Η αγωγή Τσίπρα και η μάχη των εμβολίων

Η αγωγή Τσίπρα και η μάχη των εμβολίων

Ποιός λέει όχι; Φυσικά και τα πολιτικά πρόσωπα οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος των δημοσιογράφων να ερευνούν σε βάθος και να δημοσιεύουν χωρίς κανένα φτιασίδι και χωρίς καμιά υποχρέωση αποκάλυψης των πηγών τους τυχόν αστοχίες, σφάλματα ή και παρανομίες των αιρετών εκπροσώπων των πολιτών. Επίσης, είναι βέβαιο ότι τα πολιτικά πρόσωπα υπόκεινται σε κάποια απροσδιόριστων ορίων πιθανότητα αυθαιρεσίας από μεριάς των δημοσιογράφων όταν ερευνώνται οι δραστηριότητές τους, αφού όλα σχετικά με τα πρόσωπα αυτά επιβάλλει η δημοκρατία να βρίσκονται σε άπλετο φως, ώστε να μην απομένει κανένα ενδεχόμενο φαλκίδευσης της ευθύνης που αναλαμβάνουν απέναντι στους πολίτες εντολοδότες τους, από τυχόν άλλα κίνητρα, ακόμη και λόγω τυχόν εξαγοράς τους. Έτσι, αγωγές κατά δημοσιογράφων είναι πολιτικά μη επιθυμητές και καταδικαστέες, ιδίως εάν οι διεκδικούμενες αποζημιώσεις είναι σε πολύ μεγάλα ποσά.

Όλ’ αυτά ασφαλώς συντρέχουν στην αγωγή που κατέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας!

Αυτό που δεν συντρέχει είναι η αποσιώπηση απ’ όσους ενοχλήθηκαν επικαλούμενοι την ελευθερία του δημοσιογράφου και την  υπεράσπιση του δικαιώματός του να γράφει ό,τι θέλει, πως το περιστατικό δεν λαμβάνει χώρα σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης. Αντίθετα, από τη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο που αναδύεται και επιβεβαιώνεται είναι το σκηνικό μιας σχεδόν δεκαετούς αδιάλειπτης αντιπαράθεσης των ιδιοκτησιών  του Τύπου και των λοιπών μέσων ενημέρωσης, με το συγκεκριμένο κόμμα και τον συγκεκριμένο πολιτικό αρχηγό. Μια βεντέτα, τελείως άσχετη με την υπηρέτηση των κανόνων της ενημέρωσης και της πληροφόρησης των πολιτών στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας που λειτουργεί διασφαλίζοντας την ομαλότητα.

Και αν υπάρχει μια υποχρέωση των πολιτικών προσώπων να απέχουν από δικαστικές εκκαθαρίσεις τυχόν διαφορών  τους με δημοσιογράφους, ώστε να υπογραμμίζεται ακόμη και μέσω αυθαίρετων δημοσιογραφικών πρακτικών η ελευθερία του Τύπου, άλλο τόσο -και περισσότερο, στην εποχή μας- υπάρχει παράλληλη και αλληλεξαρτώμενης βαρύτητας και σημασίας υποχρέωση των δημοσιογράφων να απέχουν από κάθε συμπεριφορά, η οποία να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υπόνοιας ότι δεν ενημερώνουν, αλλ’ ότι «κάνουν πολιτική». Αν μάλιστα «κάνουν πολιτική» υπηρετώντας συμφέροντα, πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά, μιντιακά, πολλώ μάλλον οφείλουν οι δημοσιογράφοι να απέχουν απολύτως από βεντέτες κατά πολιτικών προσώπων, τα οποία είναι πασίγνωστο ότι έχουν συγκρουστεί με τα ίδια συμφέροντα.

Από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας, προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού ότι 2 πολιτικά πρόσωπα προφανώς και προδήλως υπήρξαν προνομιακοί στόχοι τέτοιων συμφερόντων, με τη δημοσιογραφία να αναλαμβάνει τη «βρώμικη πολιτική δουλειά»: Ο Τσίπρας και ο Γ. Παπανδρέου! Και οι δύο πρώην πρωθυπουργοί. Και οι δύο έχοντας επιχειρήσει να συγκρουστούν ανοιχτά με τα εκδοτικά συμφέροντα, προφυλακή ενός μεγάλου κύκλου συμφερόντων, που χωρίς κανένα δισταγμό, φαλκιδεύοντας κατάφωρα τη δημοκρατία και παραβιάζοντας βάναυσα θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους απέναντι σε συνταγματικής κατοχύρωσης ρυθμίσεις, διαμόρφωσαν  ένα πανίσχυρο μπλοκ εξουσίας.

