Η «ρήξη» της 9ης Μαρτίου του 1985 – Όταν ο Ανδρέας «αποκαθήλωσε» τον Καραμανλή

Η «ρήξη» της 9ης Μαρτίου του 1985 – Όταν ο Ανδρέας «αποκαθήλωσε» τον Καραμανλή

Ήταν 9 Μαρτίου του 1985 όταν συνεδρίασε η Κεντρική Επιτροπή του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος προκειμένου να αποφασίσει τί θα κάνει με την επικείμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ολοκληρωνόταν η πρώτη θητεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Προεδρικό Μέγαρο κι είχε φτάσει η στιγμή το κυβερνών κόμμα να καθορίσει τη στάση του έναντι του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας.

Τον Οκτώβρη του 1981, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου εξελέγη Πρωθυπουργός με το συντριπτικό ποσοστό του 48,08%, ξεκίνησε η περίοδος της «συγκατοίκησης». Έτσι ονομάστηκε η συνύπαρξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας και του Ανδρέα Παπανδρέου ως Πρωθυπουργού. Ήταν δύο ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες με διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις και θέσεις. Η περίοδος της «συγκατοίκησης» μπορεί να μην είχε μεγάλες συγκρούσεις, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανέφελη.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν εφοδιασμένος με πολλές δικαιοδοσίες (Σύνταγμα 1975) που του επέτρεπαν -εάν το αποφάσιζε- να παρέμβει καθοριστικά στο πολιτικό παιχνίδι κι από ρυθμιστής του πολιτεύματος να καταστεί κυρίαρχος της πολιτικής εξέλιξης. Είχε τη δυνατότητα να παύει την κυβέρνηση ακόμη κι αν αυτή απολάμβανε της εμπιστοσύνης της Βουλής και να διορίσει κυβέρνηση της επιλογής του, δίνοντάς της τη δυνατότητα να κάνει εκλογές. Είχε τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή ακόμη και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της εκλεγμένης κυβέρνησης με την πρόφαση της «δυσαρμονίας μεταξύ λαού και Βουλής». Είχε τη δυνατότητα να παρέμβει στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης εάν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν έδινε απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κανένα κόμμα. Είχε ακόμη κι άλλες σημαντικές δικαιοδοσίες που του επέτρεπαν να παρέμβει καθοριστικά και χωρίς έλεγχο στην πολιτική ζωή της χώρας.

Όλα τα παραπάνω είχαν καταγγελθεί τόσο από το ΠΑ.ΣΟ.Κ όσο κι από σύσσωμη την αντιπολίτευση το 1975 ως «υπερεξουσίες» του ΠτΔ. Επιπλέον, είχε επισημανθεί ότι το Σύνταγμα ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ηγέτη της Δεξιάς προκειμένου εκείνος να μετακινηθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο Καραμανλής, μπορεί να μην έγινε άμεσα Αρχηγός του Κράτους λόγω διαφόρων ζητημάτων που ήταν ανοιχτά και θεωρούσε ότι έπρεπε να διευθετήσει από τη θέση του Πρωθυπουργού, επέλεξε όμως έναν «αντ’ αυτού» για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, λοιπόν, διαφωνούσε με τις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και χαιρέτιζε το γεγονός ότι αυτές ουδέποτε ασκήθηκαν τόσο από τον Τσάτσο όσο κι από τον Καραμανλή. Την περίοδο της «συγκατοίκησης» υπήρξαν προστριβές μεταξύ ΠτΔ και κυβέρνησης οι οποίες δεν έφτασαν στο σημείο οξείας πολιτικής και συνταγματικής κρίσης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου σε κάθε ευκαιρία σημείωνε ότι οι σχέσεις του με τον Καραμανλή είναι καλές κι εποικοδομητικές. Ουδέποτε όμως δεσμεύτηκε δημόσια ότι θα τον προτείνει ξανά για μια νέα θητεία.

Ήδη από τις Ευρωεκλογές του 1984 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρκετές επιφυλάξεις για το «πού το πάει ο Καραμανλής…». Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, με αφορμή τον λόγο του Καραμανλή στη Λέσχη Αξιωματικών της Θεσσαλονίκης, οι επιφυλάξεις διογκώθηκαν οδηγώντας τον Παπανδρέου να απευθύνει επιστολή προς τον Καραμανλή με την οποία του εξέθετε τις ενστάσεις του για τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος παρενέβαινε στην τρέχουσα πολιτική διαμάχη μεταξύ των κομμάτων. Ο Καραμανλής απάντησε με δική του επιστολή υπεραμυνόμενος της πρακτικής του κι ότι θα συνεχίσει να το κάνει καθώς έτσι κατανοούσε το ρόλο του ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και Αρχηγού του Κράτους. Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο το Αρχείο του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, ο Καραμανλής «σαφώς του εδήλωσε» ότι αν επιμείνει στις θέσεις του, τότε τη λύση θα την έδινε ο Λαός.

