fbpx

Η ποιητική Ολυμπιάδα καταγραφής μιας μεγάλης καταστροφής

0

Τη χώρα των περισσότερων θανάτων από κορονοϊό σαρώνουν ταυτόχρονα δύο  θύελλες: η μία είναι η πανδημία και η άλλη είναι μια καταιγίδα απλής στιχουργικής.

Πρόκειται για θύελλες αλληλοτροφοδοτούμενες απολύτως από τα ίδια αίτια και οι οποίες δεν θα κοπάσουν αν δεν ικανοποιηθεί πλήρως η άρση του κοινού αιτιολογικού υποστρώματός τους: η απομάκρυνση και ο κολασμός εκείνου που ευθύνεται για το έγκλημα θανατηφόρας και γενικευμένης (επανα)καταστροφής  της Ελλάδας (από τα ίδια, μάλιστα, πρόσωπα).

Παράλληλα, εδώ καταγράφεται η πολιτική ιδιοτυπία να επαναλαμβάνονται με ταυτόσημα χαρακτηριστικά οι επιπτώσεις του επαναλαμβανόμενου «οικογενειακού» υπόβαθρου της όλης υπόθεσης, ως πρόσθετου και διακριτού αιτιολογικού παράγοντα. Δηλαδή η επιβεβαίωση όσων προέβλεπαν από την αρχή ότι η ανάδειξη του συγκεκριμένου προσώπου στο κορυφαίο πολιτικό αξίωμα της χώρας δεν ήταν απλά η απαλλαγμένη άλλων χυδαίων κινήτρων φιλοδοξία ενός πολιτικού προσώπου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην πατρίδα. Αντίθετα, μια καθημερινότητα με αρπαχτές, αήθειες, δημοκρατικές εκτροπές, αναίτιους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα μεσημέρι από αστυνομικούς, προκλητικές εύνοιες προστασίας επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που εμπλέκονται σε εκβιασμούς, αρπαγή δημόσιου χρήματος, προστασία προσώπων και φορέων αναμεμιγμένων σε υποθέσεις κοινού ποινικού περιεχομένου, όπως βιασμοί και προαγωγή ανηλίκων, παιδεραστία, οι διώξεις κατά της ελευθεροτυπίας, η ακύρωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, και τόσα άλλα, επικαθορίζουν ανεξίτηλα το ταυτοτικό τελικά στοιχείο του επεξηγηματικού ιστού που συγκροτεί τη γραμμή της εν λόγω πολιτικής γενεαλογίας, με ιστορικούς όρους.

Η επιταχυνόμενη αποκάλυψη και η επιβεβαίωση τέτοιων κινήτρων προφανώς μεταθέτει το πεδίο δημόσιου διαλόγου από κάθε δυνατότητα ομαλής πολιτικής αντιπαράθεσης στο αίτημα της επείγουσας ανάγκης να εκδιωχθεί το συντομότερο από τη θέση του το άτομο που παράγει όλη αυτή τη διαχυμένη δυστοπία. Δηλαδή, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες ιδεολογικές και προγραμματικές αρχές, που αντιπαρατίθενται με επίδικο ζητούμενο την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος, νοουμένου ως πρακτικού και εξαργυρώσιμου αποτελέσματος υπέρ του κάθε πολίτη. Στον αντίποδα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη και σαφώς θανατηφόρα και διηνεκή (και καθόλου στιγμιαία, όπως στη Μάτι) ζημία σε βάρος όλων μας. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με την καταδολίευση του θεμελιώδους δημοκρατικού κανόνα ότι η όποια διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής καταγωγής, αν αντί να ωφελεί τη χώρα, την πλήττει, την υποβιβάζει και την καταστρέφει, δεν μπορούμε όλοι εμείς οι πολίτες να προσποιούμαστε ότι απλά συνεχίζουμε να διαλεγόμαστε πολιτικά ανταλάσσοντας απόψεις από καναπέ σε καναπέ. Τουναντίον, σε τέτοιες συνθήκες χρέος του κάθε πολίτη (αποτυπωμένο και στο Σύνταγμα) είναι να διαρρυγνύει την τελικά υποκριτική και επικοινωνιακά σκηνοθετημένη εικόνα της προβαλλόμενης ομαλότητας (που σε τελευταία ανάλυση συγκαλύπτει τη διάχυτη θεσμική ανωμαλία) και να αγωνίζεται για την ανατροπή της.

Κατά τούτο, άλλωστε, διαφοροποιείται και η σημερινή εικόνα από τις πρόσφατες πολιτικές περιπέτειες της (τότε προετοιμασμένης και καθοδηγούμενης επικοινωνιακά και με σκοπό να αρπάξει την εξουσία ο σημερινός ολετήρας) οργής κατά του κυβερνήτη, του σημερινού και -σε αντιδιαστολή- με τους προηγούμενους: Το «λεφτά υπάρχουν» και το «ο Τσίπρας αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα Μακεδονία» διαφέρουν από το «είμαστε η χώρα με τους περισσότερους θανάτους από κορονοϊό» (μαζί με τις αήθειες, τους νεποτισμούς, τη διαφθορά κ.λπ.) κατά το ότι τα πρώτα ήταν ψεύδη επικοινωνιακά προκατασκευασμένα να πλασαριστούν ως δήθεν αλήθειες, ενώ τα δεύτερα είναι μη επιδεχόμενες αμφισβήτησης πραγματικότητες.

Για τους λόγους αυτούς η σοβαροφανής και αντικειμενικά υποστηρικτική του καταστροφέα της χώρας μας αντίθεση στην στιχουργική εφευρετικότητα που με μαζικό τρόπο εκφέρεται με μια βρισιά για να εκφραστεί ο καθ’ όλα νόμιμος πολιτικός σκοπός, δεν είναι πειστικές. Ιδίως δεν είναι πειστικές (και γι’ αυτό απορρίπτονται διαρρήδην) όταν προέρχονται από πρόσωπα και κέντρα που έχουν λαμπρό παρελθόν ανοχής και προσφοράς ευρέως πεδίου νομιμοποίησης στον δημιουργό του σημερινού επαπειλούμενου αφανισμού της Ελλάδας και υπεύθυνο θύτη για τις μεγάλες απώλειες σε νεκρούς της πανδημίας.

Όλοι αυτοί οι υποκριτικά φρίτττοντες για την ποιότητα του δημόσιου λόγου (που έκαναν τα στραβά μάτια όταν επί ψευδών και επικοινωνιακά προκατασκευασμένων ζημιών ανεχόντουσαν με επιδεικτική σιωπή το «έρχεται π@τσα»), πάσχουνε σε προθέσεις και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο: ότι παραβλέπουν (και εδώ συντρέχουν ταξικές και άλλες ευρύτερα πολιτικές εξηγήσεις περί αυτού) πως λόγω και έργω ο κυβερνήτης της ολοσχερούς καταστροφής έχει οδηγήσει τη χώρα και τους πολίτες σε υπέρβαση του έσχατου και κρίσιμου ορίου ανοχής και διάψευσης και των ύστατων ελπίδων μεγάλης μερίδας πολιτών, με δεδομένο ότι νοικοκυριά, μικροεπιχειρήσεις και πολλές άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις καταστρέφονται, καταγράφοντας παράλληλα σε μια μακάβρια καθημερινότητα θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσε οποιοσδήποτε άλλος.

Αυτή η αίσθηση επίπλαστης οργής για τις στιχουργικές βρισιές που εκφράζουν πια και με κατακλυσμιαίο τρόπο την έκφραση της δημόσιας αντίδρασης στο γενικευμένο κακό που μας συμβαίνει, συνιστά κλασσικό ενδεικτικό σύμπτωμα συμπεριφοράς μιας προκλητικής ελίτ, που ελαάχιστα διαφοροποιείται -τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών- του «Δεν έχει ο λαός ψωμί; Και γιατί δεν τρώει παντεσπάνι». 

(Και ενώ αλλού τα πάρτι εντός καραντίνας κλονίζουν τον εκεί κυβερνήτη και σε μια άλλη περίπτωση για πολύ λιγότερα σε σύγκριση με τη «λίστα Πέτσα» και τις στημένες δημοσκοπήσεις ένας καγκελάριος παραιτήθηκε, ενώ στη χώρα μας τίποτα δεν πλήττει τη δημοσκοπική ηγεμονία του δικού μας).    

Γι’ αυτό και τελικά η ιστορία αρνείται πεισματικά να καταχωρίσει το «Μητσοτάκη κάθαρμα»  σε ανοίκειες αντιδράσεις απέναντι σε μια καταφανώς ανάλογη της σημερινής δυστοπίας καταστροφή σε δύο φάσεις: το 1965 και το 1989. Δεν είναι τα ονόματα και τα επώνυμα που κομίζουν τις ταυτίσεις. Είναι οι πολιτικές πρακτικές και οι καταστροφές που προκαλούν.    

Η εισοδηματική ανισότητα ανακάμπτει

0

Του Θεόδωρου Μ. Μητράκου, Οικονομολόγου, τ. Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος – Η ανάλυση δημοσιεύθηκε πρωτότυπα στο Kreportστις 19 Δεκεμβρίου 2021 → 

Η Ελλάδα εισήλθε στην χρηματοοικονομική κρίση του 2008 με υψηλό επίπεδο εισοδηματικής ανισότητας σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Η ανισότητα αυξήθηκε δραματικά τα πρώτα έτη της κρίσης, για να διατηρηθεί στο ίδιο υψηλό επίπεδο για μία περίπου πενταετία και να αποκλιμακωθεί στη συνέχεια. Σημαντικές ενδείξεις με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το 2020 (εισοδήματα 2019) δημιουργούν ανησυχίες για μία νέα φάση επιδείνωσης της εισοδηματικής ανισότητας αλλά και άλλων κοινωνικών δεικτών (υλικές στερήσεις, κίνδυνος φτώχειας, κοινωνικός αποκλεισμός κ.ά.).

Πράγματι, με βάση τα αποτελέσματα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) που ανακοινώνονται από την Eurostat και παρουσιάζονται στο Διάγραμμα 1, από το 2008 μέχρι και το 2010 καταγράφεται σταθερότητα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα, καθώς η κρίση δεν είχε ακόμη ουσιαστικά εκδηλωθεί. Στα πρώτα έτη της κρίσης η εισοδηματική ανισότητα με βάση τον πιο διαδεδομένο δείκτη ανισότητας (συντελεστή Gini) αυξάνεται από 32,9% το 2010 σε 33,6% το 2011 και 34,3% το 2012, εξέλιξη που φανερώνει ότι οι εισοδηματικές απώλειες που προκλήθηκαν από τα πρώτα μέτρα λιτότητας ήταν πιο άνισα κατανεμημένες στον ελληνικό πληθυσμό. Την περίοδο που ακολούθησε (2012-16) η εισοδηματική ανισότητα διατηρήθηκε στο ίδιο υψηλό επίπεδο (Gini μεταξύ 34,2% και 34,5%), για να μειωθεί σταδιακά στη συνέχεια, προσεγγίζοντας το 2017 (33,4%) τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ το 2018 και το 2019 μειώθηκε ακόμα περισσότερο καταγράφοντας ιστορικά χαμηλό επίπεδο (2019: 31,0%). Ωστόσο, η αποκλιμάκωση της εισοδηματικής ανισότητας την περίοδο 2017-2019 φαίνεται να ανακόπτεται ή και να αντιστρέφεται ελαφρά με βάση τα τελευταία στοιχεία που δημοσίευσε πρόσφατα η ΕΛΣΤΑΤ από την έρευνα για το έτος 2020 (Gini 31,1%, ΕΛΣΤΑΤ, Δελτίο Τύπου 22 Ιουνίου 2021 «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ», Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών έτος 2020, περίοδος αναφοράς εισοδήματος 2019).

Ανάλογη είναι για την περίοδο 2008-2020 και η εξέλιξη του λόγου του εισοδηματικού μεριδίου του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το αντίστοιχο μερίδιο για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού (γνωστός ως δείκτης S80/S20, βλ. Διάγραμμα 1). Μάλιστα, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το πιο πρόσφατο έτος δείχνουν ότι τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια της κατανομής του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών, ενίσχυσαν ελαφρά το εισοδηματικό τους μερίδιο έναντι των πιο φτωχών κλιμακίων. Πράγματι, με βάση τα στοιχεία της έρευνας του 2020, το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα, κατέχει το 45% του συνολικού εθνικού διαθέσιμου εισοδήματος (ποσοστό ελαφρά αυξημένο σε σχέση με το 2019), έναντι μόλις 10,4% που κατέχει το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα (ποσοστό σταθερό σε σχέση με το 2019).

