Η μεσαία τάξη, το αντισύριζα μέτωπο και το προοδευτικό όραμα του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ

Η μεσαία τάξη, το αντισύριζα μέτωπο και το προοδευτικό όραμα του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ

Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, να γίνει η πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση μετά το 2010 για δυο βασικούς, κατά τη γνώμη μου, λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε μεσαία τάξη, αισθάνθηκε ότι κατέβαλε δυσανάλογα υψηλό τίμημα για την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στήθηκε μεθοδικά ένας ιδιαίτερα επιθετικός επικοινωνιακός μηχανισμός αποδόμησης του Σύριζα με μετωπικά χαρακτηριστικά, ο οποίος συνεχίζει να λειτουργεί και να είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση της πολιτικής αντιπαράθεσης μέχρι και σήμερα.
Το πλήγμα κατά της μεσαίας τάξης δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά αποτελεί διεθνή τάση τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συγκλίνουν στην άποψη ότι η αύξηση των ανισοτήτων παγκοσμίως οφείλεται στο γεγονός ότι συμπιέστηκαν υπερβολικά τα μεσαία στρώματα που κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, κυρίως στον δυτικό κόσμο σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη.
Ωστόσο στην Ελλάδα το πλήγμα προς τη μεσαία τάξη ήταν ισχυρότερο καθώς είχε δυο επιπλέον χαρακτηριστικά. Το πρώτο ήταν ότι η κρίση χρέους και τα μνημόνια οδήγησαν στη μεγαλύτερη πτώση του βιοτικού επιπέδου παγκοσμίως σε καιρό ειρήνης και το δεύτερο ότι ένα σημαντικό μέρος το πληθυσμού οδηγήθηκε κάτω από το όριο της φτώχειας, δημιουργώντας συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης (την οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Σύριζα που στο μεταξύ είχε αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας).
Επιπλέον λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών της χώρας μας, το όρια της μεσαίας τάξης  δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο στις βιομηχανικές χώρες. Με οικονομικούς όρους για τα ελληνικά δεδομένα, μια τετραμελής οικογένεια με ετήσιο εισόδημα κοντά στις είκοσι χιλιάδες ευρώ, παρά το γεγονός ότι δεν είναι αυτό που θα λέγαμε παλαιότερα ευκατάστατη, θεωρείται ότι ανήκει στη μεσαία τάξη.
Στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας, του καταναλωτικού τρόπου ζωής και της συνεχόμενης δημιουργίας νέων αναγκών, η επιθυμία για βελτίωση του επιπέδου ζωής με καθαρά ατομικούς όρους είναι τόσο διαδεδομένη, που προσλαμβάνει ταυτοτικά χαρακτηριστικά και οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να αυτοπροσδιορίζονται περισσότερο παρακινούμενοι από τις προσδοκίες τους παρά από την πραγματική τους κατάσταση σε κάθε δεδομένη στιγμή.
Σε αυτό συνέβαλε και το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης που δημιούργησε την προσδοκία της θεωρίας των trickle-down economics, ότι δηλαδή  όσο αυξάνεται ο πλούτος των οικονομικά ισχυρότερων τόσο περισσότερο τα οφέλη διαχέονται και προς τα κάτω. Παρά το γεγονός ότι η θεωρία αυτή στην πράξη διαψεύστηκε με δραματικό τρόπο (το δήλωσε πρόσφατα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν) καθώς οι ανισότητες μεταξύ του 1% που βρίσκεται στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας και των υπολοίπων αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια με γοργούς ρυθμούς, η καλλιέργεια ατομικών προσδοκιών από την αυτορρυθμιζόμενη οικονομία, αποτελεί εύφορο έδαφος για την πολιτική επικοινωνία της νεοφιλελεύθερης κυρίαρχης ιδεολογίας.
Έτσι το επικοινωνιακό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας δημιούργησε το αντισύριζα μέτωπο, καλλιεργώντας με συστηματικό τρόπο την άποψη ότι ο Σύριζα δεν ενδιαφέρεται για την οικονομική ανάπτυξη και ότι καθοδηγείται από μια μειοψηφία κρατιστών που στηρίζει την πολιτική της στην οικονομική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης για τη χρηματοδότηση ενός υπέρογκου γραφειοκρατικού κράτους.
Ταυτόχρονα, δημιούργησε την αντίληψη της αναποτελεσματικότητας των πολιτικών στελεχών απέναντι στην αριστεία των τεχνοκρατών και των προερχόμενων από το ακραίο κέντρο προσωπικοτήτων που είχαν δηλώσει ήδη τη συμπόρευση τους με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και ενώ η Νέα Δημοκρατία τασσόταν ανοιχτά ως αντιπολίτευση κατά της κοινωνικής δικαιοσύνης και τώρα ως κυβέρνηση υπηρετεί με ιδεολογική ζέση τη διατήρηση των ανισοτήτων και του status quo μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων, κατάφερε (και καταφέρνει ακόμα) να πείσει μια σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας ότι δεν υπάρχει  καμία άλλη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Σε αυτό το σημείο προκύπτει η δυσκολία του Σύριζα – Προοδευτική Συμμαχία αφενός να κεφαλαιοποιήσει το θετικό κυβερνητικό του έργο και αφετέρου να πείσει ότι είναι σε θέση ως αξιωματική αντιπολίτευση να επεξεργαστεί και να προτείνει μια εναλλακτική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης.
Οι πρόσφατες δημόσιες συζητήσεις για την οικονομία και την εργασία που άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των κοινωνικών φορέων με το κόμμα και τον πρόεδρό του Αλέξη Τσίπρα, αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Μόνο μέσα από τον συνεχή και τον ισότιμο διάλογο με την κοινωνία μπορεί να δημιουργηθεί το περιεχόμενο ενός προγράμματος που θα εστιάζει στην εξάλειψη των ανισοτήτων σε όλα τα επίπεδα, στη δίκαιη φορολόγηση των εισοδημάτων, στη προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και στην ενίσχυση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας ταυτόχρονα.
Ωστόσο η προσπάθεια να φύγει η πιο συντηρητική και αντιλαϊκή κυβέρνηση της μεταπολίτευσης με δεδομένη την μιντιακή υπεροπλία της, απαιτεί την αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τόσο στον τομέα της επικοινωνίας και της εξωστρέφειας όσο και στην παραγωγή κυβερνητικών θέσεων και προτάσεων.
Ο Σύριζα – Προοδευτική Συμμαχία έχει ανάγκη από έναν νέο πολιτικό λόγο ο οποίος δεν θα κινείται μόνο στο επίπεδο των συμβολισμών και της διαμαρτυρίας αλλά θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες (μετρήσιμες) προτάσεις ώστε να πείθει όλο και περισσότερους πολίτες ότι αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ότι διαθέτει προοδευτικό όραμα για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο προς όφελος των πολλών και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Tο άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο rosa.gr στις 6/5/2021