Γίνεται έτσι κατανοητό ότι ακόμη κι αν ο Παπανδρέου ήθελε να υπάρξει μια σύγκρουση μεταξύ Προέδρου και Πρωθυπουργού, αυτή δεν θα την προκαλούσε σε καμία περίπτωση ο δεύτερος και, μάλιστα, με τους όρους του πρώτου. Ο Παπανδρέου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Καραμανλής ήθελε να είναι ένα είδος συγκυβερνήτη.

Έτσι εισηγήθηκε στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑ.ΣΟ.Κ να προτείνει αναθεώρηση του Συντάγματος ως προς τις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και να προταθεί για Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ο οποίος ήταν γνωστός για τη συνεισφορά του στην έρευνα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Αποτελούσε ένα είδος συμβόλου για τις αντιδεξιές δυνάμεις.

Ακόμη κι αν γίνει δεκτή η άποψη ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η κυβέρνηση ενημέρωνε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι θα τον προτείνει για νέα θητεία -κάτι που δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο απ’ την πλευρά Καραμανλή- σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν είχε ουσιαστικούς λόγους να προτείνει αναθεώρηση του Συντάγματος κι ένα άλλο πρόσωπο για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα ή ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό στον Καραμανλή.

Στο συνταγματικό επίπεδο,  η επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ διευκρίνισε το πολίτευμα και το απάλλαξε από τα προεδρικά του στοιχεία μετατοπίζοντας την ευθύνη -άρα και την ισχύ- στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφαιρώντας την από έναν ανεύθυνο -πολιτικά- κι αμετακίνητο Πρόεδρο. Ενώ στο πολιτικό επίπεδο, έδωσε τη δυνατότητα στο ΠΑ.ΣΟ.Κ να δώσει αναβαπτισμένο την εκλογική μάχη του 1985, συσπειρώνοντας τους αντιδεξιούς ψηφοφόρους κι αποκάλυψε το «βέρτιγκο» που βρισκόταν η Δεξιά εκείνη την περίοδο…

*Ο Σταύρος Π. Κεραμίδας είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας (ΕΚΠΑ)  - Μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α – Προοδευτική Συμμαχία

More in ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Comments
Η «ρήξη» της 9ης Μαρτίου του 1985 – Όταν ο Ανδρέας «αποκαθήλωσε» τον Καραμανλή

Η «ρήξη» της 9ης Μαρτίου του 1985 – Όταν ο Ανδρέας «αποκαθήλωσε» τον Καραμανλή

Ήταν 9 Μαρτίου του 1985 όταν συνεδρίασε η Κεντρική Επιτροπή του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος προκειμένου να αποφασίσει τί θα κάνει με την επικείμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ολοκληρωνόταν η πρώτη θητεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Προεδρικό Μέγαρο κι είχε φτάσει η στιγμή το κυβερνών κόμμα να καθορίσει τη στάση του έναντι του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας.

Τον Οκτώβρη του 1981, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου εξελέγη Πρωθυπουργός με το συντριπτικό ποσοστό του 48,08%, ξεκίνησε η περίοδος της «συγκατοίκησης». Έτσι ονομάστηκε η συνύπαρξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Προέδρου της Δημοκρατίας και του Ανδρέα Παπανδρέου ως Πρωθυπουργού. Ήταν δύο ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες με διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις και θέσεις. Η περίοδος της «συγκατοίκησης» μπορεί να μην είχε μεγάλες συγκρούσεις, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανέφελη.

Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν εφοδιασμένος με πολλές δικαιοδοσίες (Σύνταγμα 1975) που του επέτρεπαν -εάν το αποφάσιζε- να παρέμβει καθοριστικά στο πολιτικό παιχνίδι κι από ρυθμιστής του πολιτεύματος να καταστεί κυρίαρχος της πολιτικής εξέλιξης. Είχε τη δυνατότητα να παύει την κυβέρνηση ακόμη κι αν αυτή απολάμβανε της εμπιστοσύνης της Βουλής και να διορίσει κυβέρνηση της επιλογής του, δίνοντάς της τη δυνατότητα να κάνει εκλογές. Είχε τη δυνατότητα να διαλύει τη Βουλή ακόμη και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της εκλεγμένης κυβέρνησης με την πρόφαση της «δυσαρμονίας μεταξύ λαού και Βουλής». Είχε τη δυνατότητα να παρέμβει στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης εάν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν έδινε απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κανένα κόμμα. Είχε ακόμη κι άλλες σημαντικές δικαιοδοσίες που του επέτρεπαν να παρέμβει καθοριστικά και χωρίς έλεγχο στην πολιτική ζωή της χώρας.

