Αξιοκρατία, καταλληλότητα και κοινωνικές προσδοκίες

Αξιοκρατία, καταλληλότητα και κοινωνικές προσδοκίες

του Απόστολου Παπατόλια,
Συμβούλου του Α.Σ.Ε.Π., δρ. Δημοσίου Δικαίου

Tο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την αλλαγή του «Νόμου Πεπονή» προβάλλεται ως ιστορική μεταρρύθμιση που αποκαθιστά την «αξιοκρατία» στις προσλήψεις του Δημοσίου. Σύμφωνα δε με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, «αξιοκρατία» σημαίνει «να τοποθετηθεί ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση». Παρότι η επιδίωξη της αξιοκρατίας αφήνει το δρόμο ανοικτό σε εναλλακτικές επιλογές στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για τις προσλήψεις, δεν είναι διόλου σαφές το ποια αντίληψη περί αξιοκρατίας υπηρετεί η προτεινόμενη μεταρρύθμιση. Αυτό το ιδεολογικό ή αξιακό έλλειμμα υπεραναπληρώνεται από μια πληθωριστική ρητορική περί αναμόρφωσης του «Νόμου Πεπονή», αυτού του εμβληματικού νομοθετήματος της ύστερης μεταπολίτευσης που έχει καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως η πρώτη ουσιαστική απόπειρα να κατοχυρωθούν οι αρχές της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας στις προσλήψεις του Δημοσίου. Οι αδυναμίες αυτού του νομοθετήματος έχουν επισημανθεί από πολλές πλευρές, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται ευρέως ότι τα τυποποιημένα και ομοιόμορφα κριτήρια επιλογής έχουν οδηγήσει σε μια ισοπεδωτική μεταχείριση των υποψηφίων που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες απαιτήσεις αξιοκρατικής στελέχωσης. Εκείνο, ωστόσο, που δείχνουν να αγνοούν οι πανηγυρικές εξαγγελίες περί εδραίωσης της αξιοκρατίας λόγω γενίκευσης του πανελλήνιου διαγωνισμού, είναι ότι και ο διαγωνισμός και η αυτόματη μοριοδότηση που προβλέπονταν από το «Νόμο Πεπονή» επικρίνονταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ότι εφαρμόζονταν με μηχανιστικό και ισοπεδωτικό τρόπο που αποτύγχανε να διαγνώσει την καταλληλότητα και τις ουσιαστικές «ικανότητες» των υποψηφίων. Δυστυχώς, το υπό εξέταση νομοσχέδιο, παρά τις πλούσιες ρητορικές διαβεβαιώσεις, δεν ενσωματώνει καμία από τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης διάγνωσης της «καταλληλότητας», αφού δεν περιλαμβάνει ούτε άξιες λόγου καινοτομίες επιλογής  ούτε σοβαρές θεσμικές αλλαγές για μια, υπό οιαδήποτε εκδοχή, «αξιοκρατική αναρρύθμιση» των προσλήψεων.

Ειδικότερα:

1. Δεν διακρίνεται κάποια ουσιαστική καινοτομία όσον αφορά τον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό, δεδομένου ότι αυτή η διαδικασία θεσπιζόταν ήδη στην πρώτη μορφή του «Νόμου Πεπονή» ως ο βασικός τρόπος επιλογής του προσωπικού, με τη μόνη διαφορά είναι ότι πλέον προτείνεται για όλες τις ειδικότητες, αδιακρίτως εκπαιδευτικής κατηγορίας ή ειδικών προσόντων. Ούτε, βεβαίως, τα τεστ δεξιοτήτων συνιστούν «καινοτομίες», καθώς τέτοια «τεστ»  προβλέπονταν ήδη στο Ν.3051/2002, ώστε να διενεργούνται από το ΑΣΕΠ ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να εξακριβωθούν οι πρακτικές δεξιότητες των υποψηφίων (αριθμητικές, αναλυτικές, λεκτικές, αντιληπτικές, κριτικές). Παράλληλα, οι προβλέψεις για την οργάνωση της όλης διαδικασίας δεν φανερώνουν καμία ουσιώδη απομάκρυνση από το ισχύον «παραδοσιακό» εξεταστικό σύστημα (μέθοδοι ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών  ή ανάπτυξης κειμένου), ενώ πουθενά δεν εντοπίζονται οι «καλές πρακτικές» του εξωτερικού ή οι σύγχρονες τεχνικές αξιολόγησης των ουσιαστικών ικανοτήτων, που θα διόρθωναν τις διαπιστωμένες αδυναμίες του διαγωνισμού.