Διάγραμμα 1. Δείκτες εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα, μετά την κρίση του 2008

Πηγή: Έρευνες Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC), ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat.

Την επιδείνωση ορισμένων κοινωνικών δεικτών από το 2020, υποστηρίζουν και άλλοι δείκτες όπως είναι το ποσοστό των ατόμων με υλικές στερήσεις που προσεγγίζει το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού. Από τη μελέτη των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας προκύπτει ότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ανταπόκρισης στην πληρωμή έκτακτων οικονομικών αναγκών, αδυναμία κάλυψης εξόδων για διακοπές μίας εβδομάδας το χρόνο, αδυναμία διατροφής που να περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας ή ψάρι, αδυναμία πληρωμής για ικανοποιητική θέρμανση της κατοικίας, έλλειψη βασικών αγαθών, όπως πλυντήριο ρούχων, έγχρωμη τηλεόραση, τηλέφωνο, αυτοκίνητο, αδυναμία αποπληρωμής δανείων, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών), δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό, αλλά και σημαντικό μέρος του μη φτωχού πληθυσμού. Το ποσοστό του πληθυσμού που δεν μπορεί να ανταποκριθεί οικονομικά ή στερείται, λόγω οικονομικής αδυναμίας, τουλάχιστον 3 από τον προηγούμενο κατάλογο των 9 αγαθών και υπηρεσιών που καταγράφει η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών, αυξήθηκε το 2020 κατά δύο περίπου ποσοστιαίες μονάδες (32% το2020 έναντι 30,2% το 2019, βλ. Διάγραμμα 2). Η αύξηση αυτή, του ποσοστού της υλικής στέρησης, το 2020 σε σχέση με το 2019 είναι ακόμα μεγαλύτερη στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας έως και 17 ετών (2,7 ποσοστιαίες μονάδες) συγκριτικά με τις υπόλοιπες ομάδες ηλικιών.

Διάγραμμα 2. Δείκτης υλικών στερήσεων στην Ελλάδα, μετά την κρίση του 2008

Πηγή: Έρευνες Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC), ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat.

Τέλος, ο δείκτης του κινδύνου σχετικής φτώχειας, ή αλλιώς το ποσοστό σχετικής φτώχειας, που δείχνει την αναλογία του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από ένα όριο, το οποίο ορίζεται συμβατικά σε σχέση με το διάμεσο εισόδημα για το σύνολο του πληθυσμού (60% της διαμέσου), διατηρήθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα το 2020 σε σχέση με το 2019, διακόπτοντας την συνεχή αποκλιμάκωση που κατέγραψε τα προηγούμενα έτη. Ειδικότερα, ο δείκτης του κινδύνου σχετικής φτώχειας για την Ελλάδα, ενώ αυξήθηκε κατά τα πρώτα έτη της κρίσης (από 20,1% το 2010 σε 23,1% το 2012 και 2013), στη συνέχεια αποκλιμακώθηκε και επανήλθε το 2017 (20,2%) στα προ κρίσης επίπεδα και μειώθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα τα επόμενα έτη (2018: 18,5%, 2019: 17,9%, 2020: 17,7%, βλ. Διάγραμμα 3). Ανάλογη είναι η εξέλιξη και για το χάσμα της σχετικής φτώχειας που μετρά την απόσταση των φτωχών νοικοκυριών από την γραμμή φτώχειας (ως ποσοστό της τελευταίας).

Διάγραμμα 3. Κίνδυνος σχετικής φτώχειας και χάσμα φτώχειας

Πηγή: Έρευνες Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC), ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat.

Η χώρα μας ξεχωριστό παράδειγμα αποτυχίας στο παγκόσμιο μέτωπο κατά της πανδημίας

0

Μια πολιτική πανδημία:

Το μόνιμο κύμα του κορονοϊού

Για να μη χάνουμε χρόνο με τα αυταπόδεικτα, και να δούμε το πιο ουσιαστικό μέρος των πραγμάτων: Ό,τι ανοησίες και καθαρά ψεύδη εκτοξεύουν πολιτικά πιεζόμενοι μέχρις ασφυξίας υπουργοί και στελέχη του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός καθ’ υποτροπήν, η Ελλάδα είναι μία από τις 2-3 χώρες του πλανήτη που σε κάθε επόμενη φάση της πανδημίας, αντί να βελτιώνεται η κατάσταση, τα πηγαίνει χειρότερα από την προηγούμενη.

Δεν είναι ο αριθμός των κρουσμάτων το χειρότερο! Προηγούνται σαφώς τα στοιχεία σχετικά με τη θνητότητα. Και, φυσικά, εξ ίσου σημαντικές οι επισημοποιημένες πια και μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση βαρύτατες ευθύνες της κυβέρνησης, σχετικά την άρνησή της να στηρίξει τις δημόσιες υποδομές υγείας, που με βάση τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν κοστίσει στη χώρα 1.500 περισσότερους θανάτους συμπολιτών μας. Θάνατοι που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αν δεν κυβερνούσε η συγκεκριμένη ομάδα περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά κάποιοι άλλοι, που θα φρόντιζαν το ΕΣΥ.

Αυτό πια δεν αλλάζει! Είναι βεβαιωμένο και διασταυρωμένο, και επισσωρεύεται στην πληθώρα άλλων επιβαρυντικών συνεπειών για την Ελλάδα και τους πολίτες της που έχει προκαλέσει ο νεο-μητσοτακισμός σε βάρος όλων μας. Αν υπάρχει κάτι που απομένει να διαφανεί στο πεδίο των πολιτικώς σημαινόμενων πραγμάτων, αυτό είναι αν με αποκεκαλυμμένη πλήρως πια την καταστροφή που όλοι αυτοί έχουν προκαλέσει, θα προσπαθούσαν τουλάχιστον να αλλάξουν κάτι σ’ όλο αυτό το πλέγμα του πανευρωπαϊκά διαπιστωμένου νεποτισμού, πολιτικής διαφθοράς, ηθικής σήψης και ηχηρού αμοραλισμού, που συνιστά σε τελευταία ανάλυση το πλαίσιο αιτίων της μεγάλης ζημίας που έχουν προκαλέσει στη χώρα, με κορυφαίες τις επιπτώσεις σε βάρος των ελλήνων πολιτών από την πανδημία.

Διότι, για παράδειγμα, αν οδηγημένοι από τα συμπεράσματα της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ο πρωθυπουργός και οι επιτελείς του δεν έπραξαν το παραμικρό για να αλλάξει η κατάσταση στις υποδομές δημόσιας υγείας, τότε ο απολογισμός των θανάτων συμπολιτών μας που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα μεριμνούσαν για καλύτερη στήριξη του ΕΣΥ, συνεχίζει να μεγαλώνει, με εκατοντάδες επί πλέον θύματα, απόρροια μιας εν πλήρη πολιτική γνώσει αμέλειας. (Κάτι που μεταβάλλει δραματικά και το ίδιο το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αμέλεια», που προϋποθέτει άγνοια ή υποτίμηση για οποιονδήποτε λόγο των συνεπειών πράξεών σου, και το τοποθετεί πια στο πεδίο της ενσυνείδητης επιλογής, άρα μιας πράξης που διενεργείται έχοντας εκ των προτέρων επίγνωση των συνεπειών της).

Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων επιβεβαιώνουν ότι τίποτα για να αλλάξει η συνθήκη που προκαλεί την αυξημένη θνητότητα στην Ελλάδα (στο πεδίο ευθύνης του κρατικού μηχανισμού) δεν έχει αλλάξει, παρά το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι συν αυτώ ούτε για αστείο πια δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι «δεν εγνώριζαν» τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα. Παρά τις αυτοεξευτελιστικές τελικά αναφορές του πρωθυπουργού ότι «δεν εγνώριζε» τη μελέτη (ενώ προδήλως ήξερε τα πάντα), αυτό πια ισχύει ως πριν μερικές εβδομάδες. Σήμερα αναμφίβολα γνωρίζει!

Άλλαξε κάτι ουσιαστικά στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη δημοσιοποίηση της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ρυθμίζει τις μέριμνες που λαμβάνει για τις αναγκαίες στηρίξεις στο ΕΣΥ; Το μόνο που έχω ακούσει έκτοτε επ’ αυτού ήταν κάτι αστείες αναφορές του προσώπου (και μόνο λόγω της επιλογής του για τις ανάγκες εσωκομματικών ισορροπιών επικίνδυνου για υπουργός Υγείας εν μέσω πανδημίας, την ώρα που ένας που θα κατείχε πλήρως και σε βάθος την ιατρική επιστήμη θα ήταν απολύτως αναγκαίος). Και οι αστείες αυτές αναφορές όλες κι όλες ήταν ότι συνεννοήθηκε, λέει, ως υπουργός Υγείας με ιδιωτικές δομές υγείας για την παροχή στο δημόσιο κλινών νοσηλείας κορονοϊού!

Κάτι που προκαλεί βάναυσα την νοημοσύνη μας, αφού το ίδιο απαράδεκτο για υπουργός Υγείας πρόσωπο θριαμβολογούσε πρόσφατα ότι η κυβέρνηση έχει μεριμνήσει για να έχουμε δήθεν σήμερα στην Ελλάδα άμεσα διαθέσιμες 1.500 (τόσες τις μέτρησε) κλίνες ΜΕΘ, …αλλά να χρειαζόμαστε κλίνες νοσηλείας covid-19, δανεικές από ιδιωτικές υποδομές υγείας!

Κατανοώ, σας διαβεβαιώ, τη διαφορά κόστους μεταξύ χρήσης μιας ΜΕΘ και μιας απλής κλίνης νοσηλείας covid-19. Εκείνο που δεν κατανοώ είναι με 680 περίπου διασωληνώσεις συμπολιτών μας (και όχι όλες σε ΜΕΘ, εξ όσων αντιλαμβάνομαι) και με περισσευούμενες άλλες 820 κλίνες ΜΕΘ που μας διαβεβαιώνει ο επικίνδυνος υπουργός Υγείας ότι διαθέτουμε, πώς προκύπτει η έλλειψη κλινών νοσηλείας covid-19. Eίτε πρόκειται για ουρανομήκη βλακεία στη συνολική διαχείριση από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη των υποδομών δημόσιας υγείας, είτε απλά «κάνουμε κάτι» για να φανεί ότι κάπως αντιδρούμε στο όνειδος των τουλάχιστον 1.500 περισσότερων θανάτων από κορονοϊό με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης που αποκάλυψε η μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα.

(…και αφήνω προσώρας το ενδεχόμενο να πρόκειται για μία ακόμη «αρπαχτή» υπέρ του ιδιωτικού τομέα στον κλάδο της υγείας, που από τα έργα και τις ημέρες του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι δεδομένο που οφείλουμε να αφήνουμε πάντα ανοιχτό για να βρισκόμαστε σε στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα).

