fbpx

Δύο χρόνια κυβέρνησης ΝΔ: Η πλαισίωση της κοινωνικής πραγματικότητας και η αυταρχική στροφή της πολιτικής της πληροφορίας

Ανάλυση του Χρήστου Κωστόπουλου, Λέκτορα Μαζικής Επικοινωνίας, Curtin University Malaysia – Το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ας μιλήσουμε για τα ΜΜΕ #5 – Κυβερνητικός λόγος & ΜΜΕ: Φάσεις & αντιφάσεις» που δημοσιεύει η ομάδα Media Jokers σε συνεργασία με το ΕΝΑ →

Η συμπλήρωση δύο χρόνων διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη αποτελεί ευκαιρία για μια κριτική ανασκόπηση των πεπραγμένων της κυβέρνησης σε ένα από τα πεδία όπου έχει υπάρξει πλέον ενεργή, προκαλώντας ποικίλες συζητήσεις και αντιδράσεις, αυτό της επικοινωνίας και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Τα παρόν άρθρο επικεντρώνεται αρχικά στις επικοινωνιακές επιλογές της κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας το θεωρητικό πλαίσιο της πλαισίωσης (framing) για να ερευνήσει τα κύρια πλαίσια διαλόγου (frames) που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση για να διαχειριστεί τη δημόσια εικόνα της. Στη συνέχεια αναλύονται οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο πεδίο των ΜΜΕ από την κυβέρνηση, οι οποίες αποτελούν τομή στο ελληνικό μιντιακό σύστημα και προκαλούν προβληματισμό για την επιτέλεση του ρόλου του στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, καθώς προκαλούν συνθήκες απόλυτης επικράτησης του κυβερνητικού λόγου στη δημόσια σφαίρα. Σαφώς, η ελληνική δημοσιογραφία παρουσίαζε παθογένειες και τα προηγούμενα χρόνια, ωστόσο το επιχείρημα αυτού του άρθρου είναι ότι οι πολιτικές της παρούσας κυβέρνησης έχουν οδηγήσει σε μια επικίνδυνη διολίσθηση των κυρίαρχων ΜΜΕ και σε περαιτέρω σμίκρυνση των ορίων του «ανεκτού» δημόσιου διαλόγου.

Οι επιστήμονες της Επικοινωνίας έχουν καταπιαστεί με την ανάλυση και θεωρητικοποίηση της δύναμης που έχουν τα ΜΜΕ να επηρεάζουν την κοινωνία, η κατανόηση της οποίας περνάει από διάφορα στάδια μέσα στον τελευταίο αιώνα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου και του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου, επικράτησε το μοντέλο της προπαγάνδας, που προέβλεπε την ισχυρή επιρροή των Μέσων στον λαό. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και την πολεμική κινητοποίηση του γερμανικού λαού. Βάσει αυτού του μοντέλου, τα μηνύματα της πολιτικής επικοινωνίας προσλαμβάνονται με όμοιο τρόπο από τους δέκτες και έχουν ισχυρά αποτελέσματα. Το μοντέλο αυτό ξεπεράστηκε στις επόμενες δεκαετίες και θεωρήθηκε απλοϊκό, κυρίως λόγω της δουλειάς του Πωλ Λάζαρσφελντ και άλλων συναδέλφων του στις δεκαετίες 1950-1960, οι οποίοι προέκριναν το μοντέλο των χαμηλών επιρροών των Μέσων, βασισμένοι στην έρευνα που διεξήγαγαν για την επιρροή των ΜΜΕ στις εκλογικές προτιμήσεις των Αμερικανών ψηφοφόρων. Οι κοινωνικές αναταραχές της δεκαετίας του 1960 και το τέλος της φαινομενικής κοινωνικής ευμάρειας στις επόμενες δεκαετίες επανάφεραν στο προσκήνιο μαρξιστικές αναγνώσεις σχετικά με τη δύναμη και επιρροή των Μέσων, με νέα μοντέλα και θεωρίες που προσπαθούν να κατανοήσουν την πολύπλοκη δύναμη πειθούς των ΜΜΕ. Μία από αυτές τις θεωρίες είναι η θεωρία της πλαισίωσης (framing).