2. Από τη μέχρι σήμερα διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών ή άλλων «τεστ» προκύπτει ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτήθηκαν για να καλυφθούν με τον τρόπο αυτό οι θέσεις διοικητικών ειδικοτήτων ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με το αποκομισθέν «αξιοκρατικό» όφελος. Και τούτο εξαιτίας των τυποποιημένων και απαρχαιωμένων εξεταστικών διαδικασιών που μόνο τα ουσιαστικά προσόντα δεν επετύγχαναν να διαγνώσουν... Με άλλα λόγια, η προσφυγή αδιακρίτως στην μέθοδο του «παραδοσιακού διαγωνισμού» για την επιλογή του πάσης φύσης προσωπικού του Δημοσίου όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (πλην υποχρεωτικής εκπαίδευσης) γεννά σοβαρές επιφυλάξεις και για το αν επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της «καταλληλότητας» και για το αν εγγυάται τη δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων. Οι επιφυλάξεις αυτές εντείνονται, μάλιστα, από το γεγονός ότι η διεθνής «καλή πρακτική» στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε «πρακτικές δοκιμασίες» για την επιλογή του εν γένει βοηθητικού ή τεχνικού προσωπικού και απορρίπτει τις γενικού τύπου εξετάσεις.

3. Σημαντική αλλαγή σε σχέση με το «Νόμο Πεπονή» εισάγει η υποβάθμιση των ακαδημαϊκών κριτηρίων στο όλο σύστημα επιλογής, καθώς οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για την κατοχή διδακτορικών ή μεταπτυχιακών τίτλων είναι μάλλον ασήμαντες. Κατεύθυνση προφανώς εσφαλμένη από αξιοκρατική σκοπιά, καθώς η αναζήτηση της «καταλληλότητας» επιτάσσει μεν να υποχωρούν τα τυπικά προσόντα έναντι των ουσιαστικών ικανοτήτων, χωρίς όμως να δικαιολογεί την ουσιαστική περιθωριοποίηση των ακαδημαϊκών τίτλων. Κατά τη γενική αρχή που διατρέχει το νομοσχέδιο, οποιοδήποτε κριτήριο οδηγεί σε εξατομικευμένες ή πολυπαραμετρικές εκτιμήσεις, όπως η διαπίστωση της συνάφειας, πρέπει να εξοβελιστεί, καθώς οδηγεί μοιραία σε χρονοβόρες και αντικρουόμενες ερμηνείες και σε δικαστικές αμφισβητήσεις. Μόνο μια «στρεβλή» αντίληψη περί αξιοκρατίας θα εκτιμούσε ότι η γνωστική καταλληλότητα προκύπτει μονομερώς μέσα από μια φορμαλιστική στιγμιαία εξέταση σε ένα γραπτό διαγωνισμό αλλά όχι μέσα από συναφείς με τα διοικητικά καθήκοντα διδακτορικούς τίτλους. Το ίδιο ισχύει και για την κατάργηση της μοριοδότησης της γνώσης ξένης γλώσσας που ενισχύει τους αρνητικούς συμβολισμούς για τη γλωσσομάθεια των δημοσίων υπαλλήλων.

4. Η απάλειψη της επαγγελματικής εμπειρίας ως κριτηρίου προσαύξησης της βαθμολογίας καταλύει κάθε εύλογη ισορροπία μεταξύ γνωστικού υποβάθρου και επαγγελματικών δεξιοτήτων ενός υποψηφίου. Εκείνο που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική είναι ότι μια ολιγόλεπτη εξέταση «πολλαπλών επιλογών» σε ειδικότερες γνώσεις, σχετικές με το αντικείμενο μιας θέσης, μπορεί να υποκαταστήσει την αποτίμηση μιας μακράς εργασιακής πείρας και μάλιστα χωρίς ειδικότερες πρακτικές δοκιμασίες, οι οποίες, ακριβώς επειδή είναι χρονοβόρες, επιφυλάσσονται αποκλειστικά για ειδικότητες σχετικές με την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Η «ταχύτητα στην επιλογή» πάνω απ’ όλα… Πέρα, όμως, από λειτουργικά και επιχειρησιακά ατελέσφορη, η μη προσμέτρηση της εμπειρίας είναι και καταφανώς άδικη, ιδίως στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της κρίσης που ωθεί συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερης ηλικίας στην αναζήτηση θέσεων απασχόλησης στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας.