More in πολιτική
Comments
Η μεσαία τάξη, το αντισύριζα μέτωπο και το προοδευτικό όραμα του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ

Η μεσαία τάξη, το αντισύριζα μέτωπο και το προοδευτικό όραμα του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ

Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε, υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, να γίνει η πρώτη αυτοδύναμη κυβέρνηση μετά το 2010 για δυο βασικούς, κατά τη γνώμη μου, λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε μεσαία τάξη, αισθάνθηκε ότι κατέβαλε δυσανάλογα υψηλό τίμημα για την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στήθηκε μεθοδικά ένας ιδιαίτερα επιθετικός επικοινωνιακός μηχανισμός αποδόμησης του Σύριζα με μετωπικά χαρακτηριστικά, ο οποίος συνεχίζει να λειτουργεί και να είναι καθοριστικός στη διαμόρφωση της πολιτικής αντιπαράθεσης μέχρι και σήμερα.
Το πλήγμα κατά της μεσαίας τάξης δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο αλλά αποτελεί διεθνή τάση τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι συγκλίνουν στην άποψη ότι η αύξηση των ανισοτήτων παγκοσμίως οφείλεται στο γεγονός ότι συμπιέστηκαν υπερβολικά τα μεσαία στρώματα που κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, κυρίως στον δυτικό κόσμο σε Βόρεια Αμερική και Ευρώπη.
Ωστόσο στην Ελλάδα το πλήγμα προς τη μεσαία τάξη ήταν ισχυρότερο καθώς είχε δυο επιπλέον χαρακτηριστικά. Το πρώτο ήταν ότι η κρίση χρέους και τα μνημόνια οδήγησαν στη μεγαλύτερη πτώση του βιοτικού επιπέδου παγκοσμίως σε καιρό ειρήνης και το δεύτερο ότι ένα σημαντικό μέρος το πληθυσμού οδηγήθηκε κάτω από το όριο της φτώχειας, δημιουργώντας συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης (την οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση του Σύριζα που στο μεταξύ είχε αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας).
Επιπλέον λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών και οικονομικών χαρακτηριστικών της χώρας μας, το όρια της μεσαίας τάξης  δεν είναι τόσο ξεκάθαρα όσο στις βιομηχανικές χώρες. Με οικονομικούς όρους για τα ελληνικά δεδομένα, μια τετραμελής οικογένεια με ετήσιο εισόδημα κοντά στις είκοσι χιλιάδες ευρώ, παρά το γεγονός ότι δεν είναι αυτό που θα λέγαμε παλαιότερα ευκατάστατη, θεωρείται ότι ανήκει στη μεσαία τάξη.
Στην εποχή της υψηλής τεχνολογίας, του καταναλωτικού τρόπου ζωής και της συνεχόμενης δημιουργίας νέων αναγκών, η επιθυμία για βελτίωση του επιπέδου ζωής με καθαρά ατομικούς όρους είναι τόσο διαδεδομένη, που προσλαμβάνει ταυτοτικά χαρακτηριστικά και οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να αυτοπροσδιορίζονται περισσότερο παρακινούμενοι από τις προσδοκίες τους παρά από την πραγματική τους κατάσταση σε κάθε δεδομένη στιγμή.
Σε αυτό συνέβαλε και το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της παγκοσμιοποίησης που δημιούργησε την προσδοκία της θεωρίας των trickle-down economics, ότι δηλαδή  όσο αυξάνεται ο πλούτος των οικονομικά ισχυρότερων τόσο περισσότερο τα οφέλη διαχέονται και προς τα κάτω. Παρά το γεγονός ότι η θεωρία αυτή στην πράξη διαψεύστηκε με δραματικό τρόπο (το δήλωσε πρόσφατα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν) καθώς οι ανισότητες μεταξύ του 1% που βρίσκεται στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας και των υπολοίπων αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια με γοργούς ρυθμούς, η καλλιέργεια ατομικών προσδοκιών από την αυτορρυθμιζόμενη οικονομία, αποτελεί εύφορο έδαφος για την πολιτική επικοινωνία της νεοφιλελεύθερης κυρίαρχης ιδεολογίας.