Η βροντώδης πολιτική αήθεια εδώ έγκειται στο ότι ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ τη συγκλονιστική αποκάλυψη της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα, αντί να την αξιοποιήσουν για να βελτιώσουν την παρέμβαση του κράτους στη μάχη κατά της πανδημίας, την μεταχειρίστηκαν ως επικοινωνιακό πρόβλημά τους! Έσχατη κατάπτωση για κυβέρνηση που δίνει μάχη κατά της πανδημίας με βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Και, φυσικά, το μεμπτό εδώ δεν είναι ότι υπάρχει και επικοινωνιακή πολιτική πτυχή σ’ όλη αυτή την περιπέτεια. Όλες οι κυβερνήσεις του κόσμου το σκέπτονται αυτό και το υπολογίζουν. Η ποιοτική διαφορά που προσβάλλει την Ελλάδα στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και όλους μας είναι ότι εδώ κατισχύει φανερά το επικοινωνιακό κομμάτι των πολιτικών αναγκών του πρωθυπουργού, και όχι η ανάγκη υγειονομικής δραστηριότητας του κράτους απέναντι στο πανδημικό φαινόμενο. Είμαστε μια χώρα, από τις ελάχιστες στον κόσμο, που ανενδοίαστα συνεχίζει ακόμη και σήμερα (μετά την αποκάλυψη της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα) να χάνει χιλιάδες πολίτες της. κάνοντάς τους θυσία στην πανδημία. Το κάνει αποστερώντας απολύτως αναγκαίους πόρους για τη στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας, πόρους που αν είχαν διατεθεί θα είχαν σωθεί μαζικά ανθρώπινες ζωές. Και το επιλέγει αυτό ενσυνείδητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο βωμό της δημοσιονομικής εξοικονόμησης πόρων και στο πλαίσιο της ολοφάνερα νεο-φιλελεύθερης μνημονιακής γραμμής και για να μην παρενοχληθεί το διευρυμένο όφελος των ιδιωτών (και όχι μόνο του κλάδου της υγείας), που προκύπτει από τέτοιες δημοσιονομικές πολιτικές, αποδεδειγμένα, μάλιστα, σε βάρος των ασθενέστερων. (Μόνο που στην εποχή που εγκαινιάστηκαν τα καταστροφικότατα μνημόνια αυτό που επαπειλήθηκε ήταν η διεύρυνση της φτώχειας, ενώ σήμερα με τον κορονοϊό αυτό που όχι απλά απειλεί να επέλθει αλλά ήδη συμβαίνει στην Ελλάδα είναι χιλιάδες περισσότεροι θάνατοι).

Το επιστέγασμα της συνειδητής συμβολής προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην παράταση των μοιραίων επιλογών που προκαλούν περισσότερους θανάτους συμπολιτών μας, θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν το ΕΣΥ όσο χρειάζεται υπό την πανδημική απειλή, είναι το πώς αντιδρά η κυβέρνηση στο κύμα που προκαλεί η παραλλαγή Όμικρον. Η αντίδραση του πρωθυπουργού και των συν αυτώ είναι η επιτομή του προσπαθώ να «σπρώξω τη σκόνη κατω απ’ το χαλάκι», όταν την κοινωνία την καταπνίγει ένα νέφος κυβερνητικού πανδημικού κονιορτού. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από την αύξηση κρουσμάτων που καταγράφεται σ’ όλον τον πλανήτη, για να συσκοτίσει τα κρίσιμα διαφοροποιά στοιχεία που με ευθύνη της έχουν καταστήσει την Ελλάδα μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες στον πλανήτη να ζει κανένας την εποχή του κορονοϊού.

Γιατί φυσικά εδώ το θέμα είναι πόσα από τα κρούσματα covid-19 καταλήγουν σε θάνατο, και πόσα απ’ αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Όπως, επίσης, εδώ το θέμα είναι αν μετά την παγκόσμια επέλαση της παραλλαγής Όμικρον (και υπό το πρόσθετο βάρος των παρ’ ημίν αποκαλύψεων της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα), η Ελλάδα, ως χώρα της ζώνης αυξημένου κινδύνου να καταλήξει ένας που νόσησε από covid-19 λόγω των κακών και υποβαθμισμένων παρά την πανδημία υποδομών δημόσιας υγείας, μετακινείται σε επιλογές μεγαλύτερης στήριξης του ΕΣΥ. Και δεν το κάνει!

Βεβαίως, το ίδιο έπραξε η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη και σε πληθώρα άλλων πεδίων σχετιζόμενων άμεσα ή έμμεσα με το έγκλημα των αυξημένων θανάτων στην Ελλάδα λόγω του κορονοϊού:

  • ξανάνοιξαν τελείως χαζοχαρούμενα τον τουρισμό,
  • αρνούνται πεισμόνως κάθε ουσιαστικό μέτρο στήριξης των οικονομικά αιμορραγούντων λόγω της πανδημίας νοικοκυριών για περισσότερα τεστ, ως θεμελιώδες μέσο βασικής αποτύπωσης της επεκτασιμότητας των παραλλαγών του κορονοϊού,
  • στην αρχή της πανδημίας αρνούνταν συνειδητά στους πολίτες τη μαζική πρόσβαση σε τέστ, απλά για να «γράφει επιτυχία» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην πλασματική συγκριτική που έκανε με άλλες χώρες και με ολέθριο αποτέλεσμα πάνω στην ψευδή εντύπωση ότι η Ελλάδα τα πάει καλύτερα από τους άλλους να δομηθεί η νομιμοποίηση ότι δεν χρειάζεται περισσότερη στήριξη το ΕΣΥ και αρκούν τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια (..απορώ, δεν αισθάνονται άραγε σήμερα ενοχές όσοι τότε έσπευσαν να χειροκροτήσουν, αφού στη βάση εκείνης της επικοινωνιακής παράστασης χωρίς υγειονομικό αντίκρισμα συγκροτήθηκε η ψευδαίσθηση επάρκειας του ΕΣΥ;…),
  • με τον απολύτως επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα με την παραλλαγή Όμικρον- μύθο περί «επιδημίας ανεμβολίαστων» (που επιστρατεύτηκε με εγκληματική ελαφρότητα απλά για «να μη φταίει» ο Κυριακός Μητσοτάκης για το κακό που προκαλούσε με τις επιλογές του), προχώρησε σε μαζική αποστρατεία ανεμβολίαστων υγειονομικών, απολύτως αναγκαίων για τη μάχη κατά του κορονοϊού. Και σήμερα, με την παραλλαγή Όμικρον να σαρώνει και τους εμβολιασμένους υγειονομικούς, που ένεκα τούτου αναγκάζονται να απέχουν από την εργασία τους όντας σε καραντίνα, έχουμε καταλήξει εν μέσω καλπάζουσας αύξησης των κρουσμάτων σε δραματική υποστελέχωση του δημόσιου συστήματος υγείας.

…Θα μπορούσα να προσθέσω πολλά ακόμη, αλλά τα παραπάνω ενδεικτικά αρκούν!

Έτσι, λοιπόν, στην παρούσα φάση με υπουργό Υγείας που έχει επιλεγεί με κίνητρο όχι τις ανάγκες αντίδρασης του κράτους στην πανδημία, αλλά την εσωκομματική ανάγκη του Κυριάκου Μητσοτάκη να κολακεύει την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του, η Ελλάδα ρίχνεται στον νέο γύρο της μάχης κατά του κορονοϊού. Καμιά επανορθωτική κίνηση δεν καταγράφεται από μέρους του πρωθυπουργού για την όψιμη έστω βελτίωση των όρων, υπό τους οποίους η χώρα μας θα δώσει και αυτή τη μάχη. Αντίθετα, εμμονή στις επιλογές που φέρνουν περισσότερους θανάτους.

Κάπως έτσι και με προφανή τυχοδιωκτικά ανακλαστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης τσαλαβουτάει μιμητικά στη βαθμιαία παγκόσμια μετακίνηση των κυβερνήσεων, από τα λοκαντάουν στη λογική της «ανοσίας της αγέλης», υπό την -ευτυχώς σχετικώς βάσιμη- ελπίδα ότι η παραλλαγή Όμικρον εφ’ όσον επικρατήσει θα προκαλεί λιγότερους θανάτους. (Μια παγκόσμια επιλογή, που όπως φαίνεται προτιμάται πρωτίστως όχι με υγειονομικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια αποφυγής νέου γύρου ταλαιπωρίας των οικονομιών, που ενδεχομένως θα απέβαινε μοιραίος για όλο το δυτικό οικονομικό μοντέλο που κυριαρχεί σήμερα στον κόσμο. Και σε κάθε περίπτωση μια επιλογή που θα κριθεί αργότερα και εκ του αποτελέσματος).

Μόνον που οι άλλες χώρες προσχωρούν στην ανομολόγητη επιλογή «ανοσίας της αγέλης», με καταλυτικά καλύτερα οργανωμένα και στελεχωμένα τα δημόσια συστήματα υγείας σε σύγκριση με την Ελλάδα! Και ασφαλώς το κόστος αυτού του ελλείμματος της χώρας μας θα είναι ακόμη περισσότεροι θάνατοι που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, οφείλει ακόμη περισσότερες εξηγήσεις! Διότι από την αρχή της πανδημίας η ΕΕ προσέφερε στις χώρες-μέλη τη δυνατότητα άμεσης στήριξης με πιστώσεις (όχι μέσω δανείων, αλλά με επιδοτήσεις) για να ενισχυθούν τα δημόσια συστήματα υγείας κατά της πανδημίας. (Η Ιταλία είναι πρωταθλήτρια στις ενισχύσεις που έλαβε από την ΕΕ απ’ αυτά τα κονδύλια). Ζήτησε τέτοια στήριξη η Ελλάδα από την ΕΕ; Αν ναι, πότε, πόση, πόση τελικά μας δόθηκε και πώς αυτή διατέθηκε; Αν δόθηκε, μήπως μέρος αυτής πήγε σε ιδιώτες αντί για το ΕΣΥ; Ή μήπως υπό την επικοινωνιακή απάτη του πρώτου γύρου της πανδημίας ότι «ο Κυριάκος τα πάει καλά με την πανδημία», η ΕΕ έκρινε ότι δεν είχαμε εμείς προτεραιότητα σε τέτοια στήριξη, ενώ είχαμε; Θα δοθούν απαντήσεις;

Λυπούμαι να πω ότι η κυβερνητική αναισθησία απέναντι στο ΕΣΥ, με συνέπεια χιλιάδες περισσότερους θανάτους που θα μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει, «κουμπώνει» απολύτως με την αναλγησία περικοπών των συντάξεων αναπηρίας και χηρείας, που ανακοίνωσε ως πολιτικό ποδαρικό στους έλληνες η κυβέρνηση για το 2022. Είναι μια επαρκής απόδειξη περί της φιλοσοφίας διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων που διακατέχει τις προτεραιότητες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Περικοπές, που συμπίπτουν με την επίμονη άρνηση της ίδιας κυβέρνησης να στηρίξει ουσιαστικά τα νοικοκυριά, στη δαπάνη για τα αναγκαία τεστ ανίχνευσης του κορονοϊού. Κάπως έτσι αναδύεται ως φυσική πολιτική συνέπεια των πραγμάτων γιατί στην Ελλάδα χάνουμε πολύ περισσότερους ανθρώπους που ασθενούν με covid-19 σε σύγκριση με τις άλλες χώρες.

Εύχομαι μέσα απ’ την καρδιά μου, όπως όλοι μας, η βιαιότητα με την οποία η πανδημία πλήττει τούτη την περίοδο τον κόσμο, να μην ισοδυναμεί με ακόμη μεγαλύτερο φόρο αίματος της ανθρωπότητας στον κορονοϊό. Ιδίως στην Ελλάδα, η συντριπτικά δυσμενεστέρη κατάσταση των υγειονομικών υποδομών μας να μην έχει τις μοιραίες συνέπειες πρόσθετων περισσότερων θανάτων….

Τα μέσα και το μήνυμα

0

Don’t look anywhere

– Η εποχή της πολιτικής τύφλωσης

Η ταινία είναι ήδη πολυσυζητημένη και ένα ακόμη σχόλιο σχετικά μ’ αυτή δεν θα έλεγε πολλά πράγματα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι εδώ δεν πρόκειται για ένα κινηματογραφικό έργο, γυρισμένο με τις ευκολίες των καιρών μας και με τις δυσκολίες της εποχής του κορονοϊού, αλλά για ένα θέμα δημόσιου διαλόγου, που ήδη ορίζεται από δύο βασικά στοιχεία: 1. Την επίδρασή που ασκεί σε ευρύτατα κοινά, που το υποδέχονται με αίσθηση βεβαιότητας ως μέσο απεικόνισης της πραγματικότητας, και 2. Την αποτελεσματικότητά του, ως ένα απολύτως συμβατικό κατά τα άλλα μέσο ψυχαγωγίας, να μετασχηματίζεται σε πομπό πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων, άρα να υπερβαίνει τον σκοπό και τα κίνητρα που οδήγησαν τους συντελεστές του στο «κινηματογράφημα».