5. Η αποκλειστική μέριμνα για την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και τη «σύντμηση κατά το ήμισυ του χρόνου των προσλήψεων», τη στιγμή που δεν αξιοποιείται καμία αξιόπιστη σύγχρονη τεχνική για τη διάγνωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων ή της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», αποσυνδέεται πλήρως από το αξιοκρατικό ιδεώδες. Η πρόβλεψη μιας ισοπεδωτικής ή καταφανώς άδικης αντιμετώπισης για λόγους αυτοματοποίησης της αξιολόγησης, περιορισμού των δικαστικών αμφισβητήσεων και διασφάλισης της ταχύτητας στις προσλήψεις, περισσότερο παραπέμπει σε έκτακτο καθεστώς στελέχωσης παρά σε παγιωμένες συνθήκες αξιοκρατίας… Η επιδίωξη μιας ορθολογικά σταθμισμένης μοριοδότησης των εκπαιδευτικών κριτηρίων (τίτλων σπουδών, ξένων γλωσσών) και της επαγγελματικής εμπειρίας, που θα επέτρεπε τη δημιουργική σύνθεση των διαφορετικών παραμέτρων της «καταλληλότητας», δείχνει, έτσι, να υποχωρεί άτακτα έναντι της πανάκειας ενός ατελούς και  φορμαλιστικά δομημένου διαγωνισμού.

6. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι γραπτοί διαγωνισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, παρά τη σχετική απαγορευτική διάταξη, ανέδειξαν μία νέα μορφή «εκπαιδευτικής επιχειρηματικότητας», τα διαβόητα «φροντιστήρια γραπτών διαγωνισμών» του Δημοσίου. Η ενδεχόμενη καθιέρωση του διαγωνισμού ως μοναδικής μεθόδου επιλογής κινδυνεύει να οδηγήσει σε μία νέου τύπου ανισότητα ευκαιριών  σε βάρος των λιγότερο εύπορων  υποψηφίων, οι οποίοι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό  κόστος της νέας αυτής παραπαιδείας. Εάν κρίνεται πράγματι σκόπιμη η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, τότε είναι απολύτως επιβεβλημένη και η πρόβλεψη συγκεκριμένων «θετικών μέτρων» που θα εξουδετερώνουν τις κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των υποψηφίων, όπως οι θεσμοί των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών υποτροφιών, η λειτουργία «προπαρασκευαστικών κέντρων» για δημόσιους διαγωνισμούς, η πρόσθετη στήριξη για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, η ενίσχυση των θεσμών «μαθητείας» για απόκτηση της απαραίτητης επαγγελματικής εμπειρίας ή τα δημόσια κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών.

7. Η αύξηση της βαρύτητας των κριτηρίων επιλογής που παραπέμπουν στην αξιολόγηση της «συμπεριφοράς» των υποψηφίων, αν και κατ΄ ευφημισμό περιγράφονται ως «δοκιμασία εργασιακής αποτελεσματικότητας», προκαλεί ισχυρές επιφυλάξεις. Αντί να αντιστοιχούν στις προδιαγραφές της προς πλήρωση θέσης, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τυποποιούν και να αποπροσωποποιούν ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες επιλογής, με γενικά και διόλου εξειδικευμένα «τεστ νοημοσύνης» που περισσότερο προσφέρονται για “fast track” προσλήψεις πολυεθνικών εταιρειών, παρά για συνταίριασμα του «εργασιακού προφίλ» των δημόσιων υπηρεσιών με τις ατομικές δεξιότητες του προσωπικού της Διοίκησης. Σε αντίθεση με τα διεθνή ποιοτικά πρότυπα της συμπεριφορικής αξιολόγησης, η αόριστη περιγραφή της δοκιμασίας «εργασιακής αποτελεσματικότητας» και η αδυναμία της να ποσοτικοποιηθεί εκ των προτέρων, γεννά σημαντικά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εξειδίκευσης των σχετικών κριτηρίων, υπονομεύοντας εν τη γενέσει την εγκυρότητά της.

Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη αντίληψη περί αξιοκρατίας ή καταλληλότητας, αλλά δείχνει να επιδιώκει αποκλειστικά δύο αποτελέσματα: πρώτον, την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και δεύτερον, τη δημόσια προσφορά νέων ευκαιριών πρόσληψης που αποδεσμεύονται, όμως, από απαιτητικές και εκλεπτυσμένες δοκιμασίες των ουσιαστικών προσόντων.