Έτσι το επικοινωνιακό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας δημιούργησε το αντισύριζα μέτωπο, καλλιεργώντας με συστηματικό τρόπο την άποψη ότι ο Σύριζα δεν ενδιαφέρεται για την οικονομική ανάπτυξη και ότι καθοδηγείται από μια μειοψηφία κρατιστών που στηρίζει την πολιτική της στην οικονομική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης για τη χρηματοδότηση ενός υπέρογκου γραφειοκρατικού κράτους.
Ταυτόχρονα, δημιούργησε την αντίληψη της αναποτελεσματικότητας των πολιτικών στελεχών απέναντι στην αριστεία των τεχνοκρατών και των προερχόμενων από το ακραίο κέντρο προσωπικοτήτων που είχαν δηλώσει ήδη τη συμπόρευση τους με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Και ενώ η Νέα Δημοκρατία τασσόταν ανοιχτά ως αντιπολίτευση κατά της κοινωνικής δικαιοσύνης και τώρα ως κυβέρνηση υπηρετεί με ιδεολογική ζέση τη διατήρηση των ανισοτήτων και του status quo μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων, κατάφερε (και καταφέρνει ακόμα) να πείσει μια σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας ότι δεν υπάρχει  καμία άλλη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Σε αυτό το σημείο προκύπτει η δυσκολία του Σύριζα – Προοδευτική Συμμαχία αφενός να κεφαλαιοποιήσει το θετικό κυβερνητικό του έργο και αφετέρου να πείσει ότι είναι σε θέση ως αξιωματική αντιπολίτευση να επεξεργαστεί και να προτείνει μια εναλλακτική, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης.
Οι πρόσφατες δημόσιες συζητήσεις για την οικονομία και την εργασία που άνοιξαν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των κοινωνικών φορέων με το κόμμα και τον πρόεδρό του Αλέξη Τσίπρα, αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Μόνο μέσα από τον συνεχή και τον ισότιμο διάλογο με την κοινωνία μπορεί να δημιουργηθεί το περιεχόμενο ενός προγράμματος που θα εστιάζει στην εξάλειψη των ανισοτήτων σε όλα τα επίπεδα, στη δίκαιη φορολόγηση των εισοδημάτων, στη προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και στην ενίσχυση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας ταυτόχρονα.
Ωστόσο η προσπάθεια να φύγει η πιο συντηρητική και αντιλαϊκή κυβέρνηση της μεταπολίτευσης με δεδομένη την μιντιακή υπεροπλία της, απαιτεί την αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τόσο στον τομέα της επικοινωνίας και της εξωστρέφειας όσο και στην παραγωγή κυβερνητικών θέσεων και προτάσεων.
Ο Σύριζα – Προοδευτική Συμμαχία έχει ανάγκη από έναν νέο πολιτικό λόγο ο οποίος δεν θα κινείται μόνο στο επίπεδο των συμβολισμών και της διαμαρτυρίας αλλά θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες (μετρήσιμες) προτάσεις ώστε να πείθει όλο και περισσότερους πολίτες ότι αποτελεί μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ότι διαθέτει προοδευτικό όραμα για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο προς όφελος των πολλών και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Tο άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο rosa.gr στις 6/5/2021

More in πολιτική
Comments