Έτσι, προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα δημιούργημα της 7ης τέχνης αλλά με μια ολοκάθαρα πολιτική υπόθεση. Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή κιόλας νομίζω πως δεν είχε κανένα νόημα η εμπλοκή μου στη συζήτηση για το εάν ήταν καλή η ηθοποιία ή η σκηνοθεσία, συζήτηση που γινόταν γύρω μου από τους περισσότερους, με τις «αφελείς» ερμηνείες μεγάλων ηθοποιών να έχουν ενοχλήσει πολλούς. Για να είμαι ειλικρινής, αν κάτι διέκρινα ως γενική σκηνοθετική οδηγία προς τους ηθοποιούς, αυτό ακριβώς είναι να μην επιμείνουν πολύ στην τέχνη της υποκριτικής (τους), αλλά να αφεθούν στο αναπαραστατικό κόμμάτι και μόνο να επικαθορίσει τον ρόλο τους. Ίσως διότι η υποκριτική (τέχνη) σταματά να είναι πρακτικά εφαρμόσιμη όταν αφορά σε αποτύπωση της αλήθειας.

(Αυτό ομολογώ πως πάντα ήταν ένα πρόβλημα για μένα, όποτε έβλεπα ταινίες-εξιστορήσεις πραγματικών ιστορικών γεγονότων. Ένα καλό παράδειγμα είναι το Darkest hour, όπου ο Γκάρι Όλντμαν με την καταπληκτική ερμηνεία του κάνει την ιστορία δευτερεύον στοιχείο της ταινίας. Δηλαδή μετατρέπει τη διακηρυγμένη αφορμή για το γύρισμα της ταινίας σε ήσσονος σημασίας ζήτημα για την καλλιτεχνική ταυτότητα του φιλμ κι αν μένει κάτι στην ιστορία από το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, αυτό δεν είναι η εξιστόρηση αλλά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναπαριστώνται έγιναν το όχημα για ένα αριστούργημα της υποκριτικής τέχνης).

Ας είμαστε επομένως καθαροί: Το Don’t look up ούτε μία στιγμή δεν φιλοδόξησε να «κάνει κινηματογράφο», για να το προσεγίζουμε έτσι. Πολιτικά και κοινωνικά αγγέλματα ήθελε καθ’ ομολογία να εκπέμψει και το έκανε με επιτυχία! Για να το πετύχει αυτό η σκηνοθεσία σχεδίασε και προγραμμάτισε ώστε το σενάριο να μείνει ως η όσο το δυνατόν πιο απογυμνωμένη από άλλους επηρεασμούς εντύπωση του θεατή (αντί της ηθοποιίας ή των εφέ, που ιδίως αυτά θα προσφέρονταν ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο) και να καταλήγει στο τέλος να κυριαρχεί το ερώτημα που απασχολεί κάθε λογικό άνθρωπο της εποχής μας: ο κόσμος μας βρίσκεται σε πορεία επιταχυνόμενης κατεύθυνσης προς την ολοσχερή καταστροφή και μάλλον έχουμε υπερβεί και το έσχατο όριο, από το οποίο και μετά το τέλος είναι αναπότρεπτο!

Θεωρώ ως εξαιρετικής σημασίας στοιχείο αυτής της συζήτησης ότι οι άνθρωποι που έστησαν όλο αυτό το πολιτικο-κοινωνικό event, απολύτως συνειδητά και για να γίνουν αποτελεσματικότεροι στην προσπάθειά τους επέλεξαν να μετέλθουν τα ίδια μέσα με εκείνα που καταγγέλλουν ως καίρια αίτια του σκηνικού επερχόμενης καταστροφής, όπως βιώνεται σήμερα από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που κατοικούν τον πλανήτη μας. Το σημαντικό αποτέλεσμα που παράγεται είναι ότι το έργο (επαναλαμβάνω, όχι ως κινηματογραφικό δημιούργημα τέχνης, ουδέ καν ως αρπαχτή των δημιουργών του, αλλά ως πολιτικο-κοινωνικό event), λειτουργεί και πετυχαίνει τον σκοπό του, επειδή ακριβώς οι ηθοποιοί είναι μεγάλοι και εμπορικότατοι, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν το Don’t look up κυκλοφορούσε ως εναλλακτική παραγωγή με άγνωστους συντελεστές, κάτι που θα του ταίριαζε περισσότερο. (Το ίδιο συμβαίνει με τη διανομή του από παγκόσμια και εμπορικότατη πλατφόρμα λαϊκής ψυχαγωγίας, αντί για τα «ψαγμένα λούκια» διακίνησης των προοδευτικών δημιουργών).

Για τον παραπάνω λόγο, θεωρώ «επαναστατική» τη συμβολή των ηθοποιών με τις «αφελείς» ερμηνείες τους στην υπηρέτηση του σκοπού. Διότι, φυσικά, θεωρώ αυτονόητο ότι δεν μπορεί να μην ήξεραν οι συντελεστές, όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τον σκοπό της παραγωγής και να παρασύρθηκαν σαν παιδάκια σε μια κινηματογραφική φάρσα.

Αν και είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες διαπιστώσεις, πολύ ενδιαφέρον επίσης έχει ότι η υποδοχή του από χώρα σε χώρα φαίνεται να διαφέρει, ανάλογα με τον βαθμό βύθισης κάθε μίας στη δυστοπία που ζει η Γη και ο πληθυσμός της. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πλέον βαθιά εγκολπωμένο στην βιούμενη καθημερινότητα των ανθρώπων της, ηθικά, κλιματικά, πολιτισμικά, εισοδηματικά… Από τη σκοπιά αυτή, το Don’t look up μετατρέπεται σε παγκόσμιας εμβέλειας μέσο αποτίμησης της ποιότητας των πολιτικών στάνταρντς σε κάθε χώρα, φυσικά όσο είναι μπορετό να σχηματοποιούνται πολύ σύνθετες κοινωνικές διεργασίες σε εξαπλουστευμένη αίσθηση παγκοσμιότητας -τέχνη την οποία άλλωστε πρώτοι εδίδαξαν οι ταγοί των χρηματο-οικονομικών αγορών.

Τέλος, εξ αφορμής αυτής της συζήτησης, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μοιραστώ μαζί σας τον ακόλουθο προβληματισμό: Την τελευταία 20ετία, δηλαδή από τότε που έγινε αισθητή με μαζικό τρόπο η καταγραφή του ζητήματος της πορείας της ανθρωπότητας προς την καταστροφή, οι αμερικάνοι 2 φορές στη σειρά δοκίμασαν να αναζητήσουν πολιτικό διέξοδο απ’ αυτό: μία με τον Ομπάμα και μία με τον Τράμπ. Δεν έχει σημασία αν μας αρέσει και αν συμφωνούμε τον Ομπάμα ή τον Τραμπ (άλλωστε εκ του αποτελέσματος, με τον δεύτερο το εγχείρημα απέβη τραυματικό). Απλά εδώ προτείνω να καταγραφεί η κίνηση αυτή του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ως αγωνιώδης αναζήτηση λύσης σ’ αυτό που μαζικά προσλαμβάνεται από τους πολίτες ως πορεία προς την καταστροφή, και όχι επιφανειακά ως συνήθης πολιτική προτίμηση εκλογέων.

Θεωρώ το Don’t look up, ως καθαρά πολιτική εκδήλωση, όπως εξήγησα, μία ακόμη απόδειξη ενεργοποίησης της αμερικανικής κοινωνίας, προς την αναζήτηση λύσεων. Η αντίστιξη τούτου με τα συμβαίνοντα στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι απογοητευτική για μας εδώ. Γερασμένες και ανέμπνευστες, φοβικές σε κάθε πρόοδο, πολιτικές ηγεσίες, στη μεριά μας, ή στη χειρότερη περίπτωση πολιτικές αρπαχτές προσώπων χωρίς στοιχειώδες έρμα συναισθήσεων της ευθύνης τους (με κλασικά παραδείγματα τύπου ορμπανο-νεο-μητσοτακισμού) αντιδρούν σε κάθε απόπειρα αντιστροφής της καταστροφικής πορείας μας.

Επειδή σε ζητήματα σαν αυτά που πραγματεύομαι εδώ οι νομοτέλειες και μόνον ερμηνεύουν την εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων εις βάθος και ποτέ δεν μπορεί να το κάνει αυτό πειστικά η προσφυγή στην εξήγηση της «σύμπτωσης», δεν θεωρώ τυχαίο ότι όλ’ αυτά συμπίπτουν στην Ευρώπη με τις πανηγυρικές εκδηλώσεις για τα 20 χρόνια του ευρώ. Δηλαδή, η υποβάθμιση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε νομισματοπιστωτικό γύμνασμα εορτάζεται, αντί να καταστεί η ευκαιρία για να αντιδράσουμε στο ολοφάνερο αδιέξοδο που έχουμε παγιδευτεί.

Αρκεί κανένας να διαβάσει το μήνυμα του Κώστα Σημίτη με την ευκαιρία των 20 ετών του ευρώ, για να αποκαλυφτεί ανάγλυφα μπροστά στα μάτια του γιατί η πάλαι ποτέ πρωτοπόρος σε κοινωνικό προβληματισμό και νέες ιδέες προς όφελος της ανθρωπότητας Ευρώπη, στην εποχή μας, την εποχή των οριστικών αδιεξόδων, έχει καταστεί η οπισθοφυλακή διαφύλαξης της καθοδικής πορείας προς την καταστροφή. Ατενίζοντας (μετά από όλα όσα έχουν συμβεί) το ευρώ ως τη δήθεν λύση του μέλλοντός μας, ισοδυναμεί συμβολικά με πλήρη υποταγή στην εντολή don’t look up…

Νέο έτος 2022 – Η άλλη όψη της “Εποχής του Ανθρώπου”

0

Κάπου ανάμεσα στις δεκαετίες 1970-’80 το φαινόμενο της όξινης βροχής προκάλεσε τεράστιες καταστροφές στα δασικά συστήματα στην κεντρική και τη βόρεια Ευρώπη, χωρίς βεβαίως και τα υπόλοιπα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος να μείνουν ανεπηρέαστα. Εκείνο το φαινόμενο θα μπορούσαμε να πούμε πως υπήρξε πρόδρομο της σημερινής δραματικής κατάληξης της ανθρωπότητας στη δυστοπία της Κλιματικής Αλλαγής και των επιπτώσεών της και με πρωτοφανές για τη μακρά ιστορία του πλανήτη Γη δεδομένο ότι έργα νοήμονος ζωής συντελούν σήμερα αποφασιστικά στη δημιουργία των περιβαλλοντικών συνθηκών προς εξάλειψή της, προσδίδοντας στον όρο «αυτοκαταστροφή» μια πανίσχυρη νοηματική εγκυρότητα.

Ωστόσο, η Κλιματική Αλλαγή εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι νοητή ως φαινόμενο σχετικά καινούριο, ενώ κατά βάση δευτερευόντως συνδέεται η αναζήτηση των αιτίων της με πρωτογενείς ανθρώπινες συμπεριφορές και όλοι δείχνουν να την αποδίδουν σε οικονομικές δραστηριότητες. Η κτηνωδέστατη κερδοσκοπική βία του καπιταλισμού, που πια έχει αποκαλυφθεί στο σύνολο των συνεπειών της πάνω στον άνθρωπο, κατηγορείται σχεδόν αποκλειστικά για την ραγδαία μετεξέλιξη του πλανήτη μας από τόπο ζωής και δημιουργίας, σε διακεκαυμένη ζώνη μαζικής διακινδύνευσης ανθρώπινων υπάρξεων από τα ακραία καιρικά φαινόμενα.