More in Απόστολος Παπατόλιας
Comments
Αξιοκρατία, καταλληλότητα και κοινωνικές προσδοκίες

Αξιοκρατία, καταλληλότητα και κοινωνικές προσδοκίες

του Απόστολου Παπατόλια,
Συμβούλου του Α.Σ.Ε.Π., δρ. Δημοσίου Δικαίου

Tο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την αλλαγή του «Νόμου Πεπονή» προβάλλεται ως ιστορική μεταρρύθμιση που αποκαθιστά την «αξιοκρατία» στις προσλήψεις του Δημοσίου. Σύμφωνα δε με τις κυβερνητικές εξαγγελίες, «αξιοκρατία» σημαίνει «να τοποθετηθεί ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση». Παρότι η επιδίωξη της αξιοκρατίας αφήνει το δρόμο ανοικτό σε εναλλακτικές επιλογές στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για τις προσλήψεις, δεν είναι διόλου σαφές το ποια αντίληψη περί αξιοκρατίας υπηρετεί η προτεινόμενη μεταρρύθμιση. Αυτό το ιδεολογικό ή αξιακό έλλειμμα υπεραναπληρώνεται από μια πληθωριστική ρητορική περί αναμόρφωσης του «Νόμου Πεπονή», αυτού του εμβληματικού νομοθετήματος της ύστερης μεταπολίτευσης που έχει καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως η πρώτη ουσιαστική απόπειρα να κατοχυρωθούν οι αρχές της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας στις προσλήψεις του Δημοσίου. Οι αδυναμίες αυτού του νομοθετήματος έχουν επισημανθεί από πολλές πλευρές, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται ευρέως ότι τα τυποποιημένα και ομοιόμορφα κριτήρια επιλογής έχουν οδηγήσει σε μια ισοπεδωτική μεταχείριση των υποψηφίων που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες απαιτήσεις αξιοκρατικής στελέχωσης. Εκείνο, ωστόσο, που δείχνουν να αγνοούν οι πανηγυρικές εξαγγελίες περί εδραίωσης της αξιοκρατίας λόγω γενίκευσης του πανελλήνιου διαγωνισμού, είναι ότι και ο διαγωνισμός και η αυτόματη μοριοδότηση που προβλέπονταν από το «Νόμο Πεπονή» επικρίνονταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ότι εφαρμόζονταν με μηχανιστικό και ισοπεδωτικό τρόπο που αποτύγχανε να διαγνώσει την καταλληλότητα και τις ουσιαστικές «ικανότητες» των υποψηφίων. Δυστυχώς, το υπό εξέταση νομοσχέδιο, παρά τις πλούσιες ρητορικές διαβεβαιώσεις, δεν ενσωματώνει καμία από τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης διάγνωσης της «καταλληλότητας», αφού δεν περιλαμβάνει ούτε άξιες λόγου καινοτομίες επιλογής  ούτε σοβαρές θεσμικές αλλαγές για μια, υπό οιαδήποτε εκδοχή, «αξιοκρατική αναρρύθμιση» των προσλήψεων.

Ειδικότερα:

1. Δεν διακρίνεται κάποια ουσιαστική καινοτομία όσον αφορά τον πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό, δεδομένου ότι αυτή η διαδικασία θεσπιζόταν ήδη στην πρώτη μορφή του «Νόμου Πεπονή» ως ο βασικός τρόπος επιλογής του προσωπικού, με τη μόνη διαφορά είναι ότι πλέον προτείνεται για όλες τις ειδικότητες, αδιακρίτως εκπαιδευτικής κατηγορίας ή ειδικών προσόντων. Ούτε, βεβαίως, τα τεστ δεξιοτήτων συνιστούν «καινοτομίες», καθώς τέτοια «τεστ»  προβλέπονταν ήδη στο Ν.3051/2002, ώστε να διενεργούνται από το ΑΣΕΠ ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να εξακριβωθούν οι πρακτικές δεξιότητες των υποψηφίων (αριθμητικές, αναλυτικές, λεκτικές, αντιληπτικές, κριτικές). Παράλληλα, οι προβλέψεις για την οργάνωση της όλης διαδικασίας δεν φανερώνουν καμία ουσιώδη απομάκρυνση από το ισχύον «παραδοσιακό» εξεταστικό σύστημα (μέθοδοι ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών  ή ανάπτυξης κειμένου), ενώ πουθενά δεν εντοπίζονται οι «καλές πρακτικές» του εξωτερικού ή οι σύγχρονες τεχνικές αξιολόγησης των ουσιαστικών ικανοτήτων, που θα διόρθωναν τις διαπιστωμένες αδυναμίες του διαγωνισμού.