Ταυτόχρονα διά γυμνού οφθαλμού προκύπτει ότι παρ’ όλο που το συμβόλαιο των εκδοτικών και δημοσιογραφικών κυκλωμάτων με τα συμφέροντα που υπηρετούν τηρήθηκε και παρήγε απτά πολιτικά αποτέλεσμα (δηλαδή την εκδίωξη τόσο του Αλ. Τσίπρα όσο και του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, για να τους αντικαταστήσουν ο Κυρ. Μητσοτάκης και ο Αντ. Σαμαράς αντίστοιχα), το ίδιο μπλοκ εξουσίας δημοσιογραφίας και συμφερόντων δεν διερράγη και ως σήμερα παραμένει ενεργό πλήττοντας με την γνωστή αυταπάρνηση των πληρωμένων δολοφονιών (πολιτικών) χαρακτήρων τους ίδιους πολιτικούς αρχηγούς, ως και σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, δεν ομιλούμε περί ενός πρόσκαιρου και συγκυριακού μηχανισμού προαγωγής συμφερόντων και διαχείρισης της εξουσίας προς όφελός τους, αλλά για τον «συστημικό πυρήνα» της όλης υπόθεσης.

Νομίζω πως πρόδηλο την ίδια ώρα είναι και ποια πολιτικά πρόσωπα μετα μανίας υποστήριξε ο ίδιος μηχανισμός (παρα)πληροφόρησης.

Η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση του ίδιου μπλοκ εξουσίας από τις ταξικών προσδιορισμών πολιτικές αντιπροσωπεύσεις (που επιβάλλονται στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας δημοκρατίας), αποδεικνύει ότι ο βασικός κανόνας του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου (δηλαδή η εκπροσώπηση κοινωνικών ομάδων), έχει καταπέσει. Επομένως, το μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνάει την Ελλάδα, δεν προέκυψε από μια ομαλή διαδικασία καταγραφής των κοινωνικών αντιθέσεων στο κομματικό εποικοδόμημα, αλλά από μια εγκάρσια διαταξική άρθρωση συμφερόντων και προνομίων γύρω από έναν μηχανισμό εξουσίας.

Κατόπιν αυτών, τίθεται το ερώτημα: Πώς μπορεί σε τέτοιες συνθήκες να εγείρονται ενστάσεις σχετικά με τη δημοκρατική προαίρεση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή κατέθεσε τη συγκεκριμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων δημοσιογράφων; Φυσικά και προάγει την υπεράσπιση της δημοκρατικής ομαλότητας κάθε πράξη και ενέργεια πολιτικού προσώπου, η οποία συμβάλλει στην επαλήθευση του γεγονότος ότι εδώ δεν έχουμε κάνουμε με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, αλλά μ’ ένα απροκάλυπτο  πολιτικό (και καθόλου ενημερωτικό) παιγνίδι, που παίζεται μάλιστα υπό τους όρους της ανεπίτρεπτης αήθειας δολοφονίας ηγετικών χαρακτήρων.

Σε αντίθεση με τα φληναφήματα των πολιτικών αντιπάλων του Αλ. Τσίπρα και του Γ. Παπανδρέου περί δήθεν επίθεσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά του δικαιώματος στην ελευθεροτυπία, εγώ φρονώ ότι η αγωγή Τσίπρα είναι δημοκρατικό καθήκον του, στο πλαίσιο της προσπάθειας ακριβώς να αποδομηθεί αυτό το μύθευμα και να αναλάβει ο Τσίπρας τις στοιχειώδεις πολιτικές υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από τον θεσμικό ρόλο του σαν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κάτι που ως σήμερα απέφευγε να κάνει, στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης ανοχής σε αντιδημοσιογραφικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές, υπό το πρόσχημα ότι εάν τυχόν το έκανε θα βαλλόταν η ελευθεροτυπία.  Αντιθέτως, εάν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε κάνει την αγωγή, θα ήταν σαν να  απεκδυόταν της βασικής υποχρέωσής του να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία, επειδή απλά οποιαδήποτε ανοχή σε μεθοδεύσεις φαλκίδευσης των θεσμών (ανάμεσά τους και την πληροφόρηση των πολιτών με πειστική απόσταση από κομματικά, επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα) είναι μια μικρή δημοκρατική εκτροπή.

Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε όχι μόνο γιατί είναι δημοκρατικώς αναγκαία η αγωγή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά των συγκεκριμένων δημοσιογράφων, για τον συγκεκριμένο λόγο και με τη συγκεκριμένη αυστηρότητα, αλλά διασαφηνίσαμε και γιατί ο Τσίπρας, όφειλε να την καταθέσει, μερικά ακόμη πολιτικά συμπεράσματα.

1. Τα κεντρικά πολιτικά πρόσωπα-στόχοι του εν λόγω μηχανισμού παραπληροφόρησης, ως κρίσιμου εταίρου του μπλοκ εξουσίας που νέμεται σήμερα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, αποδεικνύουν ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί παραμένουν ως τις μέρες μας και ο μεγάλος φόβος τους. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιώργος Παπανδρέου είναι οι δύο πολιτικοί που ορίζουν τον αντίποδα του σημερινού στυγνού μηχανισμού εξουσίας και προαγωγής συμφερόντων.

Γι’ αυτό και η προσέγγισή τους όχι μόνο είναι εξηγήσιμη αλλά και άκρως χρήσιμη και τελικά αναγκαία για τον επαναπροσδιορισμό των ορίων της υπό ανασυγκρότηση μεγάλης δημοκρατικής παράταξης με κορμό σήμερα στην Ελλάδα την πολιτική αριστερά.

2. Ορισμένοι από τον χώρο της προοδευτικής παράταξης, στην απόπειρά τους να υποστηρίξουν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο της τρέχουσας κομματικής διαπάλης, θυμούνται το «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα» του αείμνηστου Ηλία Ηλιού, ως μέρος της δημοκρατικής τεκμηρίωσης του γιατί κατατέθηκε η αγωγή Τσίπρα.

Εγώ δεν βρίσκω καμιά σχέση μεταξύ των δύο γεγονότων. Το ένα, κατά την εποχή του Ηλιού, αφορούσε στην εξάντληση των ορίων του θεσμικά οργανωμένου σε αντιδημοκρατικές βάσεις τότε κράτους της δεξιάς ως πεδίου άσκησης της πολιτικής που η αστυνομοκρατία επέτρεπε στην αριστερά να έχει. Σήμερα, παρά το θλιβερό φαινόμενο της νέας αστυνομοκρατίας του Χρυσοχοΐδη, ήταν ο ίδιος ο Τσίπρας που ως σήμερα ανεχόταν την αντιδημοκρατική πρακτική παραπληροφόρησης, ακόμη και με στόχο τον ίδιον.  Και τούτο, όπως εξήγησα πιο πάνω, ως μέρος μιας κακώς νοούμενης αντίληψης για τα όρια της δημοσιογραφικής αυθαιρεσίας, ενώ, αντίθετα (όπως επίσης εξήγησα προηγουμένως), ούτε με δημοσιογραφία είχαμε να κάνουμε αλλ’ ούτε και με δημοκρατικές πρακτικές, με μόνο στόχο όλων αυτών την προαγωγή συμφερόντων του μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνά και με ένα από τα μέσα για την προαγωγή των συμφερόντων αυτών τη δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων, των πολιτικών ηγετών που σήμερα εξακολουθούν να απειλούν τα συμφέροντα αυτά και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις τους. Είναι θετικό που ο Τσίπρας εγκαταλείπει αυτή την κακώς νοούμενη ανοχή, που σε τελευταία ανάλυση εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται πως έπληξε τόσο την ελευθεροτυπία όσο και τη δημοκρατία. Και φυσικά οφείλει να συνεχίσει στην πορεία αποπαγίδευσης του εαυτού του και της παράταξης της οποίας ηγείται από τέτοιες εμπλοκές.