Παρατηρώντας, όμως, πέραν της επιφάνειας των αιτίων του κλιματικού δράματος, όπως βιώνεται σήμερα, και εμβαθύνοντας στοιχειωδώς στο θέμα, νομίζω πως τελικά είναι πολύ δύσκολο να αρκείται κανένας στην οικονομική επεξήγηση ως βάση της Κλιματικής Αλλαγής, χωρίς να διακρίνει μια αλληλουχία αιτιωδών συναφειών ηθικού και αισθητικού βάρους στις άμεσες ανθρώπινες συμπεριφορές και δράσεις. Μ’ άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν μπορεί να ορίζεται ως ζήτημα απορρέον αποκλειστικά από το καταναλωτικό μοντέλο, δηλαδή ως η μετάπλαση των οικονομικών λειτουργιών συλλογικής κίνησης στην εξατομικευμένη κλίμακα του ανθρώπου του 21ου αιώνα. Αντίθετα, θεωρώ πως είναι ζήτημα αισθητικής σχέσης του καθένα μας με τον φυσικό και τον κοινωνικό του περίγυρο. Πιθανότατα, μάλιστα, αν το στοιχείο αυτό δεν προηγήθηκε του ίδιου του σύγχρονου καπιταλιστικού νεοφιλελεύθερου υποδείγματος που κυριαρχεί την εποχή μας, τουλάχιστον εξ αφετηρίας υπήρξε συνοδό χαρακτηριστικό του.

Έτσι, νομίζω πως, κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ποιό από τα δύο προηγήθηκε του άλλου: Ο καπιταλισμός άρχισε να δομεί σε τάξη αλληλουχίας τις βαθμίδες καθόδου μας προς την Κλιματική Αλλαγή, ή, αντίθετα, το ηθικό αδιέξοδο των ανθρώπων προηγήθηκε και κατέστη γενεσιουργό στοιχείο της κατακρήμνισης στην μαζική ψευδαίσθηση της κατανάλωσης, ως δήθεν απαντητικής διεξόδου στη βύθιση σ’ ένα πρωτογενώς πολιτισμικό τέλμα και με συνέπεια την κλιματική (αυτο)καταστροφή μας;

Κανένας δεν μπορεί να δώσει ασφαλή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και άλλωστε το ίδιο το ερώτημα φαίνεται επί της ουσίας άγονο. Διότι πιο προσεκτική ματιά άγει μετά βεβαιότητας στο συμπέρασμα ότι νοητικά και λειτουργικά το ένα (δηλαδή η οικονομία ως συλλογική δραστηριότητα) εξαρτάται απολύτως από το άλλο (δηλαδή την ηθική συγκρότηση σε επίπεδο ανθρώπινης μονάδας).

Για να γίνει ακόμη πιο καθαρό: Δικαιούμαι να υποθέτω ότι αν ήμασταν επαρκείς πολιτισμικά δεν θα υπηρχε η ανάγκη της κατανάλωσης όπως αυτή εξελίχτηκε ως σύμφυτο με την εποχή μας κοινωνικό φαινόμενο. Ταυτόχρονα και σε αντιπαράσταση με το προηγούμενο, αν η οικονομία δρούσε με όρους κοινωνικής αποστολής δεν θα είχε αναφυεί το ηθικό αδιέξοδο που εντοπίζεται σήμερα με τον καταλωτικό μανιώδη αυτοσκοπό. Δηλαδή, μόνον στο πεδίο της επάλληλης και συνεκτικά αλληλεξαρτώμενης διεργασίας στη σχέση μεταξύ οικονομίας και ανθρώπινης ηθικής μπορεί να αναζητείται το πλέγμα αιτίων που προκάλεσε την Κλιματική Αλλαγή. Και ισοδύναμο της ιστορικά ανεπανάληπτης καταστροφικής ισχύος της Κλιματικής Αλλαγής οφείλουμε πια συνειδητά να θεωρούμε την Πολιτισμική Αλλαγή στην εποχή μας.  

Η πιο πάνω διαπίστωση δεν έχει θεωρητικό και μόνο περιεχόμενο. Αντίθετα, είναι απολύτως πρακτική μέθοδος ουσιαστικής διείσδυσης στην αγωνιώδη δοκιμασία επιζήτησης αποτελεσματικών λύσεων για το διπλό αδιέξοδο, ηθικό και οικονομικό, που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ολοσχερή καταστροφή. Διότι, εάν δεν κατανοηθούν σε πλήρη ανάπτυξη και σε εξαντλητικό βάθος τα αίτια της παρούσας δυστοπίας, δεν μπορούν να εντοπιστούν και αποτελεσματικές διέξοδοι απ’ αυτή.   

Ένα παράδειγμα, νομίζω ενδεικτικό στον βαθμό που αυτό ακριβώς εκτυλίσσεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας: Θέτουμε στόχους κλιματικής αποφόρτισης του πλανήτη και αφού τους θέσουμε και τυπικά συμφωνήσουμε σ’ αυτούς, κατόπιν αναζητούμε την πρακτική επικύρωση επίτευξης των στόχων του τέθηκαν, για να αποφανθούμε όμως τελικά ότι οι στόχοι είναι ανεφάρμοστοι και ότι το κόστος τους καθιστά μη βιώσιμες ολόκληρες κοινωνίες. Δεν είναι τραγικά χιουμοριστικό αφήγημα (σαν ένα σύγχρονο κινηματογραφικό φιλμ με ευρηματικό σενάριο), αλλά πραγματικότητα: σήμερα -για παράδειγμα- ομονοούμε ότι πρέπει να κλείσουν οι βιομηχανίες παραγωγής ενέργειας από προϊόντα άνθρακα, ως προϋπόθεσης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της Κλιματικής Αλλαγής και την αποτροπή του ενδεχόμενου μαζικής απώλειας ανθρώπινων ζωών από πλημμύρες και πυρκαγιές, και ταυτόχρονα διαπιστώνουμε ότι -εάν το κάνουμε αυτό- θα υπάρξει έλλειμμα προσφοράς σε ενέργεια για να παραχθούν τα προϊόντα εκείνα, τα οποία (πιστεύεται ότι) θα εξασφαλίζουν την αναγκαία κατανάλωση, ώστε οι άνθρωποι να αισθάνονται ηθικά επαρκείς και πολιτισμικά πλήρεις. Πρόκειται για τον ορισμό του «φαύλου κύκλου», που στο τέλος της μέρας όμως (θα μπορούσε να) εξηγεί και (να) ερμηνεύει γιατί η ανθρωπότητα θα αποδεχόταν ακόμη και την αυτοκαταστροφή της, ως απρόθυμη (και τελικά ανίκανη) να δράσει αποτελεσματικά προς αποτροπή της ρεαλιστικής πλέον πιθανολόγησης του ενδεχόμενου εξαφάνισής της από τον πλανήτη. Και φυσικά  κάπου εδώ αίρεται και το νοηματικό περιεχόμενο του όρου «έργα νοήμονος ζωής» και εγκαθιδρύεται η περίοδος της «α-νοήμονος ζωής» των ανθρώπων. Κι αυτό ίσως είναι ο πυρήνας της πνευματικής και πολιτισμικής παγίδας, όπου όλοι έχουμε εγκιβωτιστεί.                             

Φυσικά, κανένας πια σήμερα δεν μπορεί να καμώνεται πως δεν γνωρίζει ότι το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα ευθύνεται εξ ολοκλήρου για την αλλόγιστη καταστροφή των φυσικών πόρων, επί των οποίων κερδοσκοπεί ασύστολα. Έχοντας πια ανεπιστρεπτί εισέλθει στην καταστροφική φάση αυτής της μακράς εξελικτικής διαδρομής, διακρίνεται ότι διά της Κλιματικής Αλλαγής η καταστροφή εκτείνεται ανερυθρίαστα ακόμη και στην προοπτική δυνητικής εξάλειψης του ανθρώπινου είδους, εν είδει «φυσικού πόρου», που ανάμεσα στους άλλους θα εξολοθρευτεί και αυτός λόγω της βάρβαρης διαχείρισής του ως στοιχείο «υπό εκμετάλλευση». Επιβεβαιώνοντας έτσι την (αν και αδιακήρυκτη ευθέως) άποψη του επιστημονικού σοσιαλισμού ότι ο καπιταλισμός αντιλαμβάνεται ουσιαστικά την εργατική τάξη (δηλαδή το ανθρώπινο στοιχείο στην παραγωγική διαδικασία) ως μέσο παραγωγής και όχι ως αίτιο κίνησης των οπωσδήποτε νοουμένων εννοιών της προόδου και της παραγωγής, που αμφότερες συνάγονται μόνο ως απόρροια έργων της νοήμονος ζωής και σε καμιά περίπτωση ως «φυσικά» δεδομένα.

Ωστόσο, αν ο καπιταλισμός δρα με τέτοιο τρόπο, πώς αντιστέκονται σ’ αυτά οι πολιτικές παρατάξεις που αυτοπροσδιορίζονται ως θέσει αντίπαλες του καπιταλιστικού μοντέλου και υπέρμαχοι του σοσιαλιστικού πειράματος; Πρόταγμα των «προοδευτικών» είναι να αλλάξουμε την οικονομία για να απελευθερωθεί ο άνθρωπος στο ηθικό και πολιτισμικό επίπεδο. Μπορεί, όμως, ύστερα απ’ όλα όσα ανέφερα προηγουμένως αυτό να είναι ένα βιώσιμο μοντέλο-πρόταση για να βγούμε από το διπλό αδιέξοδο (κλιματικό και ηθικο-πολιτισμικό);

Εδώ εχω την εντύπωση πως βρισκόμαστε μπροστά στο αδιέξοδο και της «άλλης οπτικής» των πραγμάτων. Και το σημείο αυτό λειτουργεί αποπνικτικά για την οποιαδήποτε αίσθηση περί μέλλοντος των σημερινών κοινωνιών. Διότι, με βάση τη μαρξιστική μέθοδο ανάλυσης των ταξικών αντιθέσεων μέσα στις κοινωνίες, το αισθητικό αδιέξοδο που αναδύεται διά γυμνού οφθαλμού ως η μεγάλη δοκιμασία της εποχής μας και ο προτεινόμενος από τους σοσιαλιστές τρόπος αντίδρασης με στόχο την ανάσχεση της διπλής καταστροφής που πλησιάζει όλο και πιο κοντά μας, είναι η κοινωνικοποίηση των  μέσων παραγωγής. Δηλαδή ένα άλλο σύστημα λειτουργίας της οικονομίας, με τα ηθικού τύπου διακυβεύματα που αναφύονται σ’ αυτήν την προβληματική να υποτιμώνται κατάφωρα. Η απαξιωτική συμπερίληψη αυτών των διακυβευμάτων στο προτεινόμενο εναλλακτικό σοσιαλιστικό μοντέλο υπό τον όρο «εποικοδόμημα», επισφραγίζει το αλυσιτελές αυτής της προσπάθειας.

Για να το πω διαφορετικά, ακόμη κι αν άλλαζαν οι παραγωγικές σχέσεις και εκλογικευόταν απολύτως η κατανομή του παραγόμενου πλούτου με όρους κοινωνικής ισοτιμίας, τίποτα δεν εγγυάται ότι η Κλιματική Αλλαγή και η Πολιτισμική Αλλαγή θα έπαυαν να δεσπόζουν ως το πιθανότερο σενάριο του μέλλοντός μας.            

Έτσι οι σοσιαλιστές εμφανίζονται ως τόσο επιφανειακά κομιστές άγονων λύσεων, όσο και οι ιστορικοί αντίπαλοί τους. Γι’ αυτό ίσως και η πολιτική εναλλαγή στην εξουσία ως προτεινόμενο μέσο αλλαγής πορείας του κόσμου και διαφυγής από τον καταστροφικό κλοιό που μας περιβάλλει, δεν ακούγεται καθόλου πειστικά στ’ αυτιά των σύγχρονων κοινωνιών. Και ίσως έτσι εξηγείται πόθεν και με τόση πειστικότητα η ισχύς του κλισέ «όλοι ίδιοι είναι», όποτε ο λόγος περί της πολιτικής διαδικασίας.       

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καταλύτης για τον τρόπο αντίδρασής μας σ’ αυτό το διπλό αδιέξοδο της Κλιματικής και της Πολιτισμικής Αλλαγής καθίσταται συν τω χρόνω η πανδημία. Η συμβολική πρόσληψή της ως επιταχυντής της ανθρώπινης καταστροφής (παρ’ ό,τι ολοφάνερα η πανδημία είναι προϊόν λειτουργίας των «τυχαιοτήτων» της φύσης), έρχεται να επισσωρευτεί στα υπόλοιπα στοιχεία της βιούμενης σήμερα δυστοπίας (κλιματικής και πολιτισμικής) ως αναπόσπαστο τμήμα της, ενώ δεν είναι. Έτσι εξηγούνται οι τερατολογίες κέντρων του δεσπόζοντος σήμερα δυτικού οικονομικού, περιβαλλοντικού, ηθικού και πολιτισμικού μοντέλου,  που χαρακτηρίζουν τον κορονοϊό ως «έργο ανθρώπων». (Είναι πασίγνωστη η απολύτως δαιμονολογική θέση του επίσημου κράτους των ΗΠΑ ότι ο κορονοϊός παρήχθη πιθανώς σε κάποιο μυστικό κινέζικο εργαστήριο και δεν προέρχεται από τις παγκοίνως αναγνωρισμένες ως πραγματικές και μοναδικές διαδικασίες της βιολογικής εξέλιξης των ειδών).