2. Από τη μέχρι σήμερα διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών ή άλλων «τεστ» προκύπτει ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτήθηκαν για να καλυφθούν με τον τρόπο αυτό οι θέσεις διοικητικών ειδικοτήτων ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με το αποκομισθέν «αξιοκρατικό» όφελος. Και τούτο εξαιτίας των τυποποιημένων και απαρχαιωμένων εξεταστικών διαδικασιών που μόνο τα ουσιαστικά προσόντα δεν επετύγχαναν να διαγνώσουν... Με άλλα λόγια, η προσφυγή αδιακρίτως στην μέθοδο του «παραδοσιακού διαγωνισμού» για την επιλογή του πάσης φύσης προσωπικού του Δημοσίου όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (πλην υποχρεωτικής εκπαίδευσης) γεννά σοβαρές επιφυλάξεις και για το αν επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της «καταλληλότητας» και για το αν εγγυάται τη δίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων. Οι επιφυλάξεις αυτές εντείνονται, μάλιστα, από το γεγονός ότι η διεθνής «καλή πρακτική» στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε «πρακτικές δοκιμασίες» για την επιλογή του εν γένει βοηθητικού ή τεχνικού προσωπικού και απορρίπτει τις γενικού τύπου εξετάσεις.

3. Σημαντική αλλαγή σε σχέση με το «Νόμο Πεπονή» εισάγει η υποβάθμιση των ακαδημαϊκών κριτηρίων στο όλο σύστημα επιλογής, καθώς οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για την κατοχή διδακτορικών ή μεταπτυχιακών τίτλων είναι μάλλον ασήμαντες. Κατεύθυνση προφανώς εσφαλμένη από αξιοκρατική σκοπιά, καθώς η αναζήτηση της «καταλληλότητας» επιτάσσει μεν να υποχωρούν τα τυπικά προσόντα έναντι των ουσιαστικών ικανοτήτων, χωρίς όμως να δικαιολογεί την ουσιαστική περιθωριοποίηση των ακαδημαϊκών τίτλων. Κατά τη γενική αρχή που διατρέχει το νομοσχέδιο, οποιοδήποτε κριτήριο οδηγεί σε εξατομικευμένες ή πολυπαραμετρικές εκτιμήσεις, όπως η διαπίστωση της συνάφειας, πρέπει να εξοβελιστεί, καθώς οδηγεί μοιραία σε χρονοβόρες και αντικρουόμενες ερμηνείες και σε δικαστικές αμφισβητήσεις. Μόνο μια «στρεβλή» αντίληψη περί αξιοκρατίας θα εκτιμούσε ότι η γνωστική καταλληλότητα προκύπτει μονομερώς μέσα από μια φορμαλιστική στιγμιαία εξέταση σε ένα γραπτό διαγωνισμό αλλά όχι μέσα από συναφείς με τα διοικητικά καθήκοντα διδακτορικούς τίτλους. Το ίδιο ισχύει και για την κατάργηση της μοριοδότησης της γνώσης ξένης γλώσσας που ενισχύει τους αρνητικούς συμβολισμούς για τη γλωσσομάθεια των δημοσίων υπαλλήλων.

4. Η απάλειψη της επαγγελματικής εμπειρίας ως κριτηρίου προσαύξησης της βαθμολογίας καταλύει κάθε εύλογη ισορροπία μεταξύ γνωστικού υποβάθρου και επαγγελματικών δεξιοτήτων ενός υποψηφίου. Εκείνο που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική είναι ότι μια ολιγόλεπτη εξέταση «πολλαπλών επιλογών» σε ειδικότερες γνώσεις, σχετικές με το αντικείμενο μιας θέσης, μπορεί να υποκαταστήσει την αποτίμηση μιας μακράς εργασιακής πείρας και μάλιστα χωρίς ειδικότερες πρακτικές δοκιμασίες, οι οποίες, ακριβώς επειδή είναι χρονοβόρες, επιφυλάσσονται αποκλειστικά για ειδικότητες σχετικές με την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Η «ταχύτητα στην επιλογή» πάνω απ’ όλα… Πέρα, όμως, από λειτουργικά και επιχειρησιακά ατελέσφορη, η μη προσμέτρηση της εμπειρίας είναι και καταφανώς άδικη, ιδίως στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της κρίσης που ωθεί συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερης ηλικίας στην αναζήτηση θέσεων απασχόλησης στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας.

