑ, είναι η νομισματική αυτονομία της Fed σε σχέση με την ΕΚΤ. Η έκδοση πληθωριστικού δολαρίου, ως βασικού μέσου αντιμετώπισης της κρίσης που ξέσπασε το 2008 με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, συνέβαλε ουσιαστικά στην καλύτερη αντίδραση της αμερικανικής οικονομίας σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία-αποδείξεις της διαφοράς στη διαχείριση της κρίσης του 2008 είναι ότι στις ΗΠΑ οι συνέπειές της έγιναν πρωτογενώς αισθητές ως πρόβλημα ιδιωτικού χρέους. Στην ευρωζώνη, αντιθέτως, με την πρωτοκαθεδρία στην προσπάθεια «να σπρωχτεί κάτω απ’ το χαλί» το πιστωτικό αδιέξοδο των γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών τραπεζών (αλλά και των βρετανικών, παρ’ όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο τυπικά δεν είχε εξάρτηση από την ΕΚΤ), το ζήτημα ταχύτατα μετετράπη σε υπόθεση δημόσιου χρέους και πέρασε ταχύτερα απ’ ό,τι στις ΗΠΑ στην πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, την περασμένη δεκαετία με την ευρωζώνη αυτο-παγιδευμένη στη «δίδυμη ασφυξία» (που για καπιταλιστική οικονομία είναι στη κυριολεξία θανατηφόρα) αποφυγής έκδοσης νομίσματος και ταυτόχρονα πανάκριβου ευρώ στις διεθνείς ισοτιμίες, όλοι οι πόροι διαχείρισης της κρίσης προήλθαν από ιδιωτικό δανεισμό προς τον δημόσιο τομέα, που οδήγησε στον καταναγκασμό σκληρής εξισορροπητικής δημοσιονομικής λιτότητας, σκοτώνοντας τη ζήτηση, δηλαδή το αναπτυξιακό οξυγόνο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Κενό, το οποίο φυσικά οι γερμανικές εξαγωγές που ενισχύθηκαν δεν πέτυχαν επαρκώς να ανασχέσουν. Φυσικά, σήμερα εμείς εκ των υστέρων έχοντας πλήρη εικόνα του πού βρισκόμαστε, φαίνεται εύκολο να κάνουμε τέτοιες διαπιστώσεις. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η οικονομική βασιμότητα των ισχυρισμών του αντι-μνημονιακού ρεύματος κατά της δημοσιονομικής λιτότητας, από την αρχή έθιγε την ασυμβατότητα της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε με τις θεωρητικές αναφορές του κεϋνσιανισμού σχετικά με τα μέσα χειρισμού κρίσεων σαν εκείνης του 2008, όπως εκδηλώθηκε στην Ευρώπη. Δηλαδή, δεν τα λέμε σήμερα (όσοι τα λέμε) αυτά. Τα λέγαμε από την αρχή!

Από την άλλη μεριά, η συνειδητή και πλουσιοπάροχα αμειφθείσα προσπάθεια της «ομάδας Σόιμπλε» μέσω των μέσων ενημέρωσης και σε πανευρωπαϊκή κλίμακα να εμφανίσουν τις απόψεις του αντι-μνημονιακού ρεύματος ως απόρροια κυρίως ενός κοινωνίστικου κινήματος υπό τον χύδην απαξιωτικό χαρακτηρισμό ως «λαϊκισμού», δηλαδή δήθεν μιας άποψης χωρίς αιτιολογικό έρμα για τη διαφωνία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, μπορεί  να στήριξε πολιτικά τον τότε υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, δεν απέτρεψε όμως τις βαθύτερες συνέπειες εκείνων των επιλογών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οικονομία, που σήμερα με την πανδημία στην ακμή της αντιλαμβάνεται με τραγικό τρόπο πόσο εσφαλμένη και ίσως μοιραία υπήρξε η οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας. Το τελευταίο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε μετά πολλών βασάνων το περασμένο καλοκαίρι, χαρακτηρίζεται από τη σχιζοφρενή και ενοχική επιλογή έμμεσης έκδοσης πληθωριστικού ευρώ, με τις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας να μην αποσύρονται αλλά απλά να αναστέλλονται προσωρινά, απειλώντας να επανέλθουν δριμύτερες στο μέλλον. Είναι απορίας άξιο: Δεν μπορούν ή δεν είναι στις προσλαμβάνουσες των ευρωπαίων οικονομικών αξιωματούχων να κατανοήσουν ότι το πρόσφατο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας ένεκα της πανδημίας είναι ένα σχέδιο αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους επιλογών;

