Η στρατηγική της υπέρβασης

0
148

Του Σταύρου Κεραμίδα*

Οι ερχόμενες εκλογές θα διεξαχθούν με το σύστημα της απλής αναλογικής με εκλογικό όριο εισόδου στη Βουλή το 3%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πολύ δύσκολα ένα κόμμα θα μπορέσει να εξασφαλίσει  την κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθώς θα χρειάζεται ποσοστό άνω του 47%…

Επειδή όμως υπάρχει και το εκλογικό σύστημα Θεοδωρικάκου -δηλαδή η ενισχυμένη αναλογική με κλιμακωτό μπόνους εδρών στο πρώτο κόμμα- το οποίο θα εφαρμοστεί σε περίπτωση που χρειαστούν επαναληπτικές εκλογές, εάν δεν προκύψει κυβέρνηση που να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής από τις εκλογές με απλή αναλογική, χρειάζεται να γίνουν σαφή ορισμένα ζητήματα.

Οι πολιτικές δυνάμεις που αυτό-τοποθετούνται στον ευρύτερο αντιδεξιό πολιτικό χάρτη ή αλλιώς η ευρύτερη Δημοκρατική – Προοδευτική Παράταξη ή αλλιώς τα κόμματα αριστερότερα της Νέας Δημοκρατίας στη σημερινή Βουλή έχουν την πλειοψηφία (βάσει ποσοστών). Δεξιά και Ακροδεξιά συγκεντρώνουν 43,6% ενώ τα αντιδεξιά κόμματα ποσοστό άνω του 48%. Δηλαδή ακόμα και μετά από μια εκλογική αναμέτρηση όπου κυριάρχησε το κόμμα του κ. Μητσοτάκη, οι ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις παραμένουν ρυθμιστές του παιχνιδιού.

Αν θέλετε να αφαιρέσουμε από το άθροισμα των προοδευτικών δυνάμεων το Κ.Κ.Ε -καθώς αυτοεξαιρείται από το ενδεχόμενο συμμετοχής ή ανοχής σε μια φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση- τότε -με σημερινούς συσχετισμούς- έχουμε ισοπαλία.

Τα παραπάνω τα αναφέρω προκειμένου να αναδείξω ότι, πράγματι, από το 1981 και μετά υπάρχει στη χώρα μια προοδευτική πλειοψηφία στη βάση, άλλοτε ισχνή κι άλλοτε ευρεία και καθαρή. Καθίστανται έτσι ζητούμενα ο σχηματισμός Προοδευτικής Κυβέρνησης και ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να την αποτελέσουν.

Ο Αλέξης Τσίπρας κάνει ένα μεγάλο και διαρκές προσκλητήριο προκειμένου, σε συνθήκες αναλογικής, να σχηματιστεί κυβέρνηση από τα κόμματα που δεν αποδέχονται τη δεξιά πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και επιθυμούν πολιτικές αναδιανομής, διαφάνειας, αξιοκρατίας, οικολογίας, εκδημοκρατισμού και, γενικά, όλες όσες μπορούν να κάνουν τη ζωή του ελληνικού λαού καλύτερη. Δεν βάζει προαπαιτούμενα, παρά μονάχα τη δέσμευση σε ένα πρόγραμμα ανακούφισης κι ευημερίας για την κοινωνική πλειοψηφία.

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, δεν βρίσκει ανταπόκριση από τις ηγεσίες των υπολοίπων κομμάτων. Άλλα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν είναι υπαρκτά κι άλλα είναι έωλα. Εδώ, θα ήθελα να σταθούμε σε 2 υπαρκτά επιχειρήματα.

Το πρώτο είναι: πώς μπορεί να μιλά για Προοδευτική Κυβέρνηση κάποιος που πήγε ‘αγκαζέ’ με τον Ακροδεξιό Καμμένο για 4 συναπτά χρόνια και μετά «εξαγόρασε» τους βουλευτές του; Για να αντικρούσουμε το εν λόγω επιχείρημα θα πρέπει να φέρουμε στη μνήμη μας ορισμένα από τα γεγονότα της περιόδου 2010 – 2015. Βασική διαιρετική τομή της περιόδου ήταν το Μνημόνιο και οι πολιτικές του. Όταν τον Νοέμβριο του 2011 συγκροτήθηκε η κυβέρνηση Παπαδήμου υποστηριζόμενη από το ΠΑ.ΣΟ.Κ (που είχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία), τη Ν.Δ. και τον ΛΑ.Ο.Σ υπήρξαν αρκετοί βουλευτές της Δεξιάς που παρέμειναν αντιμνημονιακοί και διεγράφησαν.