Η επιστράτευση τέτοιων συνομωσιολογικών θεωριών από σοβαρές κυβερνήσεις της δύσης και με ανομολόγητο σκοπό να «εξανθρωπιστούν» τα αίτια προέλευσης του κορονοϊού αποτελούν την καλύτερη απόδειξη της χρεοκοπίας του κρατούντος αισθητικού πλαισίου στην εποχή μας (στο πλευρό φυσικά του καταναλωτικού αυτοσκοπού) ότι ο άνθρωπος οιονεί αναγορεύεται σε πλάστη και των ίδιων των φυσικών φαινομένων, υποκαθιστώντας στο φαντασιακό και μόνο βεβαίως επίπεδο την επικυριαρχία του, επί του συνόλου των συμβαινόντων επί του πλανήτη Γη και ως ο απόλυτος δυνάστης της.

Όλα όσα προσπάθησα να περιγράψω σήμερα εδώ, θεωρώ πως με τον εντοπισμό  τους και μόνο, συγκροτούν και μία διαφορετική οπτική σε ό,τι αφορά την προσέγγιση στο «τί να κάνουμε». Μπορεί ο Βλάντιμιρ Ίλιτς Ουλιάνοφ να έχει ιστορικά καπαρώσει τον συγκεκριμένο τίτλο, αλλά είτε επειδή το έκανε νωρίς, είτε επειδή ό,τι ακολούθησε έχει επιβεβαιώσει ότι έσφαλε δραματικά, ο ίδιος προβληματισμός παραμένει δραματικά ενεργός και στις μέρες μας.

Καλή Χρονιά σ’ όλους, για ένα ειρηνικό και γεμάτο υγεία 2022!     

Παγκόσμια ενεργειακή κρίση: Αιτίες & προοπτικές για Ευρώπη & Ελλάδα

0

Aνάλυση του Γιάννη Κουρή, Επιστημονικού Συνεργάτη ΕΝΑ & Συντονιστή του Κέντρου Πολιτικής Θεωρίας ΕΝΑ, Ειδικού Συμβούλου Ναυτιλιακών CleanTrade, για το Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΕΝΑ →

Ο πλανήτης βρίσκεται εν μέσω μιας ταχείας παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης. Η υφιστάμενη κρίση θα μπορούσε να καταλήξει ως η χειρότερη ενεργειακή κρίση, από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ασία και την Ευρώπη έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί, ως απόρροια των ελλείψεων στον εφοδιασμό φυσικού αερίου, φτάνοντας σε υψηλό τριετίας. Αυτές οι ελλείψεις έχουν ανεβάσει επίσης την τιμή του κάρβουνου στα ύψη. Αυτές οι δυσκολίες στην παροχή ρεύματος προκάλεσαν ήδη, ξαφνικά μπλακάουτ σε τρεις επαρχίες της Βορειοανατολικής Κίνας τον περασμένο μήνα.

Οι σταδιακές επιπτώσεις της κρίσης ήδη φαίνονται, με αρκετούς παρόχους στο Ηνωμένο Βασίλειο να κηρύσσουν πτώχευση. Συνεπώς, με τον χειμώνα στο Βόρειο Ημισφαίριο, εντείνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις της κρίσης.

Οι αιτίες της ενεργειακής κρίσης

Ένας σπάνιος συνδυασμός γεγονότων δημιούργησε την «τέλεια καταιγίδα» για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Δύο ήταν οι κύριοι παράγοντες που ενίσχυσαν την τρέχουσα ζήτηση στην ενέργεια. Πρώτον, η απελευθέρωση της συσσωρευμένης ζήτησης που συνόδευσε την πρόσφατη «επαναλειτουργία» της παγκόσμιας οικονομίας. H πανδημία Covid-19 έθεσε σε παύση την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα. Η οικονομική επιβράδυνση οδήγησε σε κατάρρευση της ζήτησης ενέργειας το 2020, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν ιστορικό χαμηλό. Αυτή η τεχνητή μείωση της ζήτησης διορθώθηκε μόλις η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, με τις κεντρικές τράπεζες να εισαγάγουν πακέτα δημοσιονομικής τόνωσης σε όλο τον κόσμο.

Για παράδειγμα, η ασιατική ζήτηση για υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αυξήθηκε σημαντικά το 2021 χάρη στην ισχυρή κινεζική ζήτηση, τροφοδοτώντας τον ανταγωνισμό με την Ευρώπη και οδηγώντας σε αυξήσεις των τιμών του φυσικού αερίου. Δεύτερον, ο προηγούμενος χειμώνας ήταν ασυνήθιστα κρύος. Το Βόρειο Ημισφαίριο βίωσε έναν «δεύτερο χειμώνα», εξαιτίας των θυελλωδών ανέμων στην Αρκτική και στο φαινόμενο Λα Νίνια, που διήρκεσε μέχρι το τέλος της περασμένης άνοιξης. Αυτός ο ασυνήθιστα κρύος καιρός αύξησε τη ζήτηση ενέργειας, οδηγώντας σε πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα αποθηκευμένου φυσικού αερίου για αυτήν την εποχή του έτους.

Η πλευρά της προσφοράς επηρεάστηκε από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον η κατάρρευση της ζήτησης ενέργειας -που προκλήθηκε από την πανδημία- οδήγησε πολλές εταιρείες ενέργειας να μειώσουν την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια του 2020. Η μείωση της παραγωγής προκάλεσε προβλήματα αποθήκευσης, συντήρησης και εφοδιαστικές ελλείψεις. Για παράδειγμα, η Νορβηγία παρείχε περιορισμένη παροχή φυσικού αερίου στην Ευρώπη εξαιτίας προβλημάτων συντήρησης. Δεύτερον, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως η αιολική και η υδροηλεκτρική, υπολειτουργούσαν. Στην Ευρώπη σημειώθηκε σημαντική μείωση στην παραγωγή αιολικής ενέργειας εξαιτίας αυτού που ονομάστηκε «καλοκαίρι χωρίς ανέμους». Τέλος, οι βασικοί προμηθευτές ενέργειας, κυρίως η Ρωσία, δεν κάλυψαν τις ελλείψεις παροχής φυσικού αερίου στην αγορά. Αυτή η κίνηση μπορεί να αποδοθεί στην αυξημένη εγχώρια ζήτηση και στο γεγονός ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί ως μοχλό στη στάση της για να επιταχύνει την έγκριση του αγωγού Nord Stream 2. Επιπλέον, το σχιστολιθικό πετρέλαιο των ΗΠΑ δεν ανέκαμψε τόσο γρήγορα όσο εκτίμησαν ορισμένοι αναλυτές.

Ευρώπη και Ελλάδα: Παρελθόν, παρόν και μέλλον της ενεργειακής κρίσης

Αυτή η κρίση πρόκειται να επηρεάσει σοβαρά τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και την Ελλάδα, καθώς οι τιμές της ενέργειας εκτινάσσονται στα ύψη κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ένα ερώτημα αποτελεί το εάν ΕΕ και Ελλάδα ήταν επαρκώς προετοιμασμένες για αυτήν την ενεργειακή κρίση. Και οι δύο εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αυτή η εξάρτηση οδήγησε αρκετούς αναλυτές να ισχυριστούν ότι η ΕΕ είναι εκτεθειμένη στρατηγικά. Παρά το ότι η Ευρώπη έλαβε διδάγματα από τα περιοδικά μπλακάουτ φυσικού αερίου το 2009, εφαρμόζοντας ρυθμίσεις που καθιστούν απίθανα παρόμοια μπλακάουτ, εξακολουθεί να είναι σημαντικά εκτεθειμένη στην αστάθεια των τιμών του φυσικού αερίου. Η έλλειψη μιας ολοκληρωμένης πολιτικής ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ που θα περιλάμβανε αποθέματα φυσικού αερίου και ένα σχέδιο για σταδιακή απομάκρυνση από το ρωσικό αέριο εξέθεσε την Ένωση. Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος με σχετικά χαμηλό μερίδιο εγχώριων ΑΠΕ (18% το 2019), είναι επίσης έντονα ευάλωτη σε αυτή την ενεργειακή κρίση.

Η ΕΕ είναι διχασμένη σχετικά με τη βραχυπρόθεσμη απάντηση στην κρίση. Μία ομάδα χωρών υποστηρίζει ότι αυτή η κρίση είναι παροδική και μπορεί να περιοριστεί μέσω της εργαλειοθήκης των μέτρων που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει άμεση εισοδηματική στήριξη, κρατική στήριξη και μειώσεις φόρων. Η Ελλάδα συμμετέχει σε ένα άλλο μπλοκ χωρών που προτείνει πιο φιλόδοξα μέτρα, όπως ένα στρατηγικό απόθεμα αερίου και μία «αποσύνδεση» των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ σήμερα υπολογίζονται με οριακή τιμολόγηση, επομένως συσχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την τιμή του φυσικού αερίου. Η Ισπανία πρότεινε να υπολογιστεί μία μέση τιμή όλων των ενεργειακών πηγών που χρησιμοποιούνται στο ενεργειακό μείγμα μίας χώρας ώστε να μειωθούν οι τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και να χρησιμοποιηθούν τα κεφάλαια αυτά για την ενεργειακή μετάβαση.

Μακροπρόθεσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί για τη μετάβαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Ωστόσο, το φυσικό αέριο είναι πιθανό να παραμείνει στο ενεργειακό μείγμα ως μεταβατικό καύσιμο. Η κρίση αύξησε την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, θέτοντας σε κίνδυνο τους ενεργειακούς στόχους του 2030 και του 2050. Ακροδεξιές κυβερνήσεις ήδη είναι ενάντιες σε μια γρήγορη ενεργειακή μετάβαση λόγω του αυξημένου κόστους. Δεν πρόκειται να υπάρξουν εύκολες λύσεις σε αυτή την κρίση. ΕΕ και Ελλάδα θα πρέπει να επιδείξουν πολιτική βούληση και να διαμορφώσουν μία ενεργειακή ατζέντα που θα ενισχύσει την αγορά ενέργειας και ταυτόχρονα θα διασφαλίσει τη μετάβαση στις ΑΠΕ.

Το μέλλον της αγοράς ενέργειας

Οι αναλυτές είναι διχασμένοι για το εάν αυτή πρόκειται να είναι μία επαναλαμβανόμενη κρίση. Μία θέση εκτιμά ότι η ζήτηση φυσικού αερίου θα ξεπεράσει την προσφορά και στο μέλλον, αναπαράγοντας τις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η ζήτηση φυσικού αερίου θα συνεχίσει να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς καθώς μεταβαίνουμε στην ανανεώσιμη ενέργεια. Το φυσικό αέριο είναι λιγότερο ρυπογόνο από τα άλλα ορυκτά καύσιμα και είναι πιθανό να χρησιμοποιηθεί ως μεταβατικό καύσιμο. Η παροχή φυσικού αερίου δεν θα αυξηθεί εξίσου γρήγορα καθώς οι μακροπρόθεσμες επενδυτικές προοπτικές για αέριο είναι αβέβαιες. Αυτή η ανισορροπία της αγοράς θα δημιουργήσει μία ενισχυμένη αγορά φυσικού αερίου που με τη σειρά της θα προκαλέσει εκ νέου την τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Η άλλη θέση υποστηρίζει ότι η κρίση βασίζεται σε ιδιαίτερες συνθήκες και δεν θα επαναληφθεί. Αυτή η οπτική εκτιμά ότι η παροχή φυσικού αερίου θα αυξηθεί με το άνοιγμα περισσότερων τερματικών σταθμών LNG, η υπολειτουργία της ανανεώσιμης ενέργειας δεν θα συνεχιστεί και οι καιρικές συνθήκες θα είναι πιο ευνοϊκές τα επόμενα χρόνια.