3. Το φαινόμενο των fake news, ως συντεταγμένη πρακτική του σύγχρονου μοντέλου (παρα)πληροφόρησης, αποδεικνύει τον βασικό ισχυρισμό μου στην παρούσα ανάλυση: Η ελευθεροτυπία, όπως τείνει να γίνεται αποδεκτή στην εποχή μας, όχι μόνο δεν υπηρετεί την ενημέρωση  αλλά οι πρακτικές της ενδεχομένως πλήττουν τη δημοκρατία, ως εκτροπές της κατηγορίας «προπαγάνδα» (με όλη την ιστορική φόρτιση του όρου). Στην Ελλάδα, όπου τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν κεντρικό συνεκτικό στοιχείο του (πολιτικού-επιχειρηματικού-μιντιακού) μηχανισμού εξουσίας, περισσότερο απ’ όσο στις περισσότερες άλλες χώρες του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, είναι φυσικό και απολύτως ερμηνεύσιμο γιατί τα fake news και η δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή πολιτικών εξελίξεων.

4. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι με σχεδόν πανομοιότυπες μεθόδους την ίδια πρακτική δολοφονίας πολιτικών χαρακτήρων ακολουθούν δημοσιογράφοι και ιδιοκτησίες μέσων ενημέρωσης και απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα που διεθνώς απειλούν το στερέωμα του εσμού συμφερόντων τα οποία συγκεντρώνονται στην επίσης κακώς νοούμενη παγκοσμιοποίηση. Τα παραδείγματα του Τζέρεμι Κόρμπιν και του Μπέρνι Σάντερς είναι ενδεικτικά! Το ίδιο ενδεικτικό και για τη δολοφονία  ηγετικών πολιτικών χαρακτήρων που ασκούν δημοκρατική διακυβέρνηση είναι το παράδειγμα του Έβο Μοράλες στη Βολιβία.

Η με σχεδόν νευρικού τύπου ανακλαστική ευθυγράμμιση των ελληνικών μελών του μπλοκ συμφερόντων εξουσίας που κυβερνά τη χώρα μας με τους αντιπάλους των πιο πάνω  διεθνούς ακτινοβολίας προοδευτικών πολιτικών προσωπικοτήτων, είναι σαφής. Όμως έχει σημασία να κατανοηθεί ότι ο συνεκτικός επεξηγηματικός ιστός του γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι κάποια σύμπτωση απόψεων στο πεδίο των πολιτικών ιδεολογιών (ακόμη και συντηρητικών), αλλά η ανίχνευση άρθρωσης ομοειδών συμφερόντων γύρω από την πολιτική δεξιά διεθνώς, ώστε να προάγονται τα συμφέροντα αυτά σε βάρος του εκάστοτε υπάρχοντος δημόσιου συμφέροντος ανά χώρα. Ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα της συγκυρίας η στάση της ευρωπαϊκής δεξιάς και στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στην πρόδηλη πια αναγκαιότητα τα δικαιώματα των εμβολίων να περιέλθουν στα χέρια κοινωνικά ελεγχόμενων φορέων και να αφαιρεθούν από τις αυθαίρετες πρακτικές των ιδιωτικών εταιρειών.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορούσε να γίνει πιο σαφής ως προς τις πολιτικές προθέσεις του επ’ αυτού, όταν τελευταία ειρωνευόταν την πρόταση Τσίπρα για τις πατέντες των εμβολίων, με τη φράση «πάλι καλά που δεν ζητήσατε να κρατικοποιηθούν Pfizer και AstraZeneca με ένα νόμο και ένα άρθρο». Μια ειρωνεία, που με την αφέλειά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης και προφανώς ακουσίως στην προσπάθεια του να προσεταιριστεί συμφέροντα και πολιτικές, αναδεικνύει τη συγκλονιστικά επίκαιρη βαρύτητα του ερωτήματος: Τι είναι πιο δημοκρατικό, η προαγωγή των συμφερόντων της Pfizer και της AstraZeneca, ή επιβολή κοινωνικού ελέγχου στα δικαιώματα και τη διαχείριση των εμβολίων;

Ακόμη απορείτε για τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται την εκκαθάριση του μεγάλου σκανδάλου της Novartis;