To 1963 o Μπέρναντ Κόχεν δηλώνει ότι ο Τύπος «μπορεί να μην είναι τόσο επιτυχής όλες τις φορές στο να πει στους ανθρώπους τι να σκεφτούν, αλλά είναι εντυπωσιακά επιτυχής στο να πει στους αναγνώστες του σχετικά με τι να σκεφτούν». Οι ΜακΚομπς και Σο αναπτύσσουν τη θεωρία του καθορισμού θεματολογίας από την πλευρά των Μέσων (agenda-setting), η οποία εντοπίζει την επιρροή που ασκούν τα Μέσα στην πολιτική στη δύναμη που έχουν να στρέφουν την προσοχή του κοινού σε κάποιο θέμα και αντίστοιχα να μειώνουν τη σημασία άλλων θεμάτων, τα οποία δεν φιλοξενούνται στις σελίδες του Τύπου και στα δελτία ειδήσεων των καναλιών. Η θεωρία της πλαισίωσης ξεκινάει από κοινή αφετηρία, ωστόσο προσθέτει ακόμη περισσότερα στρώματα στην ανάλυση της πολιτικής επικοινωνίας μέσω των κυρίαρχων ΜΜΕ. Συγκεκριμένα, οι θεωρητικοί της πλαισίωσης υποστηρίζουν πως η περιπλοκότητα των θεμάτων της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας απαιτεί από τους εργαζομένους της επικοινωνίας, αλλά και από το ίδιο το κοινό, μια πνευματική διαδικασία απλοποίησης. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι τα πλαίσια διαλόγου, τα οποία αποτελούν περίπλοκες κατασκευές που αναδεικνύουν συγκεκριμένες πτυχές μιας κοινωνικής πραγματικότητας, ούτως ώστε να γίνουν πιο εμφανείς μέσα σε ένα κείμενο, κατά τρόπο που προωθεί συγκεκριμένες ερμηνείες του προβλήματος, των ευθυνών για τη δημιουργία του, των ηθικών διακυβευμάτων και των προτεινόμενων λύσεων.

Οι πολιτικοί δρώντες ενεργά προσπαθούν να πλαισιώσουν τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, ούτως ώστε να προωθήσουν τις προτιμητέες τους αναγνώσεις, ενώ οι δημοσιογράφοι λειτουργούν ως αγωγοί πληροφορίας και πλαισίων, καθώς επιλέγουν ποια από αυτά θα φιλοξενήσουν στα κείμενά τους. Τα ΜΜΕ αποτελούν λοιπόν «πεδία μάχης» μεταξύ αντιμαχόμενων πολιτικών δρώντων που προσπαθούν να περάσουν τη δική τους ερμηνεία ενός κοινωνικού ή πολιτικού ζητήματος, ενώ οι δημοσιογράφοι δεν αποτελούν ουδέτερους αγωγούς, καθώς λειτουργούν εντός του δεδομένου μιντιακού συστήματος της χώρας τους, με αποκρυσταλλωμένους κανόνες και πρακτικές. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτής της διαπάλης για την ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας έχει καίρια σημασία για την ποιότητα του δημοκρατικού διαλόγου, στο βαθμό που αυτός κατευθύνεται από τα κυρίαρχα Μέσα. Αυτό γίνεται καθώς τα πλαίσια που φιλοξενούνται από τα ΜΜΕ θέτουν τους όρους της συζήτησης, καθώς και τα όρια του «επιτρεπτού» διαλόγου. Πλαίσια τα οποία δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν ορατότητα μέσω των ΜΜΕ έχουν μικρή –ή και καμία– επιρροή στη δημόσια σφαίρα, ενώ πολιτικοί δρώντες που χρησιμοποιούν εναλλακτικούς όρους για κάποιο ζήτημα δεν γίνονται καν αντιληπτοί από το κοινό. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της θεωρίας της πλαισίωσης και η σημασία της ανάλυσης των πλαισίων που φιλοξενούνται στα κείμενα των Μέσων.

Ένα καλό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας μπορεί να αντληθεί από την περασμένη δεκαετία και την περίπτωση της κάλυψης των μνημονίων από τα ελληνικά Μέσα. Η επιτυχία των πολιτικών δρώντων στην εδραίωση του «αντι-μνημονιακού» πλαισίου έθεσε σε μεγάλο βαθμό τους όρους του διαλόγου για μεγάλο κομμάτι της δεκαετίας, αφήνοντας ωστόσο εκτός άλλα πλαίσια και πολιτικούς χώρους που πλαισίωναν τα μνημόνια ως σύμπτωμα των προβλημάτων του καπιταλισμού (ΚΚΕ) ή άλλες εναλλακτικές αναγνώσεις της κρίσης από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Ως αποτέλεσμα, οι πολιτικοί που δεν χρησιμοποίησαν τους όρους των κυρίαρχων πλαισίων απέτυχαν να ασκήσουν μεγαλύτερη επιρροή στην ευρύτερη κοινή γνώμη.