* Η ανάλυση δημοσιεύθηκε πρωτότυπα στα αγγλικά στο περιοδικό Greek Business File (τεύχος #134, Νοεμβριος – Δεκέμβριος 2021)

Mετα-Μητσοτάκης: Η απειλή επένδυσης στη μη-ελπίδα

0

Τα γεγονότα τρέχουν πεισματικά προσδεδεμένα στο άρμα της πραγματικότητας, και συμπαρασύρουν σε μια καθοδική δίνη και τη φετινή γιορταστική περίοδο. Λίγες μέρες πριν την εκπνοή μιας χρονιάς που μας επιφύλαξε την εμπειρία επανα-πιστοποίησης ότι «δεν είδαμε ακόμη τα χειρότερα», το ερώτημα του πώς θα αντιστραφεί τούτη η πορεία θριαμβευτικής παρακμής επανέρχεται δραματικά στους όρους εσωτερικού διαλόγου του καθένα μας με τον εαυτό του, ως το μόνο ζήτημα που τελικά ενώνει τους έλληνες.

Από τα πράγματα που συγκροτούν την ταυτοτική συλλογική πρόσληψη του τόπου μας, κρισιμότερο όλων αναμφίβολα απομένει να είναι η αναζήτηση της απάντησης στην ανάγκη άμεσης αντιστροφής του κλίματος σήψης και καθοδικής συνέχειας, ως μόνης εικόνας θεάσης του μέλλοντός μας. Τούτο το μετα-μητσοτακικό σκηνικό επικαθορίζεται απολύτως από τη δυστοπία μιας πορείας σωρευτικά μειούμενης αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και της συνεπάγωγης αυτού δίδυμης καταστροφής, στην οικονομία με την αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης και την στασιμο-υπανάπτυξη και στην κοινωνία με τη μεθοδευμένη απαξίωση των κοινωνικών υποδομών και την αποδυνάμωση κάθε ικμάδας συμβιωτικής αλληλεγγύης. Κορυφαίο σημείο αυτού του κατηφορικού σπιράλ ο εγκλωβισμός μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων στην ασφυξία ενός πνιγηρού αδιεξόδου.     

Καίρια επιβεβαιωτικά σημεία αυτών των διαπιστώσεων είναι η μαζικοποίηση του φαινομένου της έμφυλης βίας με την παγίωση της «καθημερινότητας των γυναικοκτονιών», καθώς και η πολιτική (επι)στροφή στις θεωρίες των νεο-ναζισμών, ως θλιβερών βαλβίδων εκτόνωσης μιας κοινωνίας που συμπιέζει τις εγγενείς βιαιότητές της σε επαναλαμβανόμενες βαρβαρότητες. Κι αν δεν υπάρχουν πια οι πρόσφυγες εν αφθονία, όπως πριν μερικά χρόνια, σήμερα διατίθενται για τον ίδιο εκτονωτικό σκοπό οι φτωχοί, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ, οι Ρομά, οι γυναίκες κ.ο.κ..

Ανεξάρτητα από τις υγειονομικές στρατηγικές και τις άκαμπτες προτεραιότητες λειτουργικής υποβοήθησης των οικονομιών, άσχετα από τα μέτρα υγειονομικής θωράκισης κατά της πανδημίας και τα φιλόδοξα μέχρις ανοησίας σχέδια ανασυγκροτήσεων, το 2022 έρχεται με αισθητά διευρυμένο το έλλειμμα εμπιστοσύνης και συνάγωγα οιονεί απο-νομιμοποίησης της παρούσας κυβέρνησης, αλλά και ευρύτερα του συνόλου των θεσμών. Κάτι, που δεν μπορεί να παραταθεί άλλο, διότι επαπειλείται δομικός κλονισμός των βασικών χαρακτηριστικών του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Αν αυτό δεν νομιμοποιεί το αίτημα για εκλογές, τότε τί θα έκανε; Και είναι απογυμνωτικό της αληθείας σύμπτωμα του πόσο έχει κακοφορμίσει αυτή η αρρωστημένη διαχείριση της ζωής μας ότι ως επιχείρημα απόρριψης του αιτήματος προσφυγής στη μόνη διέξοδο που ενδείκνυται στις δημοκρατίες επιστρατεύεται δήθεν η αναγκαιότητα της αντι-πανδημικής προτεραιότητας. Λες και οι χιλάδες θάνατοι εξ εγκληματικής ευθύνης προσωπικά του συγκεκριμένου πρωθυπουργού δεν είναι γενεσιουργό κίνητρο της προτεραιότητας να εκδοθεί τάχιστα ετυμηγορία -της κάλπης, μάλιστα- για τούτο το μακάβριο έργο.              

Κυρίως, όμως, τούτη η καθολική βύθιση προσλαμβάνει διαστάσεις πραγματικής τραγωδίας στο πεδίο της πολιτισμικής καθημερινότητας. Αυτή ακριβώς η ακμή ολοκληρωτικών ιδεών ως αναπόσπαστου πλέον και απτού ενδεχόμενου σε κάθε 24ωρο μας, όπως αποτυπώνεται  στην λεκτική και τις συμπεριφορές των ανθρώπινων σχέσεων, εκλαμβανόμενων από τους εκφραστές τους ως προτιμητέα στάση ζωής μέσα στην καταστροφή, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.     

Η Ελλάδα ως διπλά και αλεπαλλήλως πληγείσα χώρα του δυτικού μοντέλου, πέρα από τις κυβερνητικές ανοησίες περί ανανήπτουσας οικονομίας και τον ενδημικό κοινωνικό παχυδερμισμό του «δεν έγινε και τίποτα» όταν μετράμε 20.000 νεκρούς από την παταγώδη αποτυχία διαχείρισης της πανδημίας, εισέρχεται στα άπατα νερά μιας γενικευμένης πολιτισμικής κτηνωδίας, που εικονογραφείται ανάγλυφα στην ανάγνωση του ημερήσιου δελτίου θανάτων.

Συνοδό στοιχείο τούτης της γενικευμένης επανάπαυσης στην συντριπτικά παρακμιακή αναμονή επέλευσης της επόμενης χειρότερης στιγμής μας, ότι ολ’ αυτά συμπίπτουν (αν και στην ιστορία συμπτώσεις δεν είναι νοητές, ει μη μόνο ως η άλλη όψη της νομοτέλειας) με τα 200 χρόνια από την απελευθέρωση της Ελλάδας.        

Σε τέτοιες συνθήκες ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσδίδει νέο περιεχόμενο στην έννοια της επαπειλούμενης ολικής κατάρρευσης, ως προσδοκίας του αναπόφευκτου. Απειλητικότερο όλων ότι ο ίδιος ως πρωθυπουργός της χώρας προτρέπει τελικά λόγω και έργω στην επένδυση στη μη-ελπίδα!   

Έτσι το εξεγερτικό φαινόμενο, ως επιβεβαιωμένο ιστορικό προηγούμενο διεξόδου πληθυσμών σε αδιέξοδο, όπως σήμερα ο ελληνικός, πιστοποιείται ξανά ως η μόνη υγιής λύση.    

Ποτέ άλλοτε, από τότε που ακούστηκε για πρώτη φορά, το δίπολο «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» δεν ήταν πιο επίκαιρο!  

Κι όμως γνώριζε

0

Η δημοσίευση της μελέτης Τσιόδρα – Λύτρα εκθέτει και διαψεύδει τον πρωθυπουργό για όσα είπε στη Βουλή περί θνησιμότητας εκτός ΜΕΘ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ψάχνει τρόπο να πετάξει από πάνω του κάθε υποψία που τον θέλει να την είχε υπόψη. Και τούτο διότι αυτομάτως επιβεβαιώνεται ότι είναι ένας ψεύτης. Κι όχι ένας οποιοδήποτε ψεύτης αλλά αυτός που εν γνώσει του είπε ψέματα ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας.
Το βασικό επιχείρημα για την άγνοια αλλά και για την αγνεία του Μητσοτάκη είναι ότι ο Τσιόδρας είναι μέλος της επιτροπής λοιμωξιολόγων. Άρα, ως εκ τούτου, συνομιλεί με τους συναδέλφους του επιστήμονες κι όχι με την κυβέρνηση. Επικαλούνται δηλαδή ότι ο Τσιόδρας δεν συνομιλούσε σε τόσο υψηλό επίπεδο για επιστημονικά θέματα διότι αυτές οι συζητήσεις γίνονταν στο πλαίσιο της επιτροπής.
Το επιχείρημα αυτό είναι κάλπικο και παραπλανητικό. Και μάλιστα καταρρίπτεται χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ποντάρουν στο ότι μπορεί να έχουμε χαθεί στις 15.000 σελίδες έκτακτης νομοθεσίας που έχει εκδοθεί λόγω της πανδημίας.
Τα πράγματα έχουν ως εξής.
Τον Ιούνιο του 2020, δηλαδή μετά την πρώτη νίκη του Μητσοτάκη κατά της πανδημίας, συστήθηκε “Κυβερνητική Επιτροπή Συντονισμού και Παρακολούθησης της Κυβερνητικής Πολιτικής για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19”
Στην επιτροπή αυτή συμμετείχαν μεταξύ άλλων:
1) Ο Άκης Σκέρτσος, Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό, αρμόδιος για θέματα συντονισμού του κυβερνητικού έργου, ως Συντονιστή,
2)  Ο Νίκος Χαρδαλιάς, Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη,
3) Ο Βασίλης Κοντοζαμάνης, Υφυπουργός Υγείας
4) Ο Αρκουμανέας, πρόεδρος ΕΟΔΥ.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η σύνθεση της επιτροπής είναι σαν ένα μίνι υπουργικό συμβούλιο. 
Να υποθέσουμε ότι όταν ο κος Λύτρας ανέφερε ότι ενημέρωσαν σε υψηλό επίπεδο, δεν εννοούσε αυτή την Κυβερνητική Επιτροπή στην οποία μετείχε ο έτερος συγγραφέας της μελέτης, ο κος Τσιόδρας?
Να υποθέσουμε ότι μπορεί να γνώριζε η Κυβερνητική Επιτροπή αλλά δεν γνώριζε ο Πρωθυπουργός?
Και τώρα έρχεται η πραγματική αποκάλυψη!
Σύμφωνα με την πράξη του υπουργικού συμβουλίου με την οποία συνεστήθη η Κυβερνητική Επιτροπή, αυτή είναι αρμόδια για τη διαμόρφωση συγκεκριμένων και αποτελεσματικών προτάσεων για τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση και τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και των συνεπειών της στη χώρα, με έμφαση στη δημόσια υγεία και την πολιτική προστασία, καθώς και στην κοινωνική ζωή και την οικονομική δραστηριότητα. Οι προτάσεις της Επιτροπής ΥΠΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ, ο οποίος, κατά την κρίση του, μπορεί να παραπέμπει στο Υπουργικό Συμβούλιο, με σκοπό τη λήψη των αναγκαίων πολιτικών αποφάσεων. 
Επομένως, όχι απλώς ο κος Τσιόδρας ήταν σε επιτροπή που αποτελούνταν από κυβερνητικούς αλλά στα καθήκοντα της επιτροπής αυτής ήταν να ενημερώνουν και τον πρωθυπουργό.
Τώρα, να υποθέσουμε ότι ο κος Σκέρτσος για παράδειγμα, που ξέρει από μελέτες για την αστυνομία, δεν ενημέρωσε τον πρωθυπουργό? 
Κάπου εδώ τελειώνουν τα σύννεφα για να πέσουμε. Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην γνώριζε. Η ύπαρξη της κυβερνητικής επιτροπής καθιστά απολύτως σίγουρο ότι ο πρωθυπουργός τελούσε σε πλήρη γνώση όταν έλεγε όσα είπε στη Βουλή.