More in Πολιτική
Comments
Η αγωγή Τσίπρα και η μάχη των εμβολίων

Η αγωγή Τσίπρα και η μάχη των εμβολίων

Ποιός λέει όχι; Φυσικά και τα πολιτικά πρόσωπα οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος των δημοσιογράφων να ερευνούν σε βάθος και να δημοσιεύουν χωρίς κανένα φτιασίδι και χωρίς καμιά υποχρέωση αποκάλυψης των πηγών τους τυχόν αστοχίες, σφάλματα ή και παρανομίες των αιρετών εκπροσώπων των πολιτών. Επίσης, είναι βέβαιο ότι τα πολιτικά πρόσωπα υπόκεινται σε κάποια απροσδιόριστων ορίων πιθανότητα αυθαιρεσίας από μεριάς των δημοσιογράφων όταν ερευνώνται οι δραστηριότητές τους, αφού όλα σχετικά με τα πρόσωπα αυτά επιβάλλει η δημοκρατία να βρίσκονται σε άπλετο φως, ώστε να μην απομένει κανένα ενδεχόμενο φαλκίδευσης της ευθύνης που αναλαμβάνουν απέναντι στους πολίτες εντολοδότες τους, από τυχόν άλλα κίνητρα, ακόμη και λόγω τυχόν εξαγοράς τους. Έτσι, αγωγές κατά δημοσιογράφων είναι πολιτικά μη επιθυμητές και καταδικαστέες, ιδίως εάν οι διεκδικούμενες αποζημιώσεις είναι σε πολύ μεγάλα ποσά.

Όλ’ αυτά ασφαλώς συντρέχουν στην αγωγή που κατέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας!

Αυτό που δεν συντρέχει είναι η αποσιώπηση απ’ όσους ενοχλήθηκαν επικαλούμενοι την ελευθερία του δημοσιογράφου και την  υπεράσπιση του δικαιώματός του να γράφει ό,τι θέλει, πως το περιστατικό δεν λαμβάνει χώρα σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης. Αντίθετα, από τη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο που αναδύεται και επιβεβαιώνεται είναι το σκηνικό μιας σχεδόν δεκαετούς αδιάλειπτης αντιπαράθεσης των ιδιοκτησιών  του Τύπου και των λοιπών μέσων ενημέρωσης, με το συγκεκριμένο κόμμα και τον συγκεκριμένο πολιτικό αρχηγό. Μια βεντέτα, τελείως άσχετη με την υπηρέτηση των κανόνων της ενημέρωσης και της πληροφόρησης των πολιτών στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας που λειτουργεί διασφαλίζοντας την ομαλότητα.

Και αν υπάρχει μια υποχρέωση των πολιτικών προσώπων να απέχουν από δικαστικές εκκαθαρίσεις τυχόν διαφορών  τους με δημοσιογράφους, ώστε να υπογραμμίζεται ακόμη και μέσω αυθαίρετων δημοσιογραφικών πρακτικών η ελευθερία του Τύπου, άλλο τόσο -και περισσότερο, στην εποχή μας- υπάρχει παράλληλη και αλληλεξαρτώμενης βαρύτητας και σημασίας υποχρέωση των δημοσιογράφων να απέχουν από κάθε συμπεριφορά, η οποία να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υπόνοιας ότι δεν ενημερώνουν, αλλ’ ότι «κάνουν πολιτική». Αν μάλιστα «κάνουν πολιτική» υπηρετώντας συμφέροντα, πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά, μιντιακά, πολλώ μάλλον οφείλουν οι δημοσιογράφοι να απέχουν απολύτως από βεντέτες κατά πολιτικών προσώπων, τα οποία είναι πασίγνωστο ότι έχουν συγκρουστεί με τα ίδια συμφέροντα.

Από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας, προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού ότι 2 πολιτικά πρόσωπα προφανώς και προδήλως υπήρξαν προνομιακοί στόχοι τέτοιων συμφερόντων, με τη δημοσιογραφία να αναλαμβάνει τη «βρώμικη πολιτική δουλειά»: Ο Τσίπρας και ο Γ. Παπανδρέου! Και οι δύο πρώην πρωθυπουργοί. Και οι δύο έχοντας επιχειρήσει να συγκρουστούν ανοιχτά με τα εκδοτικά συμφέροντα, προφυλακή ενός μεγάλου κύκλου συμφερόντων, που χωρίς κανένα δισταγμό, φαλκιδεύοντας κατάφωρα τη δημοκρατία και παραβιάζοντας βάναυσα θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους απέναντι σε συνταγματικής κατοχύρωσης ρυθμίσεις, διαμόρφωσαν  ένα πανίσχυρο μπλοκ εξουσίας.