Όταν, λοιπόν, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α κέρδισε τις εκλογές του Γενάρη του 2015 εξασφαλίζοντας 149 έδρες η μόνη πρόθυμη πολιτική δύναμη να συνδράμει στη συγκρότηση κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας με στόχο την απεμπλοκή από τις μνημονιακές δεσμεύσεις ήταν οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» του Πάνου Καμμένου. Εκείνη την εποχή το ΠΑ.ΣΟ.Κ του Βενιζέλου πάσχιζε να πείσει για το ορθό της επιλογής να πορευτεί ‘αγκαλιά’ με τη Ν.Δ. του Σαμαρά επί 2,5 χρόνια και να γευτεί τις ‘δάφνες’ για τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που επέδειξε το ΠΑ.ΣΟ.Κ και ο ίδιος προσωπικά την περίοδο της κρίσης. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορούσε την περίοδο εκείνη να εμπιστευτεί την τύχη της κυβέρνησής του ούτε σε ένα κόμμα όπως το ΠΟΤΑΜΙ  -καθώς αν δεν αποδεχθούμε τις έντονες φήμες της περιόδου ότι υπήρξε ένα μόρφωμα με στόχο είτε την αναχαίτηση είτε τον έλεγχο του Τσίπρα- καθώς διέφεραν οι στοχεύσεις τους αφού ο Θεοδωράκης δεν απέρριπτε συλλήβδην το Μνημόνιο, κάθε άλλο μάλιστα…

Άρα, λοιπόν, για τον Αλέξη Τσίπρα η συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού με τον Πάνο Κάμμένο υπήρξε το «αναγκαίο κακό», το «τέκνο της ανάγκης…» της συγκυριάς. Τσίπρας και Καμμένος πορεύτηκαν μαζί κι είναι κοινώς παραδεκτό ότι ο Καμμένος δεν έφερε σημαντικά προσχώματα στην κυβερνητική πολιτική με 2 τρανές εξαιρέσεις: σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας (παραίτηση Φίλη) και τη Συμφωνία των Πρεσπών (παραίτηση Κοτζιά). Σίγουρα πολλοί μπορούν να υποστηρίξουν ότι η «παρά φύσει» αυτή συγκυβέρνηση θα μπορούσε να λήξει το φθινόπωρο του 2018 αμέσως μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου ή έστω μετά τη σύγκρουση Καμμένου – Κοτζιά. Σε κάθε περίπτωση για να το θέσω λιανά, το 2015 τα κουκιά δεν έβγαιναν στον Τσίπρα χωρίς τη στήριξη του Καμμένου…  

Όσο για τον Σεπτέμβριο του 2015, εφόσον δεχθούμε την εκδοχή ότι ούτε ο Καμμένος ήθελε τον Θεοδωράκη ούτε ο Θεοδωράκης τον Καμμένο, τότε και πάλι ο Τσίπρας δεν θα μπορούσε να ρισκάρει μια άλλη επιλογή…

Σε κάθε περίπτωση ο Τσίπρας ουδέποτε υιοθέτησε πολιτικές του Καμμένου που δεν συμφωνούσε -το αντίθετο μάλιστα καθώς με τη βοήθεια του ΠΑΣΟΚ ή του ΠΟΤΑΜΙΟΥ νομοθετήθηκαν προοδευτικές αλλαγές- κι ούτε δίστασε να προχωρήσει σε ρήξη μαζί του την πιο κρίσιμη στιγμή…

Απ’ την άλλη πλευρά, εγκαλούν για εναγκαλισμό με την Ακροδεξιά τον Τσίπρα, αυτοί που παρέδωσαν την κυβέρνηση στη Δεξιά και την Ακροδεξιά ενώ διέθεταν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία (Νοέμβριος 2011) και δεν τολμούν ακόμη και σήμερα να αρθρώσουν ίχνος αυτοκριτικής για τον εναγκαλισμό με τη σκληρή Δεξιά του Σαμαρά, όχι για ολόκληρη την περίοδο 2012-15, αλλά έστω για το διάστημα 2013-15. Αυτοί που αποδέχθηκαν το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ και τη μη κατάθεση σειράς προοδευτικών νομοσχεδίων που σκόνταφταν στη δεξιά ατζέντα του επικεφαλής της συγκυβέρνησης.