Έτσι, σήμερα, όλα δείχνουν πως γίνεται ευρύτερα κατανοητό ότι με την οικονομική πολιτική Σόιμπλε 2010-2019 η Γερμανία μπορεί να κέρδισε χρόνο (και να ενισχύθηκε η επιρροή της στο εσωτερικό της ΕΕ), αλλά η Ευρώπη συνολικά έχασε πολύ χρήμα!

Σήμερα αυτά είναι γνωστά και ομολογούνται άλλωστε από τα πλέον έγκυρα χείλη. Τελευταία ηχηρά παραδείγματα ομολογίας της βλάβης που προξένησαν τα μνημόνια η αναφορά του Μπάρακ Ομπάμα στο βιβλίο του και η δήλωση Στουρνάρα (μεταξύ πολλών άλλων αντίστοιχων διαπιστώσεών του) ότι «…Από δε την πλευρά των πιστωτών, κυριάρχησαν συχνά οι εσφαλμένες εκτιμήσεις, οι εμμονές και η καχυποψία και υπήρχε έντονη η διάθεση μικροδιαχείρισης των προαπαιτούμενων δράσεων» και ότι «…Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ότι είχε αρχικά προβλεφθεί από τους διεθνείς οργανισμούς, επιδεινώνοντας την ύφεση».

Μα καλά, ο κ. Στουρνάρας δεν ήταν τότε υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Τα έβλεπε και δεν μίλαγε; Αν ναι, γιατί δεν έκανε το καθήκον του απέναντι την ελληνική οικονομία; Αν δεν τα έβλεπε, δηλαδή, συνήργησε εξ ανεπάρκειας στη μεγάλη «αστοχία», δεν οφείλει σήμερα εξηγήσεις στους Έλληνες πολίτες, αντί των κυνικών ετεροχρονισμένων διαπιστώσεων του σφάλματος; Και πως μπορεί και σήμερα να παραμένει διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδας; Είναι δυνατό να επιχειρείται από «θαυμαστές» του κ. Στουρνάρα, ακόμη και σήμερα και μετά απ’ αυτές τις παραδοχές, ο αδιανόητος συμψηφισμός ότι μεγαλύτερο κακό έκανε ο …Βαρουφάκης στην ελληνική οικονομία, απ’ όσο έκανε ο κ. Στουρνάρας; Πλήρης απώλεια λογικής ή χυδαιότατος κυνισμός;

Με τα σημερινά δεδομένα και τις συνθήκες, για να έχουμε γόνιμο διάλογο σχετικά με την καλύτερη μέθοδο χειρισμού της οικονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας (δηλαδή, κάτι σαν το «δεύτερο κύμα» της κρίσης 2010-2019 στην ευρωζώνη) οφείλουμε να αναθεωρήσουμε βασικά στοιχεία των ως σήμερα παραδοχών που απέτυχαν να ανασχέσουν το «πρώτο κύμα» του προβλήματος. Πόσο λίγη σωφροσύνη μπορεί να ανιχνεύεται σε όποιον επιμένει στις λάθος λύσεις στα ίδια προβλήματα;