Ταυτόχρονα διά γυμνού οφθαλμού προκύπτει ότι παρ’ όλο που το συμβόλαιο των εκδοτικών και δημοσιογραφικών κυκλωμάτων με τα συμφέροντα που υπηρετούν τηρήθηκε και παρήγε απτά πολιτικά αποτέλεσμα (δηλαδή την εκδίωξη τόσο του Αλ. Τσίπρα όσο και του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, για να τους αντικαταστήσουν ο Κυρ. Μητσοτάκης και ο Αντ. Σαμαράς αντίστοιχα), το ίδιο μπλοκ εξουσίας δημοσιογραφίας και συμφερόντων δεν διερράγη και ως σήμερα παραμένει ενεργό πλήττοντας με την γνωστή αυταπάρνηση των πληρωμένων δολοφονιών (πολιτικών) χαρακτήρων τους ίδιους πολιτικούς αρχηγούς, ως και σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, δεν ομιλούμε περί ενός πρόσκαιρου και συγκυριακού μηχανισμού προαγωγής συμφερόντων και διαχείρισης της εξουσίας προς όφελός τους, αλλά για τον «συστημικό πυρήνα» της όλης υπόθεσης.

Νομίζω πως πρόδηλο την ίδια ώρα είναι και ποια πολιτικά πρόσωπα μετα μανίας υποστήριξε ο ίδιος μηχανισμός (παρα)πληροφόρησης.

Η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση του ίδιου μπλοκ εξουσίας από τις ταξικών προσδιορισμών πολιτικές αντιπροσωπεύσεις (που επιβάλλονται στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας δημοκρατίας), αποδεικνύει ότι ο βασικός κανόνας του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου (δηλαδή η εκπροσώπηση κοινωνικών ομάδων), έχει καταπέσει. Επομένως, το μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνάει την Ελλάδα, δεν προέκυψε από μια ομαλή διαδικασία καταγραφής των κοινωνικών αντιθέσεων στο κομματικό εποικοδόμημα, αλλά από μια εγκάρσια διαταξική άρθρωση συμφερόντων και προνομίων γύρω από έναν μηχανισμό εξουσίας.

Κατόπιν αυτών, τίθεται το ερώτημα: Πώς μπορεί σε τέτοιες συνθήκες να εγείρονται ενστάσεις σχετικά με τη δημοκρατική προαίρεση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή κατέθεσε τη συγκεκριμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων δημοσιογράφων; Φυσικά και προάγει την υπεράσπιση της δημοκρατικής ομαλότητας κάθε πράξη και ενέργεια πολιτικού προσώπου, η οποία συμβάλλει στην επαλήθευση του γεγονότος ότι εδώ δεν έχουμε κάνουμε με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, αλλά μ’ ένα απροκάλυπτο  πολιτικό (και καθόλου ενημερωτικό) παιγνίδι, που παίζεται μάλιστα υπό τους όρους της ανεπίτρεπτης αήθειας δολοφονίας ηγετικών χαρακτήρων.

Σε αντίθεση με τα φληναφήματα των πολιτικών αντιπάλων του Αλ. Τσίπρα και του Γ. Παπανδρέου περί δήθεν επίθεσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά του δικαιώματος στην ελευθεροτυπία, εγώ φρονώ ότι η αγωγή Τσίπρα είναι δημοκρατικό καθήκον του, στο πλαίσιο της προσπάθειας ακριβώς να αποδομηθεί αυτό το μύθευμα και να αναλάβει ο Τσίπρας τις στοιχειώδεις πολιτικές υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από τον θεσμικό ρόλο του σαν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κάτι που ως σήμερα απέφευγε να κάνει, στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης ανοχής σε αντιδημοσιογραφικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές, υπό το πρόσχημα ότι εάν τυχόν το έκανε θα βαλλόταν η ελευθεροτυπία.  Αντιθέτως, εάν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε κάνει την αγωγή, θα ήταν σαν να  απεκδυόταν της βασικής υποχρέωσής του να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία, επειδή απλά οποιαδήποτε ανοχή σε μεθοδεύσεις φαλκίδευσης των θεσμών (ανάμεσά τους και την πληροφόρηση των πολιτών με πειστική απόσταση από κομματικά, επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα) είναι μια μικρή δημοκρατική εκτροπή.

Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε όχι μόνο γιατί είναι δημοκρατικώς αναγκαία η αγωγή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά των συγκεκριμένων δημοσιογράφων, για τον συγκεκριμένο λόγο και με τη συγκεκριμένη αυστηρότητα, αλλά διασαφηνίσαμε και γιατί ο Τσίπρας, όφειλε να την καταθέσει, μερικά ακόμη πολιτικά συμπεράσματα.

1. Τα κεντρικά πολιτικά πρόσωπα-στόχοι του εν λόγω μηχανισμού παραπληροφόρησης, ως κρίσιμου εταίρου του μπλοκ εξουσίας που νέμεται σήμερα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, αποδεικνύουν ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί παραμένουν ως τις μέρες μας και ο μεγάλος φόβος τους. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιώργος Παπανδρέου είναι οι δύο πολιτικοί που ορίζουν τον αντίποδα του σημερινού στυγνού μηχανισμού εξουσίας και προαγωγής συμφερόντων.

Γι’ αυτό και η προσέγγισή τους όχι μόνο είναι εξηγήσιμη αλλά και άκρως χρήσιμη και τελικά αναγκαία για τον επαναπροσδιορισμό των ορίων της υπό ανασυγκρότηση μεγάλης δημοκρατικής παράταξης με κορμό σήμερα στην Ελλάδα την πολιτική αριστερά.

2. Ορισμένοι από τον χώρο της προοδευτικής παράταξης, στην απόπειρά τους να υποστηρίξουν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο της τρέχουσας κομματικής διαπάλης, θυμούνται το «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα» του αείμνηστου Ηλία Ηλιού, ως μέρος της δημοκρατικής τεκμηρίωσης του γιατί κατατέθηκε η αγωγή Τσίπρα.

Εγώ δεν βρίσκω καμιά σχέση μεταξύ των δύο γεγονότων. Το ένα, κατά την εποχή του Ηλιού, αφορούσε στην εξάντληση των ορίων του θεσμικά οργανωμένου σε αντιδημοκρατικές βάσεις τότε κράτους της δεξιάς ως πεδίου άσκησης της πολιτικής που η αστυνομοκρατία επέτρεπε στην αριστερά να έχει. Σήμερα, παρά το θλιβερό φαινόμενο της νέας αστυνομοκρατίας του Χρυσοχοΐδη, ήταν ο ίδιος ο Τσίπρας που ως σήμερα ανεχόταν την αντιδημοκρατική πρακτική παραπληροφόρησης, ακόμη και με στόχο τον ίδιον.  Και τούτο, όπως εξήγησα πιο πάνω, ως μέρος μιας κακώς νοούμενης αντίληψης για τα όρια της δημοσιογραφικής αυθαιρεσίας, ενώ, αντίθετα (όπως επίσης εξήγησα προηγουμένως), ούτε με δημοσιογραφία είχαμε να κάνουμε αλλ’ ούτε και με δημοκρατικές πρακτικές, με μόνο στόχο όλων αυτών την προαγωγή συμφερόντων του μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνά και με ένα από τα μέσα για την προαγωγή των συμφερόντων αυτών τη δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων, των πολιτικών ηγετών που σήμερα εξακολουθούν να απειλούν τα συμφέροντα αυτά και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις τους. Είναι θετικό που ο Τσίπρας εγκαταλείπει αυτή την κακώς νοούμενη ανοχή, που σε τελευταία ανάλυση εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται πως έπληξε τόσο την ελευθεροτυπία όσο και τη δημοκρατία. Και φυσικά οφείλει να συνεχίσει στην πορεία αποπαγίδευσης του εαυτού του και της παράταξης της οποίας ηγείται από τέτοιες εμπλοκές.