Το δεύτερο είναι το στοιχείο της εμπιστοσύνης καθώς την τελευταία 10ετία έχουν ειπωθεί πολλά κι από τις 2 πλευρές. Είναι αλήθεια ότι στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α εκτόξευσαν βαριές κουβέντες εναντίον του ΠΑ.ΣΟ.Κ τόσο την περίοδο 2010-11 όσο και την περίοδο 2011-15. Αλήθεια είναι επίσης ότι πολλοί από αυτούς δεν βρίσκονται σήμερα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α–Π.Σ. Πράγματι, κάποια στιγμή, ίσως θα πρέπει να αναγνωριστεί από την ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α–Π.Σ. πως υπήρξαν ακρότητες και υπερβολές…

Οι Πασόκοι, όμως, που επικαλούνται το εν λόγω επιχείρημα, δεν θα πρέπει να λησμονούν ότι πρωταγωνίστησαν με τη σειρά τους στο αντι-ΣΥ.ΡΙΖ.Α μέτωπο, το οποίο καλά κρατεί… Ότι υπηρέτησαν με ευλάβεια την επικοινωνιακή στρατηγική της Δεξιάς ότι όλα τα δεινά της χώρας προκλήθηκαν την περίοδο Γενάρης 2015 – Ιούλιος 2019. Ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α είναι ο «προσωρινός ενοικιαστής της εξουσίας» λες και υπάρχει μόνιμος ιδιοκτήτης εκτός του ελληνικού λαού…

Τα ανωτέρω οφείλουμε να τα υπερβούμε εάν θέλουμε να απαλλαγούμε από τη Δεξιά του κ. Μητσοτάκη και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για ένα καλύτερο μέλλον και μια δικαιότερη κοινωνία. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν κλείσουν οι λογαριασμοί του παρελθόντος και γίνει κτήμα όλων ότι η μνημονιακή περίοδος τελείωσε. Μπορεί να έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στο πολιτικό σύστημα, όμως ανήκει πια στο παρελθόν. Τόσο το ΠΑ.ΣΟ.Κ όσο κι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με τους συσχετισμούς δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εφαρμόσουν πολιτικές που δεν τις πίστευαν κι υπήρξαν καταστροφικές για μεγάλη μερίδα του κόσμου που θέλουν να εκπροσωπούν.

Το σήμερα και το αύριο είναι που θα κριθούν στις προσεχείς εκλογές. Αυτό είναι που μετράει. Ο αντίπαλος είναι κοινός. Είναι η Δεξιά του κ. Μητσοτάκη. Είναι -όπως εύστοχα το είπε η αείμνηστη Γεννηματά- η «Μητσοτάκης Α.Ε.». Αυτή είναι που πρέπει να ξαναμπει στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει οι προοδευτικές δυνάμεις να προτάξουν όσα τους ενώνουν και να αφήσουν στην άκρη όσα τους χωρίζουν. Χρειάζεται να περιγράψουν ένα κοινό όραμα στον ελληνικό λαό και να συμφωνήσουν σε ένα βασικό πρόγραμμα ανάταξης, ανασυγκρότησης και αναδιανομής.  

Η Αριστερά διέπραξε ένα μεγάλο σφάλμα το καλοκαίρι του 1989 όταν δεν αποδέχθηκε την πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου για συγκρότηση κυβέρνησης μακράς πνοής και απαλοιφή του +1 στον εκλογικό νόμο της άνοιξης του 1989 που θα έκοβε μια για πάντα το δρόμο του πατρός Μητσοτάκη προς την πρωθυπουργία. Το πλήρωσε ακριβά και παρέμεινε καθηλωμένη εκλογικά για περισσότερα από 20 χρόνια. Ελπίζω η νέα ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής, η ηγεσία του Κ.Κ.Ε και του ΜΕ.ΡΑ25 να μην διαπράξουν το ίδιο λάθος κι αφήσουν μια ιστορική ευκαιρία να πάει χαμένη…

*Ο Σταύρος Π. Κεραμίδας είναι Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας 

Μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α-Π.Σ. 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here