Σήμερα, με συμβολικό χρονικό ορόσημο την είσοδο στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το χρέος, ως στοιχείο αξιολόγησης μιας οικονομίας, έχει πάψει να εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με την εκτιμώμενη αξιοπιστία «αντικρισιμότητάς» του στις διεθνείς αγορές χρήματος. Συνεπώς και η χρονική διάρκεια παραχώρησης του κεφαλαίου δανεισμού (με αύξηση των επιτοκίων όσο περισσότερος είναι ο χρόνος παραχώρησής του) δεν είναι πια είναι κρίσιμο στοιχείο, όσο ήταν. Μ’ άλλα λόγια, στο πλαίσιο γενικών αποτιμήσεων των οικονομιών, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, λιγότερο «μετράει» η λεγόμενη στην Ελλάδα «βιωσιμότητα» (αν και πιο δόκιμος θα ήταν ο όρος «εξυπηρετησιμότητα») του χρέους μιας χώρας. Η σημερινή εικόνα μοιάζει σαν μια παραποιημένη εκδοχή  της υπό συνθήκες «perpetuity» διάστασης των κρατικών ομολόγων, τα οποία τόση οργή είχαν προκαλέσει στους Έλληνες οικονομικούς αναλυτές των «προγόνων της λίστας Πέτσα εγχώριων μέσων ενημέρωσης, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης έριξε στο τραπέζι τα perpetual bonds ως λύσης για το εκτιμώμενο ως «μη βιώσιμο» τότε ελληνικό χρέος.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα σήμερα! Παρ’ ό,τι το ελληνικό χρέος σήμερα είναι μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ απ’ όσο πριν μερικά χρόνια επί μνημονίων, τότε ο εξωτερικός δανεισμός ήταν για τη χώρα μας απαγορευμένος, ενώ σήμερα δανειζόμαστε στις «μικρές σειρές» των εξαμηνιαίων ή ετήσιων ομολόγων μας ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο! Μερικοί αναλυτές το εξηγούν με το ότι το ελληνικό εξωτερικό χρέος είναι κατά μεγάλο μέρος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες! Αλλά αυτό υπήρχε από την εποχή ήδη του πρώτου μνημονίου και παρ’ όλ’ αυτά έπρεπε να περάσουν 8 χρόνια για να μπορέσει η Ελλάδα να «βγει στις αγορές». Και χρειάστηκε απολύτως και η ρύθμιση του χρέους που συμφωνήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για να ανοίξει ο δρόμος. Εκείνο λοιπόν που άλλαξε είναι οι πολιτικές αποφάσεις για το θέμα του χρέους στην ΕΕ. Από το πρώτο μνημόνιο ως το 2019 έπρεπε να τιμωρηθεί η Ελλάδα για να παραδειγματιστούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο του αδιανόητου και δημοκρατικά απολύτως ανομιμοποίητου γερμανικού οικονομικού πατερναλισμού στην ευρωζώνη. Σήμερα, που το βάθος της κρίσης ένεκα πανδημίας επιτάσσει αλλαγή της ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής (επί ποινή καταστροφής -αν τυχόν ο ευρωπαϊκός βορράς επέμενε στο σφάλμα 2010-2019) όλα επιτρέπονται: Ακόμη και η Ελλάδα να δανείζεται με πολύ φθηνά επιτόκια!

Άλλωστε, ποιό ελληνικό εξωτερικό χρέος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες; Και παλιότερα -όπως είπαμε- υπήρχε αυτό, και τα μνημόνια 2 και 3 απέδειξαν ότι δεν ήταν εκείνο που έπεισε τις αγορές (το αντίθετο μάλιστα, κάποια στιγμή το χρέος προς δημόσιους φορείς με βάση τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα μάλλον επιβάρυνε τις αναπτυξιακές προσδοκίες της χώρας, παρά τις ενίσχυσε). Η πολιτική απόφαση να σταματήσει η εικόνα εξάρτησης της Ελλάδας (ως δουλοπαροικίας χρέους, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό) από τους δανειστές και εταίρους της ήταν που έλειπε και μόλις αυτό επετεύχθη με την επιτυχή ολοκλήρωση του  3ου μνημονίου, η εικόνα άλλαξε!