Η ιδιωτικοποίηση της Υγείας στην Πανδημική κρίση

0

Από την αρχή της Πανδημίας το Εθνικό Σύστημα Yγείας βρίσκεται διαρκώς στα όρια του χωρίς ενίσχυση από την κυβέρνηση. Αντιθέτως, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η Πανδημική κρίση αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για την ιδιωτικοποίηση του. Τι ακριβώς συμβαίνει; Για όλα τα παραπάνω συζητάμε ζωντανά με τους:

Πάνος Παπαδόπουλος Νομικός, συνεργάτης της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, πρώην Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού Υγείας

Πάνος Παπανικολάου Διδάκτορας Ιατρικής σχολής ΕΚΠΑ, Νευροχειρουργός, Διευθυντής ΕΣΥ, Γενικός Γραμματέας ΟΕΝΓΕ

Κώστας Σπίγγος Ιατρός, Συντονιστής του Τομέα Υγείας του ΜέΡΑ25

Ακρίτας Καϊδατζής Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Συντονίζει ο δημοσιογράφος Μιχάλης Παναγιωτάκης (Το Νήμα, The Manifold)

Γιατί ήταν επιβεβλημένη η διαγραφή

0

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά!

Η λέξη «δολοφονία», όταν εκστομίζεται στη Βουλή υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη αυτό χθες, είναι πολιτικός όρος και όχι δικονομικός.

Μάλιστα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η συμπολίτευση χθες με την αντίδρασή της στην αναφορά της λέξης «δολοφονία» έδειξε πόσο πολύ φοβόταν (κι ακόμη φοβάται) την άμεση εμπλοκή του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά σε υπόθεση σχετιζόμενη με την απώλεια της ζωής 1.500 συμπολιτών μας. Ζωές που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν η κυβέρνηση έκανε τη δουλειά της και παρενέβαινε ουσιαστικά προς στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας, αντί υπό την εγκληματικά αμελή πολιτική διαχείριση της πανδημίας και την εξατομικευμένα αφελή πρωθυπουργική εντύπωση ότι έχουμε τελειώσει τουλάχιστον 2-3 φορές ως τώρα με την πανδημία και τα ανόητα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια να σχεδιάζει την ενίσχυση του ιδιωτικού υγειονομικού χώρου.

Ναι, εδώ και μερικές μέρες η κυβέρνηση έτρεμε (και τρέμει) όχι μόνο τις πολιτικές αλλά και τις τυχόν υπό δικαστική κρίση συνέπειες για τον πρωθυπουργό, που αναδύονται από την αποκάλυψη της έρευνας Τσιόδρα-Λύτρα, σύμφωνα με την οποία χιλιάδες έλληνες σήμερα θα ζούσαν αν δεν ήταν στην κυβέρνηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ΝΔ.

Άλλωστε, άμεση αιτιώδης συνάφεια της προσωποποιημένης πρωθυπουργικής  ευθύνης με την υπόθεση προδήλως προκύπτει, αφού προ ημερών μόλις ο ιδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης -όπως καταγράφουν τα αμείλικτα πρακτικά της Βουλής- εδήλωνε ότι δεν υπάρχει καμιά μελέτη για τη συσχέτιση του αυξημένου αριθμού θανάτων από κορονοϊό με την άστοχη διαχείριση του δημόσιου συστήματος υγειονομικής περίθαλψης από μέρους του.

Η τελευταία αγωνιώδης και μετά από δύο ολόκληρα 24ωρα αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου ότι ο πρωθυπουργός «δεν εγνώριζε» την έρευνα Τσιόδρα-Λύτρα (και κανένας από το μέγαρο Μαξίμου δεν την εγνώριζε -προσέξτε αυτή την κρίσιμη προσθήκη στη δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου) εκ των πραγμάτων ισοδυναμεί με παραδοχή ότι το ζήτημα όχι μόνο έχει τεθεί και θα διερευνηθεί (πολιτικά και εισαγγελικά), αλλ’ ότι ήδη βρισκόμαστε στη φάση πλέον των καταλογισμών, για να επείγεται τόσο ο πρωθυπουργός να δραπετεύει προκαταβολικά από τις τυχόν ευθύνες του. Το ότι έχει ευθύνη ο πρωθυπουργός, δηλαδή, είναι όχι μόνο ομολογημένο από τον ίδιον (διά του κυβερνητικού εκπροσώπου) αλλά και αυταπόδεικτο.

Έχει ευθύνη ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την απώλεια 1.500 ζωών συμπολιτών μας ένεκα της άμεσης προσωπικής του ανάμιξης σε αποφάσεις που προκάλεσαν τις εκατόμβες, ή πρόκειται για αμέλεια; Δεν είναι της παρούσης αυτό να τεθεί. Άλλωστε, οι εξελίξεις καθιστούν αναπόφευκτη την εισαγγελική διερεύνηση (που θα έπρεπε ήδη να έχει ενεργοποιηθεί) και φυσικά επειδή το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη αυτονόητα εμπλέκεται στην υπόθεση είναι ζήτημα χρόνου να αποσταλεί (αμελλητί) στη Βουλή η δικογραφία για τα περαιτέρω.  (Μάλιστα, κι αυτό είναι προσωπική σκέψη, ενδεχομένως ο ίδιος πρωθυπουργός θα βολευόταν αν η σημερινή Βουλή -όπου έχει την πλειοψηφία- αναλάμβανε να ασχοληθεί με την υπόθεση, αντί να την αφήσει στα χέρια της επόμενης, που φυσικά είναι άγνωστης σύνθεσης ως προς τους μελλοντικούς συσχετισμούς κομματικών δυνάμεων μέσα στην εθνική αντιπροσωπεία).

Πολιτικός, λοιπόν, ο όρος «δολοφονία»,

…αλλά αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος!

Η άλλη όψη είναι ότι όταν έχει αναφυεί στον δημόσιο βίο τόσο σοβαρό θέμα και σε απόλυτη συσχέτιση μάλιστα με άμεση ανάμιξη προσωπικά του πρωθυπουργού σ’ αυτό και με δηλωμένο και παραδεδεγμένο ανοιχτά και χωρίς καμιά αμφισβήτηση από πουθενά ότι το ζήτημα αφορά σε χιλιάδες ζωές συμπολιτών μας, τότε όλες οι υπόλοιπες σκοπιμότητες (οφείλουν να) κάμπτονται. Σκοπός απαρασάλευτος είναι να ξεκαθαρίσει απολύτως η υπόθεση!

Και τούτο διότι, απλούστατα, κοινωνία που θα ανεχόταν πρωθυπουργό φερόμενο ως άμεσα αναμεμιγμένο σε υπόθεση που κόστισε τουλάχιστον 1.500 ανθρώπινες ζωές δεν (μπορεί να) είναι νοητή ως σύγχρονη δημοκρατία. Ναι, να ανεχόταν η ελληνική κοινωνία ανακριβές πόθεν έσχες του πρωθυπουργού! Ναι, να έκανε τα στραβά μάτια σε αλλεπάλληλες παραβιάσεις του λοκντάουν  από τον πρωθυπουργό, υπόθεση που στη Βρετανία κλονίζει τον Μπόρις Τζόνσον. Ναι, να έκανε πως δεν είδε τον ανείπωτο νεποτισμό που αναβλύζει από τον νεο-μητσοτακισμό. Ναι, να παρέβλεπε την πρωθυπουργική συμβολή του Κυριάκου Μητσοτάκη εξ ανεπαρκείας του στην εικόνα τουρκικών πολεμικών πλοίων να βολτάρουν στην ελληνική ΑΟΖ. Πώς, όμως,  να αντιπαρέλθει η ελληνική κοινωνία την εικόνα των 1.500 μνημάτων;  

Άλλωστε, η δικαιοσύνη έχει πια παρέμβει και ο πρωθυπουργός δεν έχει πια να κάνει με την εξαγορασμένη από τον ίδιο μιντιοκρατία της ελαττωματικής δημοκρατίας  που ο ίδιος εγκαθίδρυσε. Έχει να κάνει με το σύνθετο πλέγμα πολιτικών, δικαιικών και κοινωνικών δυναμικών και φορέων εκπροσώπησής τους, που η δημοκρατία εξασφαλίζει ως εγγύηση ότι το πολίτευμα δεν έχει μεταπέσει ορστικά (αλλα μόνο μερικώς και πρόσκαιρα) σε καθεστώς ιδιότυπης απολυταρχίας.

Εδώ, λοιπόν, ακριβώς, είναι που προκύπτει η «πολιτική αρπαχτή» που ανενδοίαστα επιχείρησε ο ήδη διαγραφείς βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Πάνω σε μια υπόθεση τεράστιου πολιτικού βάρους, έσπευσε να κερδοσκοπήσει επί προσωπικού οφέλους, υποβιβάζοντας το ζήτημα σε θέμα εξατομικευμένης εφόδου στον πολιτικό ντορβά.

Κι αυτό ισχύει ανεξάρτητα  από τη γενική αξιολόγηση του πολιτικού προσώπου  (που σε ό,τι με αφορά προσωπικά ποτέ δεν ήταν και η καλύτερη).

Ωσαύτως, τί διαφορετικό προσπαθούσαν πολιτικά να κάνουν τις τελευταίες μέρες τα δουλικά έμμισθης υπηρέτησης της πρωθυπουργικής εικόνας, αν όχι να αλλάξουν την ατζέντα; Με τα ολοφάνερα προετοιμασμένα από επικοινωνιακά επιτελεία τεχνάσματα των νεολογισμών τύπου revenge porn και την κακογουστιά της τηλεπερσόνας; Ακόμη και σκευωρία κατά της συζύγου Στουρνάρα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ μηχανεύτηκαν και προσπάθησαν να θέσουν ως αντιπερισπασμό στο συγκλονιστικό ζήτημα της απώλειας 1.500 ανθρώπινων ζωών υπό την πολιτική εμπλοκή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι πρώτοι που έσπευσαν να αδράξουν το επικοινωνιακό «δόλωμα» του νεο-μητσοτακισμού για να ξεπλυθεί το έγκλημα κατ’ εξακολούθηση του πρωθυπουργού είναι πρόσωπα εκ ΚΙΝΑΛ ορμώμενα. Πρόσωπα, που με την νοοτροπία πολιτικού παχυδέρμου τίποτα τα ανεπαρκές δεν βρήκαν στη στάση του κομματός τους σχετικά με την υπόθεση των 1.500 θανατων που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, με τον νεοκλεγέντα αρχηγό τους να σιωπά εκκωφαντικά για τους θανάτους αυτούς κι όλη-όλη η αντίδραση τους για το έκλημα να εξαντλείται σε μια δηλωσούλα του επικεφαλής του τομέα υγείας του ΚΙΝΑΛ και με μεγάλη καθυστέρηση.

Με όλη την υπόλοιπη αντιπολίτευση να κάνει, δηλαδή, πρακτικά πολιτικές «πλάτες» στον Κυριάκο Μητσοτάκη (κι αυτό είναι ένα ακόμη σοβαρό δείγμα της αήθειας που διέπει τα κίνητρα όλης της ήσσονος αντιπολίτευσης) και με τα επικοινωνιακά κόλπα των νεο-μητσοτακικών μιντιακών και κοινωνικά δικτυωμένων κύκλων, τίποτα δεν κατόρθωσε να εκτρέψει την κοινή γνώμη από το ζήτημα προσωπικής εμπλοκής του πρωθυπουργού στην υπόθεση απώλειας χιλιάδων ανθρώπινων ζωών, που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί αν δεν κυβερνούσε εκείνος.

Ό,τι δεν κατόρθωσαν όλ’ αυτά, το πέτυχε η πολιτική αρπαχτή του διαγραφέντος βουλευτή.

Ο Τσίπρας, από την άλλη πλευρά, έπραξε αυτό που όφειλε να κάνει: Επιχείρησε να «τελειώσει» όσο το δυνατόν συντότερα τις συνέπειες αυτής της εκτροπής του δημόσιου ενδιαφέροντος από το μείζον θέμα της έρευνας Τσιόδρα-Λύτρα.   

Είναι δικαιολογημένη η διαγραφή αυτή, με εντολή Τσίπρα;

Απολύτως!

Αν όχι για λόγους κολασμού της βαρβαρότητας να επιχειρείται από βουλευτή του η αήθεια «πολιτικής αρπαχτής» ενώ υπό καταλογισμό τελεί υπόθεση 1.500 ανθρώπινων ζωών, είναι απολύτως δικαιολογημένη αυτή η διαγραφή για λόγους πολιτικής βλακείας!