Εν προκειμένω λοιπόν, δεν έχει μεγάλη αξία να αναλυθούν επικοινωνιακές δραστηριότητες της κυβέρνησης όπως η καλλιέργεια του προφίλ του πρωθυπουργού μέσω βίντεο (π.χ. η «τυχαία» συνάντησή του με τον αγρότη «Ντάλτον» στο Δαμάσι), καθώς αυτές είναι χοντροκομμένες και συχνά έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που φαντάζονται οι επικοινωνιολόγοι. Έχει όμως σπουδαία έχει ιδιαίτερη σημασία να αναλύσουμε τα πλαίσια που έχει προβάλει η σημερινή ελληνική κυβέρνηση στα σημαντικά σε κρίσιμα ζητήματα που προέκυψαν επί των ημερών και, σε δεύτερη φάση, να αναλύσουμε τις ασκούμενες πολιτικές της στον χώρο των ΜΜΕ που έχουν οδηγήσει στην πλήρη επικράτηση των προτιμητέων της κυρίαρχης (κυβερνητικής) ανάγνωσης της στον δημόσιο διάλογο.

Δεδομένου ότι η μεγαλύτερη πρόκληση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η παρούσα κυβέρνηση μέχρι σήμερα είναι η πανδημία, ένα από τα σπουδαιότερα πλαίσια που χρήζουν ανάλυσης είναι αυτό της περιβόητης «ατομικής ευθύνης». Το πλαίσιο αυτό πηγάζει από αναγνώσεις της πραγματικότητας και μύθους που ενυπάρχουν ήδη στην ελληνική κουλτούρα και καλλιεργούνται εδώ και δεκαετίες. Οι επικοινωνιολόγοι της κυβέρνησης προωθούν τη δική τους ερμηνεία για τη διαχείριση της πανδημίας, προτάσσοντας το ατομικό αντί για το συλλογικό. Μια τέτοια ερμηνεία του σύνθετου φαινομένου της πανδημίας απαλλάσσει την κυβέρνηση από οποιαδήποτε ευθύνη, καθώς η αντιμετώπιση του ιού εναπόκειται στις πράξεις του κάθε πολίτη και όχι σε κάποια παρέμβαση του κράτους ή της κυβέρνησης, ενώ οι κυβερνητικές αστοχίες στη διαχείριση της πανδημίας ερμηνεύονται ως αποτελέσματα της ανευθυνότητας «των λίγων» που αρνούνται να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις των ειδικών. Αντίστοιχη πλαισίωση παρατηρήθηκε και στις φυσικές καταστροφές που ζήσαμε, με την ατομική ευθύνη να επιστρατεύεται σε διάφορες μορφές. Ακούσαμε για «λάθος δέντρα» στην πυρόπληκτη Εύβοια και για ευκαιρία να χτιστεί το Αρκαλοχώρι ξανά με τον «σωστό τρόπο».

Όσο τα ζητήματα που ανακύπτουν αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της ατομικής ευθύνης, τόσο η κυβέρνηση θα βγάζει «εκτός κάδρου» τις δικές της ευθύνες και αστοχίες. Στην ίδια λογική και τα μέτρα που λαμβάνονται (ή δεν λαμβάνονται) για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, και η αναζήτηση βολικών αντιπάλων, όπως οι αρνητές της πανδημίας, που λειτουργούν «χρήσιμα» στη λογική της πλαισίωσης της κυβέρνησης. Εάν η αντιμετώπιση των προβλημάτων είναι ζήτημα ατομικής ευθύνης, τότε οι πλαισιώσεις που κάνουν λόγο για δομικά προβλήματα του κρατικού μηχανισμού και διατυπώνουν αιτήματα ενίσχυσης των κρατικών δομών ακούγονται παράφωνες και εκτός συζήτησης. Σε έναν διάλογο όπου έχει επικρατήσει η πλαισίωση της ατομικής ευθύνης, αιτήματα για την ενίσχυση του ΕΣΥ ή της πυροσβεστικής δεν βρίσκουν χώρο, καθώς η δημόσια συζήτηση αναλώνεται σε δευτερεύοντα ζητήματα και σε περιπτωσιολογικές αναλύσεις.

Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δεν θα είχε την βαρύτητα που έχει αυτήν τη στιγμή εάν η πολιτική της κυβέρνησης για τα ΜΜΕ δεν αποτελούσε τομή στον τρόπο λειτουργίας τους και στην εν γένει λειτουργία της αστικής δημοκρατίας. Σαφώς, το ελληνικό μιντιακό τοπίο παρουσίαζε πάντα μια σειρά ιδιορρυθμιών που το ξεχώριζαν από άλλα ευρωπαϊκά συστήματα, ιδιορρυθμίες οι οποίες ωστόσο του έδιναν μειονεκτήματα όσο και πλεονεκτήματα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του. Η πολιτική ταυτότητα του Μέσου έπαιζε πάντα καίριο ρόλο στην Ελλάδα σε ό,τι αφορά τον τρόπο ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ οι περίπλοκες σχέσεις μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των ιδιοκτητών των ΜΜΕ έχουν αναλυθεί εις βάθος από ερευνητές. Ωστόσο, η ύπαρξη αντιπολιτευόμενων Μέσων εξασφάλιζε, σε κάποιο βαθμό, την κυκλοφορία εναλλακτικών πλαισιώσεων, έστω και αν ο δημοκρατικός διάλογος χαρακτηριζόταν μεν από πόλωση, αλλά όχι από το απαιτούμενο βάθος.

Η βαθιά τομή της κυβέρνησης στο μιντιακό τοπίο ξεκινάει ήδη από την πρώτη ημέρα διακυβέρνησης, με την υπαγωγή της ΕΡΤ και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων απευθείας στον πρωθυπουργό, σε μια κίνηση που σηματοδότησε τις προθέσεις της παρούσας κυβέρνησης για ευρύτερο έλεγχο της πληροφορίας αλλά και της πλαισίωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Με αυτή τη βαθύτατα προβληματική πολιτική επιλογή, η κυβέρνηση άλλαξε τις ισορροπίες, αποκτώντας μεγαλύτερο έλεγχο στην πρωτογενή παραγωγή πληροφορίας. Οι έχοντες γνώση της λειτουργίας των περισσότερων μιντιακών οργανισμών, και ειδικά αυτών που λειτουργούν στο διαδίκτυο, γνωρίζουν τις σχέσεις εξάρτησης που υπάρχουν μεταξύ αυτών και των πρωτογενών πηγών, όπως το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Δεν είναι λίγες μάλιστα οι φορές που ένας δημοσιογράφος θα αναπαραγάγει αυτούσια μια είδηση όπως αυτή έχει δοθεί από την πρωτογενή πηγή, για λόγους που υπερβαίνουν τη στόχευση του παρόντος άρθρου. Έτσι λοιπόν γίνεται προφανής η σημασία του ελέγχου των πρωτογενών πηγών για τον ευρύτερο έλεγχο της πλαισίωσης των ζητημάτων που προκύπτουν.

Σε δεύτερο βαθμό, η μεγάλη τομή της κυβέρνησης στο μιντιακό τοπίο συνεχίστηκε με τη διαβόητη «λίστα Πέτσα», η οποία συνιστά σημαντική διαφοροποίηση του τρόπου χρηματοδότησης των δημοσιογραφικών οργανισμών της χώρας. Σαφώς, τα ελληνικά ΜΜΕ ήταν πάντα περισσότερο ή λιγότερο εξαρτημένα από την πολιτική εξουσία για την εξασφάλιση της χρηματοδότησής τους, δεδομένης και της μικρής και κορεσμένης αγοράς στην οποία απευθύνονται. Η διαμεσολάβηση της εξουσίας για την εξασφάλιση δανεισμού με ευνοϊκούς όρους, παραδείγματος χάρη, ανέβασε και έριξε κυβερνήσεις στο πρόσφατο παρελθόν. Οι μνημονιακοί περιορισμοί έκλεισαν την κάνουλα των δανεισμών, προκαλώντας σημαντικές αναταράξεις στο μιντιακό περιβάλλον σε όλη την περασμένη δεκαετία, ενώ το σύστημα δεν έχει ακόμη καταφέρει να επιστρέψει στην «κανονικότητα» που έζησε.