Η επίκληση της Ελλάδας εδώ ως παραδείγματος προς αποφυγή, δεν γίνεται για να εκτονώσουμε τον θυμό μας για όσα μας επιβάρυναν ένεκα των σήμερα ομολογούμενων με τον πιο κυνικό τρόπο ως σφαλμάτων της μνημονιακής επιλογής. Η Ελλάδα εδώ πρέπει να επιστρατεύεται, απλά γιατί τώρα που το πρόβλημα γίνεται  πανευρωπαϊκό, η προτίμηση στην τελείως αντίθετη με την ελληνική περίπτωση μέθοδο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, αντί της δημοσιονομικής περιστολής, υπογραμμίζει διπλά την αστοχία 2010-2019, με επίλεκτο θύμα την Ελλάδα!

Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, θα επικαλεστώ την αθροιστική ύφεση γύρω στο 25% των μνημονιακών ετών, στην οποία τώρα έρχεται να προστεθεί η επί πλέον φετινή ύφεση το λιγότερο άλλου 10% λόγω της πανδημίας. Στα σοβαρά, τώρα, είναι οι ίδιοι οίκοι αξιολόγησης που έκριναν επί μία δεκαετία την Ελλάδα ως μη αξιόπιστο προορισμό δανεισμού, με ύφεση τότε σε μέση ετήσια βάση της τάξης του 2,5-3%, και σήμερα την αναβαθμίζουν με ύφεση 10% σε ένα έτος; Ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για ανάπτυξη 5% το 2021 η Ελλάδα θα έπρεπε να πετυχαίνει ίδια ανάπτυξη της τάξης του 5% τα επόμενα 7 χρόνια στη σειρά, για να επανέλθει το ΑΕΠ της στα επίπεδα προ του 2008. Πρόκειται για γελοιότητες! Η ζημιά που έγινε στην ελληνική οικονομία και προηγήθηκε του δεύτερου κύματος της κρίσης στην οικονομία λόγω της πανδημίας, είναι ανήκεστη και η περίπτωση θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως η κορυφαία αστοχία οικονομικής πολιτικής σε περίοδο ειρήνης.

Άλλωστε, τα ομόλογα μεγάλου χρόνου (ακόμη και 100ετή) που έχουν αρχίσει να εκδίδουν ευρωπαϊκές χώρες απομυθοποιούν πλέον απολύτως το ζήτημα του χρέους, ως σημαντικό μέρος της δυνάμει αναπτυξιακής ταυτότητας της οικονομίας μιας χώρας για τις προσεχείς δεκαετίες του 21ου αιώνα. Και είναι επίσης ανάγκη να τελειώνει κάπου εδώ και ο μύθος περί της δήθεν αναπτυξιακής συμβολής των λεγόμενων «μεταρρυθμίσεων» στον σημερινό αγώνα ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που επίκειται, όταν με το καλό θα ελέγξουμε ουσιαστικά την πανδημία με ξεκάθαρους υγειονομικούς όρους και εγκαταλείποντας την επικίνδυνη πρακτική εμβολιασμού των οικονομιών (και όχι του πληθυσμού)  με πρόωρα ανοίγματα, που αποδεικνύεται πως παράγουν τα επόμενα κύματα της πανδημικής έξαρσης. Φυσικά και χρειάζονται μεταρρυθμίσεις! Αυτές, όμως, θα πρέπει να αφορούν σε επανεξέταση του μοντέλου κατανομής του πλούτου καθώς και της παραγωγικής δομής του κοινωνικού κράτους, μαζί με τον ενεργότερο ρόλο του δημόσιου τομέα στην εποπτεία του καταναλωτικού προτύπου και των επενδυτικών προτεραιοτήτων μιας χώρας και σε συνδυασμό με την επιστράτευση της τεχνολογίας για την καλύτερη κοινωνική οργάνωση των οικονομιών. Δεν μπορούν πια να λογίζονται ως «μεταρρυθμίσεις» το να λιγουρεύονται κάποιοι ιδιώτες να βάλουν στο χέρι κλάδους που τελούν υπό αναγκαίο δημόσιο έλεγχο. Το μοντέλο αυτό δοκιμάστηκε κατά κόρον εδώ και 30 χρόνια, και απέτυχε παταγωδώς. Έχει αποδειχτεί ότι το αθροιστικό του κόστος είναι μεγάλο και κατά κανόνα καταλήγει σε ακριβότερες και χειρότερες υπηρεσίες για τους πολίτες.