3. Το φαινόμενο των fake news, ως συντεταγμένη πρακτική του σύγχρονου μοντέλου (παρα)πληροφόρησης, αποδεικνύει τον βασικό ισχυρισμό μου στην παρούσα ανάλυση: Η ελευθεροτυπία, όπως τείνει να γίνεται αποδεκτή στην εποχή μας, όχι μόνο δεν υπηρετεί την ενημέρωση  αλλά οι πρακτικές της ενδεχομένως πλήττουν τη δημοκρατία, ως εκτροπές της κατηγορίας «προπαγάνδα» (με όλη την ιστορική φόρτιση του όρου). Στην Ελλάδα, όπου τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν κεντρικό συνεκτικό στοιχείο του (πολιτικού-επιχειρηματικού-μιντιακού) μηχανισμού εξουσίας, περισσότερο απ’ όσο στις περισσότερες άλλες χώρες του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, είναι φυσικό και απολύτως ερμηνεύσιμο γιατί τα fake news και η δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή πολιτικών εξελίξεων.

4. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι με σχεδόν πανομοιότυπες μεθόδους την ίδια πρακτική δολοφονίας πολιτικών χαρακτήρων ακολουθούν δημοσιογράφοι και ιδιοκτησίες μέσων ενημέρωσης και απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα που διεθνώς απειλούν το στερέωμα του εσμού συμφερόντων τα οποία συγκεντρώνονται στην επίσης κακώς νοούμενη παγκοσμιοποίηση. Τα παραδείγματα του Τζέρεμι Κόρμπιν και του Μπέρνι Σάντερς είναι ενδεικτικά! Το ίδιο ενδεικτικό και για τη δολοφονία  ηγετικών πολιτικών χαρακτήρων που ασκούν δημοκρατική διακυβέρνηση είναι το παράδειγμα του Έβο Μοράλες στη Βολιβία.

Η με σχεδόν νευρικού τύπου ανακλαστική ευθυγράμμιση των ελληνικών μελών του μπλοκ συμφερόντων εξουσίας που κυβερνά τη χώρα μας με τους αντιπάλους των πιο πάνω  διεθνούς ακτινοβολίας προοδευτικών πολιτικών προσωπικοτήτων, είναι σαφής. Όμως έχει σημασία να κατανοηθεί ότι ο συνεκτικός επεξηγηματικός ιστός του γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι κάποια σύμπτωση απόψεων στο πεδίο των πολιτικών ιδεολογιών (ακόμη και συντηρητικών), αλλά η ανίχνευση άρθρωσης ομοειδών συμφερόντων γύρω από την πολιτική δεξιά διεθνώς, ώστε να προάγονται τα συμφέροντα αυτά σε βάρος του εκάστοτε υπάρχοντος δημόσιου συμφέροντος ανά χώρα. Ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα της συγκυρίας η στάση της ευρωπαϊκής δεξιάς και στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στην πρόδηλη πια αναγκαιότητα τα δικαιώματα των εμβολίων να περιέλθουν στα χέρια κοινωνικά ελεγχόμενων φορέων και να αφαιρεθούν από τις αυθαίρετες πρακτικές των ιδιωτικών εταιρειών.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορούσε να γίνει πιο σαφής ως προς τις πολιτικές προθέσεις του επ’ αυτού, όταν τελευταία ειρωνευόταν την πρόταση Τσίπρα για τις πατέντες των εμβολίων, με τη φράση «πάλι καλά που δεν ζητήσατε να κρατικοποιηθούν Pfizer και AstraZeneca με ένα νόμο και ένα άρθρο». Μια ειρωνεία, που με την αφέλειά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης και προφανώς ακουσίως στην προσπάθεια του να προσεταιριστεί συμφέροντα και πολιτικές, αναδεικνύει τη συγκλονιστικά επίκαιρη βαρύτητα του ερωτήματος: Τι είναι πιο δημοκρατικό, η προαγωγή των συμφερόντων της Pfizer και της AstraZeneca, ή επιβολή κοινωνικού ελέγχου στα δικαιώματα και τη διαχείριση των εμβολίων;

Ακόμη απορείτε για τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται την εκκαθάριση του μεγάλου σκανδάλου της Novartis;

More in Πολιτική
Comments