5. Η αποκλειστική μέριμνα για την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και τη «σύντμηση κατά το ήμισυ του χρόνου των προσλήψεων», τη στιγμή που δεν αξιοποιείται καμία αξιόπιστη σύγχρονη τεχνική για τη διάγνωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων ή της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», αποσυνδέεται πλήρως από το αξιοκρατικό ιδεώδες. Η πρόβλεψη μιας ισοπεδωτικής ή καταφανώς άδικης αντιμετώπισης για λόγους αυτοματοποίησης της αξιολόγησης, περιορισμού των δικαστικών αμφισβητήσεων και διασφάλισης της ταχύτητας στις προσλήψεις, περισσότερο παραπέμπει σε έκτακτο καθεστώς στελέχωσης παρά σε παγιωμένες συνθήκες αξιοκρατίας… Η επιδίωξη μιας ορθολογικά σταθμισμένης μοριοδότησης των εκπαιδευτικών κριτηρίων (τίτλων σπουδών, ξένων γλωσσών) και της επαγγελματικής εμπειρίας, που θα επέτρεπε τη δημιουργική σύνθεση των διαφορετικών παραμέτρων της «καταλληλότητας», δείχνει, έτσι, να υποχωρεί άτακτα έναντι της πανάκειας ενός ατελούς και  φορμαλιστικά δομημένου διαγωνισμού.

6. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι γραπτοί διαγωνισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, παρά τη σχετική απαγορευτική διάταξη, ανέδειξαν μία νέα μορφή «εκπαιδευτικής επιχειρηματικότητας», τα διαβόητα «φροντιστήρια γραπτών διαγωνισμών» του Δημοσίου. Η ενδεχόμενη καθιέρωση του διαγωνισμού ως μοναδικής μεθόδου επιλογής κινδυνεύει να οδηγήσει σε μία νέου τύπου ανισότητα ευκαιριών  σε βάρος των λιγότερο εύπορων  υποψηφίων, οι οποίοι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό  κόστος της νέας αυτής παραπαιδείας. Εάν κρίνεται πράγματι σκόπιμη η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, τότε είναι απολύτως επιβεβλημένη και η πρόβλεψη συγκεκριμένων «θετικών μέτρων» που θα εξουδετερώνουν τις κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των υποψηφίων, όπως οι θεσμοί των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών υποτροφιών, η λειτουργία «προπαρασκευαστικών κέντρων» για δημόσιους διαγωνισμούς, η πρόσθετη στήριξη για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, η ενίσχυση των θεσμών «μαθητείας» για απόκτηση της απαραίτητης επαγγελματικής εμπειρίας ή τα δημόσια κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών.

7. Η αύξηση της βαρύτητας των κριτηρίων επιλογής που παραπέμπουν στην αξιολόγηση της «συμπεριφοράς» των υποψηφίων, αν και κατ΄ ευφημισμό περιγράφονται ως «δοκιμασία εργασιακής αποτελεσματικότητας», προκαλεί ισχυρές επιφυλάξεις. Αντί να αντιστοιχούν στις προδιαγραφές της προς πλήρωση θέσης, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τυποποιούν και να αποπροσωποποιούν ακόμη περισσότερο τις διαδικασίες επιλογής, με γενικά και διόλου εξειδικευμένα «τεστ νοημοσύνης» που περισσότερο προσφέρονται για “fast track” προσλήψεις πολυεθνικών εταιρειών, παρά για συνταίριασμα του «εργασιακού προφίλ» των δημόσιων υπηρεσιών με τις ατομικές δεξιότητες του προσωπικού της Διοίκησης. Σε αντίθεση με τα διεθνή ποιοτικά πρότυπα της συμπεριφορικής αξιολόγησης, η αόριστη περιγραφή της δοκιμασίας «εργασιακής αποτελεσματικότητας» και η αδυναμία της να ποσοτικοποιηθεί εκ των προτέρων, γεννά σημαντικά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εξειδίκευσης των σχετικών κριτηρίων, υπονομεύοντας εν τη γενέσει την εγκυρότητά της.

Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη αντίληψη περί αξιοκρατίας ή καταλληλότητας, αλλά δείχνει να επιδιώκει αποκλειστικά δύο αποτελέσματα: πρώτον, την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και δεύτερον, τη δημόσια προσφορά νέων ευκαιριών πρόσληψης που αποδεσμεύονται, όμως, από απαιτητικές και εκλεπτυσμένες δοκιμασίες των ουσιαστικών προσόντων.

More in Απόστολος Παπατόλιας
Comments