Είναι γελοιότητα να μας μοστράρεται σήμερα, σαν καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, το σχέδιο Πισσαρίδη  ως δήθεν μεγάλη τομή και στο περιεχόμενό του να μην υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον αναπτυξιακό ρόλο του δημόσιου τομέα και στην ανάγκη δραματικής αναπροσαρμογής του συστήματος κατανομής του πλούτου που παράγει μια οικονομία. Δεν μπορεί να αισιοδοξούμε ότι θα τα πάμε καλά στο μέλλον, με τα νεοφιλελεύθερα ξεπερασμένα όπλα των παιδιών του Σικάγο!

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που συζητείται στην ΕΚΤ είναι οι τρόποι απομείωσης του χρέους στην Ευρώπη. Και εξετάζονται δύο βασικές λύσεις-εναλλακτικά σενάρια:

- Το πρώτο είναι η διαγραφή χρέους, τουλάχιστον για τις πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν από τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας (πρόταση που διακινεί ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε). Η πρόταση αυτή στηρίζεται στη φιλοσοφικής αφετηρίας άποψη ότι το δημόσιο χρέος που θα διαγραφεί, δεν είναι άλλο από συμβολή του ιδιωτικού τομέα στον κοινό αγώνα υγειονομικής θωράκισης των πολιτών και των κοινωνικών δραστηριοτήτων τους κατά του κορονοϊού.

- Το δεύτερο είναι η παραπομπή του σημερινού δημόσιου χρέους βαθιά σε μελλοντικό χρόνο, με ανοιχτό το ενδεχόμενο οιονεί επανεξέτασής του κάποια στιγμή στο μέλλον και σε καλύτερες συνθήκες.

Και τα δύο σενάρια αποσκοπούν σε μηδενισμό των αρνητικών συνεπειών της παραμέτρου «χρέος» για τις οικονομίες, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως σύγχρονη μέθοδος προτεκτορατοποίησης των αδύναμων χωρών από τις ισχυρότερες χώρες. Ποιά χρεία άλλων αποδείξεων έχουμε άλλωστε ανάγκη, όταν σε πολύ πρόσφατη έρευνα καταγράφτηκε καθαρά ότι η επιφύλαξη των λεγόμενων «φειδωλών χωρών» της ΕΕ για περισσότερες επιδοτήσεις,  αντί για διακρατικό δανεισμό, στο πλαίσιο του τελευταίου σχεδίου στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν οφειλόταν στις οικονομικές ανησυχίες τους, αλλά στον φόβο ότι με περισσότερες επιδοτήσεις θα κατέγραφαν μεγαλύτερες απώλειες σε επιρροή κατά τη διαδικασία λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων!

Βεβαίως, δεν μπορώ να προβλέψω το θα συμβεί. Γνωρίζω, όμως, ότι η συζήτηση άνοιξε, μετά από μια χαμένη γενιά νεοφιλελεύθερων επιλογών, που έχουν οδηγήσει την καπιταλιστική οικονομία (φυσικά βοηθούσης και της πανδημίας) στο χείλος του γκρεμού. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στον δρόμο…

More in Οικονομία
Comments