Εν μέσω αυτής της κατάστασης, η πανδημία ήρθε να φέρει ένα ακόμη καίριο πλήγμα στην οικονομική βιωσιμότητα των δημοσιογραφικών οργανισμών. Και αυτό ακριβώς έδωσε την ευκαιρία στην κυβέρνηση να ανατρέψει τα δεδομένα, προσφέροντας απευθείας χρηματοδότηση στα Μέσα και αυξάνοντας την εξάρτησή τους από αυτή, με διαδικασίες και κριτήρια τα οποία χαρακτηρίζονται ως θολά. Σαφώς, λίγοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί στην Ελλάδα ήταν εχθρικοί απέναντι στην παρούσα κυβέρνηση ούτως ή άλλως, ωστόσο γίνεται προφανές ότι η ενίσχυση της σχέσης εξάρτησης από την κυβέρνηση δημιουργεί μια σειρά από κινδύνους για τη δημοσιογραφία και τον δημόσιο διάλογο και κάνει οποιονδήποτε δημοσιογράφο να σκεφτεί προσεκτικά την κριτική που θέλει να αρθρώσει απέναντι στην εξουσία. Και πρόκειται περί συνειδητής επιλογής από τη μεριά της κυβέρνησης, καθώς υπάρχουν παραδείγματα οικονομικής ενίσχυσης των ΜΜΕ που δεν εντείνουν τη σχέση εξάρτησης. Για παράδειγμα, στη Σουηδία επιδοτείται το αναγνωστικό κοινό, ούτως ώστε να επιλέξει αυτό πού θέλει να κατευθυνθούν αυτά τα χρήματα. Εναλλακτικά μοντέλα κρατικής ενίσχυσης των ΜΜΕ, η οποία ήταν ούτως ή άλλως επιβεβλημένη για να σωθούν οι χιλιάδες απασχολούμενοί τους, υπάρχουν. Η κυβέρνηση συνειδητά επέλεξε τον δρόμο της εξάρτησης, ο οποίος, σε συνδυασμό με την ωρίμανση άλλων φαινομένων, όπως της ψηφιοποίησης της πληροφορίας και της εντατικοποίησης της εργασίας των δημοσιογράφων, περιστέλλει την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας και αλλάζει άρδην την ποιότητα της πληροφόρησης και του δημοκρατικού διαλόγου που καλλιεργείται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ.

Αυτές οι βαθιές τομές στο μιντιακό περιβάλλον έχουν δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις πλαισιώσεις της κυβέρνησης, με σημαντικές επιπτώσεις στην ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, η πλαισίωση της κοινωνικής πραγματικότητας ορίζει σε μεγάλο βαθμό τους όρους και τα όρια πάνω στα οποία κινείται ο δημόσιος διάλογος. Και μπορεί η ανάπτυξη του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να αποτελεί μια βαλβίδα εκτόνωσης αυτού του φαινομένου, ωστόσο αυτά δεν μπορούν να υποκαθιστούν τον ρόλο της θεσμοποιημένης δημοσιογραφίας στην αστική δημοκρατία. Η δημιουργία διαφορετικών κοινών, ανάλογα με το από πού αντλούν την πληροφόρησή τους, τα οποία δεν συναντιούνται πουθενά σε ό,τι αφορά την κατανόηση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, είναι ένα επικίνδυνο φαινόμενο, το οποίο παρατηρήθηκε πολύ έντονα στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, αυξάνοντας τις κοινωνικές εντάσεις. Ενώ, φυσικά, η πολύτιμη δουλειά του επαγγελματία δημοσιογράφου και οι θεσμοποιημένες πρακτικές του επαγγέλματος δεν μπορούν να αντικατασταθούν από ερασιτέχνες με θολές προθέσεις. Ο ρόλος των κυρίαρχων ΜΜΕ ως ενός από τους πυλώνες της αστικής εξουσίας είναι αδιαμφισβήτητος. Όπως αδιαμφισβήτητη είναι πλέον η αυταρχική στροφή της κυβέρνησης στο πεδίο της πληροφόρησης και η ανάγκη λαϊκής πίεσης και απαίτησης, ούτως ώστε να διασφαλιστεί μια πιο υγιής λειτουργία της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα.

16.11.2021 – ena-institute

Για να μην χάνεις κανένα άρθρο από το Real Politik εγγράψου στο newsletter μας!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