Όλα τα παραπάνω είχαν καταγγελθεί τόσο από το ΠΑ.ΣΟ.Κ όσο κι από σύσσωμη την αντιπολίτευση το 1975 ως «υπερεξουσίες» του ΠτΔ. Επιπλέον, είχε επισημανθεί ότι το Σύνταγμα ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ηγέτη της Δεξιάς προκειμένου εκείνος να μετακινηθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο Καραμανλής, μπορεί να μην έγινε άμεσα Αρχηγός του Κράτους λόγω διαφόρων ζητημάτων που ήταν ανοιχτά και θεωρούσε ότι έπρεπε να διευθετήσει από τη θέση του Πρωθυπουργού, επέλεξε όμως έναν «αντ’ αυτού» για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ, λοιπόν, διαφωνούσε με τις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και χαιρέτιζε το γεγονός ότι αυτές ουδέποτε ασκήθηκαν τόσο από τον Τσάτσο όσο κι από τον Καραμανλή. Την περίοδο της «συγκατοίκησης» υπήρξαν προστριβές μεταξύ ΠτΔ και κυβέρνησης οι οποίες δεν έφτασαν στο σημείο οξείας πολιτικής και συνταγματικής κρίσης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου σε κάθε ευκαιρία σημείωνε ότι οι σχέσεις του με τον Καραμανλή είναι καλές κι εποικοδομητικές. Ουδέποτε όμως δεσμεύτηκε δημόσια ότι θα τον προτείνει ξανά για μια νέα θητεία.

Ήδη από τις Ευρωεκλογές του 1984 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αρκετές επιφυλάξεις για το «πού το πάει ο Καραμανλής…». Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, με αφορμή τον λόγο του Καραμανλή στη Λέσχη Αξιωματικών της Θεσσαλονίκης, οι επιφυλάξεις διογκώθηκαν οδηγώντας τον Παπανδρέου να απευθύνει επιστολή προς τον Καραμανλή με την οποία του εξέθετε τις ενστάσεις του για τον τρόπο με τον οποίο ο τελευταίος παρενέβαινε στην τρέχουσα πολιτική διαμάχη μεταξύ των κομμάτων. Ο Καραμανλής απάντησε με δική του επιστολή υπεραμυνόμενος της πρακτικής του κι ότι θα συνεχίσει να το κάνει καθώς έτσι κατανοούσε το ρόλο του ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και Αρχηγού του Κράτους. Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο το Αρχείο του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, ο Καραμανλής «σαφώς του εδήλωσε» ότι αν επιμείνει στις θέσεις του, τότε τη λύση θα την έδινε ο Λαός.

Γίνεται έτσι κατανοητό ότι ακόμη κι αν ο Παπανδρέου ήθελε να υπάρξει μια σύγκρουση μεταξύ Προέδρου και Πρωθυπουργού, αυτή δεν θα την προκαλούσε σε καμία περίπτωση ο δεύτερος και, μάλιστα, με τους όρους του πρώτου. Ο Παπανδρέου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Καραμανλής ήθελε να είναι ένα είδος συγκυβερνήτη.

Έτσι εισηγήθηκε στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑ.ΣΟ.Κ να προτείνει αναθεώρηση του Συντάγματος ως προς τις δικαιοδοσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και να προταθεί για Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ο οποίος ήταν γνωστός για τη συνεισφορά του στην έρευνα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963. Αποτελούσε ένα είδος συμβόλου για τις αντιδεξιές δυνάμεις.

Ακόμη κι αν γίνει δεκτή η άποψη ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η κυβέρνηση ενημέρωνε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ότι θα τον προτείνει για νέα θητεία -κάτι που δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο απ’ την πλευρά Καραμανλή- σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν είχε ουσιαστικούς λόγους να προτείνει αναθεώρηση του Συντάγματος κι ένα άλλο πρόσωπο για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα ή ότι δεν έπρεπε να το κάνει αυτό στον Καραμανλή.

Στο συνταγματικό επίπεδο,  η επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ διευκρίνισε το πολίτευμα και το απάλλαξε από τα προεδρικά του στοιχεία μετατοπίζοντας την ευθύνη -άρα και την ισχύ- στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφαιρώντας την από έναν ανεύθυνο -πολιτικά- κι αμετακίνητο Πρόεδρο. Ενώ στο πολιτικό επίπεδο, έδωσε τη δυνατότητα στο ΠΑ.ΣΟ.Κ να δώσει αναβαπτισμένο την εκλογική μάχη του 1985, συσπειρώνοντας τους αντιδεξιούς ψηφοφόρους κι αποκάλυψε το «βέρτιγκο» που βρισκόταν η Δεξιά εκείνη την περίοδο…

*Ο Σταύρος Π. Κεραμίδας είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας (ΕΚΠΑ)  - Μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α – Προοδευτική Συμμαχία

More in ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Comments